Σχεδόν μεσάνυχτα, στο τέλος περίπου του Ιούλη, στην έξοδο (ή στην είσοδο -όπως το βλέπει κανείς) σχεδόν της πόλης, απόλυτη σχεδόν ησυχία, μισές σκέψεις, ίσως αυτό που μυρίζω να είναι το λιμάνι που τα φώτα του αχνοφαίνονται χάνοντας απόψε το παιχνίδι από τον ουρανό. Η πόλη σχεδόν κοιμάται κι εγώ σχεδόν ξυπνάω.
Μέσα σε όλα αυτά τα λειψά το μόνο που δεν είναι σχεδόν είναι η ομορφιά.
—————-
Now playing: the beatles - All You Need Is Love
via FoxyTunes
Μόνιμος σύνδεσμος
5 Σχόλια
Είχαμε μείνει στη στιγμή που ανέλαβα τα καθήκοντά μου ως εκπαιδευτικός στη Δράμα το Σεπτέμβριο του 2004. Ήμουν από τους τυχερούς νεοδιόριστους, γιατί, σε αντίθεση με τους περισσότερους, τοποθετήθηκα αμέσως με πλήρες ωράριο στο Γυμνάσιο ενός μικρού χωριού λίγο έξω από τη Δράμα και πήγα στο σχολείο μου πριν ξεκινήσουν τα μαθήματα.
Εκεί μερικές μέρες πριν τον αγιασμό έγινε ανάμεσα στους φιλολόγους η διανομή των μαθημάτων. Όπως έχει επικρατήσει σε κάθε σχεδόν χώρο εργασίας ή σε κάθε οργανισμό (πχ. στρατός) στην Ελλάδα, ο “νέος” διαλέγει τελευταίος και μόνο συμπτωματικά μπορεί να είναι τυχερός και να του ανατεθούν τα γνωστικά αντικείμενα που γνωρίζει σχετικά καλύτερα. Σε σχολεία με πολλά τμήματα μάλιστα υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο “νέος” να φορτωθεί και τα πιο “προβληματικά” από αυτά με βάση τη συμπεριφορά ή την επίδοση των μαθητών τους. Στη δική μου περίπτωση το δεύτερο δεν ίσχυσε καθώς όλα τα τμήματα του σχολείου ήταν μόνο τέσσερα, ενώ τα γνωστικά αντικείμενα που πήρα ήταν Αρχαία, Νεοελληνική Γλώσσα, Λογοτεχνία, Αρχαία και Νεότερη Ιστορία και Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή.
Όταν -νομίζω εύλογα- ζήτησα τα αντίστοιχα βιβλία καθηγητή για το κάθε μάθημα, οι παλιότεροι συνάδελφοι μου είπαν ότι για τα περισσότερα από αυτά δεν υπάρχουν στο σχολείο και όταν ζητήσαμε από τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΔΕ) μας είπαν ότι δεν θα μας στείλουν γιατί στέλνουν κάθε χρόνο και χάνονται(!). Τελικά έστειλαν για κάποια μετά από βδομάδες, ενώ σε κάποια άλλα μαθήματα υποχρεώθηκα να ακολουθήσω τις γενικές οδηγίες για τη διδασκαλία όλων των φιλολογικών μαθημάτων στο Γυμνάσιο και να προσπαθήσω να καταλάβω τι πρέπει να κάνω στο καθένα διαβάζοντας το βιβλίο του μαθητή. Κατά τα άλλα αυτοσχεδίασα όλο το χρόνο αγοράζοντας κιόλας λόγω του άγχους μου αρκετά βοηθήματα του εμπορίου για να έχω έναν “οδηγό”.
Πλησίαζε λοιπόν η ώρα να μπω για πρώτη φορά σε σχολική αίθουσα. Υπενθυμίζω ότι δεν είχα καμία προηγούμενη εμπειρία από “κανονική” τάξη, παρά μόνο από φροντιστηριακά τμήματα, ιδιαίτερα μαθήματα και τμήματα ενισχυτικής διδασκαλίας σε ένα γυμνάσιο, και φυσικά όλα αυτά δεν έχουν παρά ελάχιστη σχέση με αυτό που επρόκειτο να κάνω. Ουσιαστικά, έτσι όπως το αντιλαμβανόμουν και ο ίδιος, αλλά και όπως μου τα έλεγαν οι παλιότεροι συνάδελφοι, θα ήταν μια διαδικασία “πέσε και κολύμπα”, κάτι παρόμοιο με αυτό που είχε πει κάποτε ο Καραμανλής (ο θείος) για την πορεία της Ελλάδας στην Ευρώπη. Όπερ και εγένετο! Έγινε ο αγιασμός, άρχισα να μπαίνω στα τμήματα που μου είχαν ανατεθεί, να γνωρίζω σιγά-σιγά τα παιδιά και να περνάω και στη διδακτέα ύλη, πειραματιζόμενος άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη επιτυχία πάντα στου κασίδη το κεφάλι…
Τι είπατε; “Επιμόρφωση”; Α, ναι… Γύρω στο Νοέμβριο, δύο μήνες μετά το βάπτισμα του πυρός, όταν είχαμε ως νεοδιόριστοι μπει μέχρι το λαιμό στις σημειώσεις, στις ασκήσεις, στις διορθώσεις των διαγωνισμάτων του τριμήνου, το ΠΕΚ (Περιφερειακό Επιμορφωτικό Κέντρο) Καβάλας μας κάλεσε να παρακολουθήσουμε την πρώτη φάση της Επιμόρφωσής μας -στη Δράμα ευτυχώς. Το πρωί στο σχολείο, το απόγευμα 4 ώρες παρακολούθηση διαλέξεων που ο Θεός να τις κάνει επιμορφωτικές. Πώς μας επιμόρφωσαν εκεί; Καταπληκτικά! Μας έκαναν μάθημα (όπως ακριβώς το γράφω) ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης (Πώς να Συμπεριφέρεστε για να μη μας Βγει Κακό Όνομα), ο Προϊστάμενος της Τεχνικής Εκπαίδευσης (ένας γραφικός τύπος με τσιγκελωτό μουστάκι που μας μιλούσε -αν και μηχανικός- για τον [πλαστό] όρκο του Μ. Αλεξάνδρου, την υπεροχή της ελληνικής γλώσσας και φυλής, και για τη σκεπτομορφή, λιακοπούλειας γενικά παιδείας), ο Προϊστάμενος Φυσικής Αγωγής για κάτι νομικά του κλάδου, και διάφοροι σχολικοί σύμβουλοι, αλλά και καθηγητές με αρκετά χρόνια υπηρεσίας που μας έδιναν είτε άχρηστες πληροφορίες είτε απίστευτα αντικρουόμενες οδηγίες και συμβουλές. Σε αυτή την πρώτη φάση της επιμόρφωσής μας, δεν ήμασταν χωρισμένοι κατά ειδικότητα αλλά αλφαβητικά, πράγμα που σήμαινε ότι το ακροατήριο κάθε τμήματος ήταν ιδιαίτερα ανομοιογενές και δεν μπορούσε να γίνει συζήτηση σε βάθος στις περισσότερες περιπτώσεις. Αποτίμηση της πρώτης φάσης; Έγινε για να λέει το Υπουργείο ότι μας επιμορφώνει.
Η δεύτερη φάση, που διεξήχθη μετά από δύο-τρεις μήνες, ήταν πιο εξειδικευμένη. Μας χώρισαν κατά ειδικότητα -σχεδόν- (μαζί με εμάς ήταν για παράδειγμα και οι θεολόγοι)* και στο ένα της κομμάτι οι επιμορφωτές μας μας έδειξαν τρόπους και μεθόδους διδασκαλίας των γνωστικών μας αντικειμένων (λέμε τώρα: κάποιοι μας έκαναν απίστευτα βαρετές προσομοιώσεις του μαθήματός τους με εμάς ως μαθητές, ενώ ένας βρήκε την ευκαιρία να μετατρέψει τη δική του διάλεξη σε παρουσίαση ενός βιβλίου του), ενώ στο δεύτερο κομμάτι παρακολουθήσαμε “υποδειγματικές” διδασκαλίες σε πραγματικές τάξεις με πραγματικούς μαθητές και έμπειρους συναδέλφους και με εμάς ως θεατές στο πίσω μέρος της αίθουσας. Αποτίμηση της δεύτερης φάσης; Σίγουρα πιο χρήσιμη από την πρώτη, αλλά και πάλι πρόχειρα οργανωμένη, σύντομη και κατόπιν εορτής.
Αυτή ήταν η επιμόρφωσή μου ως νεοδιόριστος καθηγητής. Ούτε παιδαγωγικές αρχές ούτε στοιχεία παιδοψυχολογίας (εκτός από μια διαφωτιστικότατη συζήτηση που είχαμε στην πρώτη φάση με τον ψυχολόγο του τοπικού ΚΔΑΥ) ούτε εμβάθυνση στους τρόπους και τις μεθόδους διδασκαλίας ούτε συζήτηση πάνω στα ίδια τα βιβλία. Απογοήτευση…
Η χρονιά εκείνη τελείωσε τσάτρα-πάτρα, με λάθη, παραλείψεις, εμπνεύσεις τις στιγμής, αυτοσχεδιασμούς και ένα διαρκές άγχος για το αν κάνω ό,τι πρέπει και όπως πρέπει. Το τέλος της με βρίσκει να τοποθετούμαι (30 Ιουνίου) σε ένα άλλο χωριό της Δράμας, σε Ενιαίο (τότε, τώρα Γενικό) Λύκειο. Και πάλι η -πραγματική- διανομή των μαθημάτων θα γινόταν το Σεπτέμβριο, αφού υπήρχαν κάποιες εκκρεμότητες με το προσωπικό, πράγμα που σήμαινε ότι, παρότι θα εργαζόμουν για πρώτη φορά σε Λύκειο, που σε γνωστικό επίπεδο και λόγω των Πανελληνίων εξετάσεων θεωρείται πιο απαιτητικό από πλευράς προετοιμασίας και μελέτης, δεν θα μπορούσα και πάλι να προετοιμάσω και να σχεδιάσω διδακτικά την επόμενη σχολική χρονιά.
Όταν ξεκίνησε η νέα χρονιά και έγινε η διανομή των μαθημάτων αντιμετώπισα και πάλι το πρόβλημα με τη σπανιότητα των βιβλίων του καθηγητή, που νομίζεις ότι είναι τίποτα παράνομα έντυπα που διακινούνται σε ελάχιστες ποσότητες με κάθε μυστικότητα. Να ‘ναι καλά το διαδίκτυο και ορισμένοι εξυπηρετικοί συνάδελφοι γιατί αλλιώς πάλι στα τυφλά θα βάδιζα. Άντε πάλι νέα αντικείμενα, πάλι συγκέντρωση υλικού, πάλι τα ίδια άγχη.
Η χρονιά πήγαινε καλά. Δίδασκα -ικανοποιητικά τολμώ να πω- αντικείμενα που τα κατείχα και μου άρεσαν, με τους μαθητές και τους συναδέλφους είχα αναπτύξει μια πολύ καλή σχέση, αλλά η άδεια για (πραγματικά) επαπειλούμενη εγκυμοσύνη που πήρε μετά τα Χριστούγεννα μια φιλόλογος του σχολείου έφερε τα πάνω κάτω. Η ΔΔΕ καθυστέρησε χαρακτηριστικά να στείλει αντικαταστάτη παρότι η συναδέλφισσα δίδασκε μάθημα θεωρητικής κατεύθυνσης (αρχαία) και ο κίνδυνος να μη διδαχθεί όλη η διδακτέα ύλη ήταν ορατός. Όταν τελικά τοποθέτησαν μια φιλόλογο στη θέση της, προέκυψε νέο πρόβλημα: η ίδια δήλωνε -ίσως και με το δίκιο της- ότι δεν θα μπορούσε με τίποτα να αναλάβει τα αρχαία της κατεύθυνσης διότι είχε τελειώσει ΦΠΨ και δεν είχε διδάξει ποτέ αρχαία στα άνω των δέκα περίπου έτη υπηρεσίας της , αφού εργαζόταν κυρίως σε ΤΕΕ.
Ο κλήρος λοιπόν έπεσε στο γενναίο (άλλοι μπορεί να το έλεγαν αλλιώς) και αναγκάστηκα να μελετήσω εντατικά τις επόμενες μέρες τα αρχαία της θεωρητικής κατεύθυνσης (Πλάτωνα και Αριστοτέλη από πρωτότυπο) στο μέσο της χρονιάς με το χρόνο να πιέζει όλο και πιο πολύ. Βρέθηκα λοιπόν στην πρώτη μου χρονιά σε Λύκειο να διδάσκω τα δύο από τα τέσσερα μαθήματα της θεωρητικής κατεύθυνσης (ήδη από την αρχή της χρονιάς δίδασκα Λογοτεχνία κατεύθυνσης), χωρίς, το επαναλαμβάνω με τον κίνδυνο να γίνω κουραστικός, καμία ουσιαστική βοήθεια και επιμόρφωση εκ μέρους των προϊσταμένων και του Υπουργείου. Και δεν τα γράφω όλα αυτά για να μεμψιμοιρήσω: δεν δούλευα και σε κανένα ανθρακωρυχείο. Προσπαθώ απλά να φωτίσω και λιγότερο φανερούς λόγους της ανεπάρκειας των εκπαιδευτικών.
Φέτος, μετά από τρία χρόνια στη Δράμα και δύο στο Λύκειο, ζήτησα και πήρα μετάθεση στα Γιαννιτσά. Ο τραγέλαφος όμως συνεχίζεται. Παρότι μετατέθηκα στην περιοχή αυτή, δεν υπάρχει οργανικό κενό σε κανένα σχολείο της ούτε για μένα ούτε για άλλους οκτώ φιλολόγους, ενώ θα πρέπει να περιμένω το Σεπτέμβριο για να δω αν υπάρχει κάποιο λειτουργικό κενό ώστε να τοποθετηθώ έστω και για ένα χρόνο σε κάποιο σχολείο, που φυσικά δεν έχω ιδέα αν θα είναι Γυμνάσιο, Γενικό ή Επαγγελματικό Λύκειο. Για άλλη μια χρονιά λοιπόν δεν μπορώ να κάνω κανέναν προγραμματισμό και καμία προετοιμασία από πριν, ενώ υπάρχει μεγάλη περίπτωση φέτος να τοποθετηθώ σε κάποιο σχολείο αρκετές μέρες ή εβδομάδες μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς, και κατά συνέπεια θα πάρω ό,τι τάξη, τμήμα ή αντικείμενο θα έχει περισσέψει, ξεκινώντας και με προίκα αρκετές χαμένες διδακτικές ώρες.
Θα μου πείτε ότι δεν απέφυγα τη γκρίνια. Ίσως… Σας ζητώ όμως να παραβλέψετε τις συνέπειες που έχουν ή δεν έχουν όλα αυτά σε μένα τον ίδιο και να σκεφτείτε -είτε ως νυν ή πρώην μαθητές είτε ως (μέλλοντες) γονείς είτε ως απλοί πολίτες- αν όλα αυτά που περιέγραψα συντελούν στη δημιουργία ικανών εκπαιδευτικών και στην υποστήριξη τους και αν στους εκπαιδευτικούς παρέχονται τα κατάλληλα εφόδια και συνθήκες για να βοηθήσουν ουσιαστικά τους μαθητές τους.
*Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση συναδέλφου της Καλών Τεχνών που διδάσκει Καλλιτεχνικά και Ελεύθερο Σχέδιο και υποχρεώθηκε στη δεύτερη φάση της επιμόρφωσης όχι απλά να πηγαίνει κάθε απόγευμα στην Καβάλα, αλλά να παρακολουθεί την επιμόρφωση των τεχνικών ειδικοτήτων (καθηγητών ΤΕΕ). Δεν ξεχάσω ένα βράδυ που ήρθε φορτωμένη από την Καβάλα και μας διηγήθηκε ότι είχε παρακολουθήσει μάθημα για την υποδαπέδια θέρμανση. Όταν μάλιστα διαμαρτυρήθηκε στον Πρόεδρο του ΠΕΚ, εκείνος της απάντησε με το αμίμητο “Ό,τι μαθαίνει κανείς, καλό είναι”!
Μόνιμος σύνδεσμος
17 Σχόλια
Σήμερα θα γκρινιάξω. Και θα γκρινιάξω σήμερα επειδή ξύπνησα με καλή διάθεση και νιώθω έτοιμος να πω δυο-τρία πράγματα που με ενοχλούν στη δουλειά μου χωρίς να γίνω μίζερος. Οι παρακάτω σκέψεις δεν είναι μόνο πρόσφατες και συνήθως παλεύουν να βγουν προς τα έξω ως άμυνα κάθε φορά που κάποιος τα βάζει με περισσή ευκολία με τους ίδιους τους καθηγητές για την ανεπάρκεια του ελληνικού σχολείου. Ομολογώ ότι τώρα τελευταία μετά την πρωτοφανή σχετική συζήτηση του φετινού φθινοπώρου-χειμώνα λόγω των απεργιών και του άρθρου 16 δεν με έχει τσιγκλίσει κανείς ιδιαίτερα για το θέμα αυτό. Η πρόσφατη μετάθεσή μου όμως, τα συνεπακόλουθά της και ο χρόνος που έχω στη διάθεσή μου τώρα το καλοκαίρι, αποτέλεσαν νέα τροφή για αυτές τις σκέψεις.
Πριν ξεκινήσω μερικές πιο προσωπικές αναφορές θα ήθελα να να υπογραμμίσω κάποιες θέσεις που (θα έπρεπε να) λειτουργούν αξιωματικά σε κάθε συζήτηση γύρω από την εκπαίδευση:
- Η εκπαίδευση αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά αγαθά και είναι υποχρέωση κάθε κράτους να παρέχει την καλύτερη δυνατή εκπαίδευση στους πολίτες του επιδιώκοντας τη διαρκή βελτίωσή της, ενώ κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να έχει πρόσβαση σε μια τέτοια εκπαίδευση -τόσο ο ίδιος όσο και τα παιδιά του.
- Όπως έχουμε την απαίτηση από το κράτος να εξασφαλίσει ώστε οι γιατροί, οι πολιτικοί μηχανικοί και όλοι όσοι πρόκειται να εργαστούν σε νευραλγικούς κοινωνικούς τομείς να είναι επαρκώς καταρτισμένοι γνωστικά, το ίδιο θα πρέπει να απαιτούμε και για τους εκπαιδευτικούς. Με άλλα λόγια, για να ζητήσουμε ευθύνες από κάποιον επειδή δεν έκανε τη δουλειά του όπως θα έπρεπε να την κάνει, θα πρέπει πρώτα να έχουμε προσπαθήσει να του μάθουμε τι θα έπρεπε να κάνει και πώς θα έπρεπε να το κάνει.
- Για να γίνει μια δουλειά σωστά θα πρέπει να ξεκινήσει έγκαιρα και με τις καλύτερες δυνατές συνθήκες.
Ας περάσω τώρα στην προσωπική μου περιπέτεια στο χώρο της εκπαίδευσης, χωρίς να διεκδικώ δάφνες μοναδικότητας ή πρωτοτυπίας. Χιλιάδες άλλοι συνάδελφοί μου έχουν ακολουθήσει, ακολουθούν και δυστυχώς θα ακολουθήσουν παρόμοια και δυσχερέστερη πορεία. Σπούδασα φιλόλογος με ειδίκευση στη μεσαιωνική και νεοελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Στα 5 χρόνια που φοιτούσα εκεί (οκ -4 είναι το κανονικό, αλλά μας φάγαν οι γυναίκες και τα ξενύχτια) δεν προσφέρθηκε ούτε σε μένα ούτε στους συμφοιτητές μου ΚΑΝΕΝΑ μάθημα διδακτικής στην τάξη κάποιου από τα γνωστικά αντικείμενα που υποτίθεται ότι θα μπορούσα να διδάξω ως απόφοιτος του συγκεκριμένου τμήματος. Μοναδική εξαίρεση μια διδακτική αρχαίων ελληνικών που έκανε ο Κακριδής για ένα-δυο εξάμηνα, την οποία όμως δε μπορούσα ούτε να δηλώσω λόγω του ότι προσφερόταν σε μικρότερο εξάμηνο ούτε να παρακολουθήσω επειδή συνέπιπτε με κάποιο υποχρεωτικό σεμινάριο. Όσο για την περίφημη παιδαγωγική κατάρτιση που καταγράφεται αυτοδικαίως στο πτυχίο των λεγόμενων “καθηγητικών” σχολών, στη δική μου περίπτωση συνίστατο σε ένα μάθημα για το παιδικό λογοτεχνικό βιβλίο, ένα για τη γυναίκα στην ελληνική εκπαίδευση και ένα για την εκπαίδευση την εποχή της τουρκοκρατίας. Αυτά. Και φυσικά οι καθηγητές μας -ιδιαίτερα αυτοί της κλασικής φιλολογίας- διατράνωναν διαρκώς ότι “εδώ δεν θα σας κάνουμε καθηγητές για το σχολείο, αλλά επιστήμονες φιλολόγους”. Για πρακτική εξάσκηση σε κάποια σχολική αίθουσα ούτε λόγος φυσικά (φανταστείτε έναν γιατρό που δεν έχει κάνει ούτε μια ώρα κλινική πριν να πάρει το πτυχίο του ή κάποιον απόφοιτο του Πολυτεχνείου χωρίς μια ώρα εργαστηρίου, για να καταλάβετε γιατί πράγμα μιλάμε).
Τελειώνω λοιπόν το Πανεπιστήμιο και όπως κάθε απόφοιτος των τμημάτων της Φιλοσοφικής στην Ελλάδα (τα οποία με πρόχειρους υπολογισμούς είναι γύρω στα 20) κατέχω ένα πτυχίο που μου δίνει το δικαίωμα να διεκδικήσω μια θέση φιλολόγου στη μέση εκπαίδευση όπου θα διδάσκω ανεξαρτήτως του τμήματος και της ειδίκευσής μου Νεοελληνική Γλώσσα, Έκθεση-Έκφραση, Αρχαία Ελληνικά, Λογοτεχνία, Ιστορία, Λατινικά,Φιλοσοφία, και, με δεύτερη ανάθεση, Αγωγή του Πολίτη, Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Θεσμούς, Κοινωνιολογία, Ιστορία Τέχνης κα. Δηλαδή, για να ανακεφαλαιώσω, ως υποψήφιος εκπαιδευτικός είμαι ανεπαρκής όχι μόνο από πλευράς παιδαγωγικής και διδακτικής μεθοδολογίας αλλά και γνωστικά. Δεν ξέρω ούτε το πώς ούτε το τι θα διδάξω.
Ως γνωστόν, μέχρι το ‘98 όλοι οι απόφοιτοι των τμημάτων της Φιλοσοφικής ανά την Ελλάδα έμπαιναν στην περίφημη επετηρίδα και περίμεναν μέχρι να έρθει η σειρά τους ώστε να προσληφθούν, κάνοντας οι περισσότεροι και ένα ιδιαίτερο είδος “αγροτικού” καθώς δούλευαν -ιδίως αν είχαν και κανένα μέσο- ως “νομαρχιακοί”, αναπληρωτές δηλαδή.
Από το ‘98 καθιερώθηκε ο διαγωνισμός του ΑΣΕΠ για τους εκπαιδευτικούς, ο οποίος χαιρετίστηκε από ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ως ένα βήμα αξιοκρατίας, αφού όπως και να το κάνουμε ένα διαγωνισμός επιλέγει πάντα τους καλύτερους. Αμ δε! Ο τραγέλαφος συνεχίστηκε. Οι διαγωνισμοί αυτοί που διεξάγονται κάθε δύο χρόνια καλούν τους υποψηφίους να εξεταστούν σε μεγάλο βαθμό σε πράγματα που δεν έχουν διδαχθεί, κάτι που τους μετατρέπει σε μια επιλογή όχι του έστω και παιδαγωγικά αμφισβητήσιμου “καλύτερου”, αλλά αυτού που έχει την (οικονομική και πρακτική) δυνατότητα να αφιερώσει πολύ περισσότερο χρόνο στην προετοιμασία του.
Εγώ για παράδειγμα συμμετείχα στο διαγωνισμό που διεξήχθη στα τέλη του 2002. Τον Αύγουστο είχα απολυθεί από το Πολεμικό Ναυτικό και είχα συμφωνήσει με τους γονείς με τος οποίους έμενα τότε να μην ψάξω για σοβαρή δουλειά πέρα από κάποια ιδιαίτερα για χαρτζιλίκι, ώστε να διαβάσω για το διαγωνισμό, και εκείνοι θα βοηθούσαν οικονομικά. Θυμάμαι ότι μέχρι εκείνον τον διαγωνισμό επιλέγαμε να εξεταστούμε σε δύο από τα τρία γνωστικά αντικείμενα, Αρχαία, Λογοτεχνία και Ιστορία, σε δύο από αυτά σε επίπεδο διδακτικής και σε 40 ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής που είχαν να κάνουν με παιδαγωγικά θέματα. Προσωπικά επέλεξα και στο γνωστικό και στη διδακτική Λογοτεχνία (που ήταν η ειδίκευσή μου) και Ιστορία, επειδή παρότι δεν είχα πάρει πολλά μαθήματα Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο μου αρέσει πολύ και θεώρησα ότι μπορούσα να διαβάσω ευκολότερα τα 5 σχολικά βιβλία που ήταν η ύλη της, αντί για τα Αρχαία που ήταν πιο κοντά στο πτυχίο μου. Το ερωτηματικό ήταν τα παιδαγωγικά που για μένα -σε θεωρητικό επίπεδο τουλάχιστον- ήταν terra incognita. Τελικά αγόρασα ένα βιβλίο με παιδαγωγικά θέματα που προοριζόταν για υποψήφιους του συγκεκριμένου διαγωνισμού, πλακώθηκα στο χαλαρό διάβασμα της Ιστορίας και λιγότερο της Λογοτεχνίας, πήγα, έδωσα και πέρασα.
Ήμουν πλέον και με τη βούλα επαρκής (χαχαχα) για να διδάξω στην ελληνική εκπαίδευση, πράγμα που συνέβη ενάμιση χρόνο μετά, όντας στους διοριστέους της μεθεπόμενης χρονιάς. Καλούμαστε λοιπόν, αν δεν κάνω λάθος, τον Αύγουστο του 2004 για να καταθέσουμε την αίτηση διορισμού μαζί με τις περιοχές προτίμησής μας. Τα αποτελέσματα βγαίνουν τέλη του μηνός και μου κληρώνει η Β΄Δράμας, δηλαδή θα πήγαινα σε κάποιο Γυμνάσιο, Λύκειο ή ΤΕΕ των χωριών και των κωμοπόλεων γύρω από την πόλη της Δράμας, όπου θα με έστελναν αφού αναλάμβανα τα καθήκοντά μου στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δράμας. Το τι συνέβη όμως από τη στιγμή αυτή μέχρι σήμερα και το πώς φρόντισε και φροντίζει το ελληνικό κράτος για να είμαι όσο το δυνατόν καλύτερος στη δουλειά μου θα τα διηγηθώ στο επόμενο κείμενο.
—————-
Now playing: Γιάννης Πουλόπουλος - Θέλω να μ’ Αγαπάς
via FoxyTunes
Μόνιμος σύνδεσμος
3 Σχόλια
Παίρνω την πάσα από τον Άμμο σε αυτό το μπλογκοπαίχνιδο που ξεκίνησε ο Ανήσυχος. Αν κατάλαβα καλά, οι κανονισμοί του ορίζουν ότι παραλαμβάνεις από κάποιον δύο φράσεις, η μια ενός διάσημου και η άλλη ενός άσημου προσώπου, τις σχολιάζεις, και έπειτα παραθέτεις και σχολιάζεις άλλες δύο φράσεις διάσημου-άσημου που επιλέγεις ο ίδιος. Αυτές τις δύο φράσεις ζητάς να τις σχολιάσουν και άλλοι πέντε μπλόγκερ.
Πρώτα οι φράσεις που παρέλαβα:
1α «Το σεξ δεν είναι ροντέο, για να καλπάζω μόνη μου» (της γνωστής επικοινωνιολόγου και ηθοποιού Μαρίας Θανασσούλια)
Η φράση από την πρώτη κιόλας στιγμή μας κερδίζει με την πηγαία θυμοσοφία της που συμπλέκεται με μια εκ βαθέων εξομολόγηση. Μετά την πρώτη όμως εντύπωση προκύπτουν ορισμένα καυτά ζητήματα. Πρώτα-πρώτα, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι στο ροντέο δεν έχουμε καλπασμό, αλλά έναν αναβάτη που προσπαθεί να κρατηθεί απεγνωσμένα για όσο περισσότερο μπορεί στη σέλα ενός αγριεμένου αλόγου (ή ταύρου) -θα έγραφα “ερεθισμένου”, αλλά θα πήγαινε αλλού το μυαλό σας. Άρα, αν αντικαταστήσουμε τον αναβάτη με τη Μαρία και το άλογο με τον ερωτικό της παρτενέρ, τότε θα διαπιστώσουμε ότι αυτός που “κοπιάζει” είναι ο από κάτω, ενώ η Μαρία προσπαθεί να κάνει ότι μπορεί για να κρατηθεί επάνω στον ασυγκράτητο εραστή της. Βέβαια, για να δώσουμε και κάποιο δίκιο στη φράση, ίσως εδώ έχουμε μια αναφορά στην ανταγωνιστική σχέση ανάμεσα στον αναβάτη του ροντέο και στο άλογο που προσπαθεί με κάθε τρόπο στην κυριολεξία να τον ξεφορτωθεί, πράγμα που στην ερωτική ζωή της Μαρίας θα αντιστοιχούσε σε έναν εραστή που θέλει να τελειώνει όσο πιο γρήγορα μπορεί με τη Μαρία που βρίσκεται επάνω του. Ίσως πάλι το κλειδί στη φράση να είναι εκείνο το “μόνη μου” στο τέλος και το ζητούμενο για τη Μαρία είναι να αποτελεί το σεξ ένα καλπασμός μαζί με κάποιον άλλο στα απέραντα λιβάδια της απόλαυσης. Κάτι ακόμα που με απασχολεί σε τούτη τη φράση είναι το γεγονός ότι αρνείται την επιθετικά φεμινιστική ερωτική στάση (η γυναίκα από πάνω για να έχει τον έλεγχο), την οποία μάλιστα την αντιλαμβάνεται ως κάτι δύσκολο, επίπονο και μοναχικό. Μια φράση που τελικά προσφέρεται για βαθυστόχαστες αναλύσεις του ρόλου των ερωτικών υποκειμένων και ταυτόχρονα παρέχει ένα πλήθος πληροφοριών για τη δαιδαλώδη προσωπικότητα της Μαρίας Θανασσούλια.
1β «Της κοντής ψωλής τα μαλλιά της φταίνε»
Για τη φράση αυτή θα παραθέσω τις απόψεις μου όπως τις εξέθεσα στον ίδιο τον Άμμο σε ένα τ[σιπουρ]έτ α τ[σιπουρ]έτ που είχαμε τις προάλλες εμπλουτισμένες με σχετικές σκέψεις που τριγυρνούσαν αδιαμόρφωτες στην κούτρα μου όλες αυτές τις μέρες: το ερμηνευτικό κλειδί της φράσης είναι η απάντηση στο ερώτημα “τίνος είναι τα μαλλιά;”. Η πρώτη σκέψη είναι ότι πρόκειται για τα μαλλιά της ίδιας της ψωλής, τα οποία κατηγορούνται αδίκως απ’ αυτή ότι δεν της επιτρέπουν να φανερωθεί σε όλο της το μεγαλείο. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη εκδοχή: να κατηγορεί η ψωλή τα μαλλιά κάποιου θηλυκού προορισμού της, τα οποία δεν επιτρέπουν τη διείσδυση δήθεν λόγω μήκους και πυκνότητας. Βέβαια, μια τόσο κομπλεξική ψωλή το πιθανότερο είναι ότι θα εγκολπώνει και τις δύο εκδοχές αποσείοντας κάθε ευθύνη από την ίδια. Από αυτή την τόσο σοφή παροιμία πρέπει πάντως να προσέξουμε ιδαίτερα την εύστοχη προσωποποίηση, η οποία έρχεται προς επίρρωση των γυναικών που υποστηρίζουν ότι η ανδρική ψωλή διαθέτει δική της βούληση -ισχυρότερη συχνά από αυτή του κατόχου της.
Οι δικές μου φράσεις τώρα:
2α ” Τα πολλαπλά θαυμαστικά είναι βέβαιο δείγμα ενός άρρωστου μυαλού” (Terry Pratchett)
Τα θαυμαστικά γενικώς τα αντιπαθώ, ιδιαίτερα όταν δεν χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν κάποιο συναισθηματικό χρωματισμό που διαφορετικά θα χανόταν στο γραπτό λόγο, αλλά ουσιαστικά προσπαθούν να εκβιάσουν μια αντίδραση εκ μέρους του αναγνώστη. Τώρα σκεφτείτε έναν τύπο που δε χρησιμοποιεί ΕΝΑ -υπερβολικό λόγω της ίδιας του της φύσης- αλλά τρία-τέσσερα στη σειρά. Τι να φανταστούμε άραγε για αυτόν; Το λιγότερο ότι έχει διαταραγμένη προσωπικότητα και θέτει σοβαρή υποψηφιότητα για μανιακός δολοφόνος ή για υστερική πεθερά. Αν τα θαυμαστικά είναι τα καρυκεύματα του γραπτού λόγου, τότε όποιος τα συσσωρεύει είναι σα να ρίχνει στα φαγητά αλάτι με τη σέσουλα και πιπέρι με τους κουβάδες. Ε, σίγουρα κάτι δεν θα πηγαίνει καλά με αυτόν τον τύπο!!!!!
2β “Τις προάλλες είχα δει στο λιμάνι ένα κότερο από δω μέχρι μεθαύριο!” (Βαγγέλης Νταταλίκας)
Αυτή τη φράση την άκουσα περίπου έξι χρόνια πριν από κάποιον συμφάνταρο και τη θυμάμαι πολύ συχνά. Τη θεωρώ εξαιρετικό δείγμα του πώς η σουρεαλιστική γλώσσα μπορεί να εκφράσει με ακρίβεια νοήματα του καθημερινού λόγου χωρίς να υπάρχει κανένα πρόβλημα κατανόησης. Εδώ έχουμε τη χρήση της χρονικής έκτασης για να δηλωθεί μια έκταση στο χώρο και αυτή η ευφάνταστη φράση μπορεί να αποτελέσει το εφαλτήριο για σκέψεις γύρω από τον χωροχρόνο, τη θεωρία της σχετικότητας, τη κβαντομηχανική και της κοινωνίας τη διαφορά που σε άλλους δίνει κοτεράκλες και σε άλλους ούτε μπρατσάκια…
Η σκυτάλη τώρα στους tanguera, Πάνο, freecat, nosyparker, Αταίριαστο για να σχολιάσετε τις 2α-2β και δύο δικές συνεισφορές.
Ανανέωση: Επειδή η nosyparker δε μπορεί αυτή τη στιγμή, τη σκυτάλη της την παραλαμβάνει η coolplatanos
—————-
Now playing: Γιώργος Νταλάρας - Αυγερινό παράπονο
via FoxyTunes
Μόνιμος σύνδεσμος
9 Σχόλια
Έχει μια λιακάδα ατελείωτη και σήμερα. Καμία σχέση με τη Συννεφιασμένη Κυριακή που έσκασε μύτη με τη φωνή του Τσιτσάνη στα ηχεία του υπολογιστή. Κι όμως νιώθω μέσα σ’ αυτό το φως -ψέματα, στο δωμάτιο μου δεν έχει σχεδόν καθόλου φως, μόνο βιβλία- έστω, μέσα στο φως που ξέρω ότι υπάρχει έξω, ότι δεν μπορώ να τραγουδήσω “Ηλιόλουστη Κυριακή μοιάζεις με την καρδιά μου”. Έχω συννεφιά όμως; Ή μήπως θέλω να τρέφομαι από φανταστικά σενάρια θλίψης, υποθετικές καταστάσεις πόνου, κάλπικα δάκρυα και αυτάρεσκες αποτυχίες;
ΥΓ. Φαντάσου να ερχόταν μια μέρα που θα μας μοίραζαν τον καιρό με το δελτίο, έτσι όπως μοίραζαν κάποτε το ψωμί, το κρέας ή το γάλα: 100 γραμμάρια συννεφιά τη μια μέρα, μισό λίτρο χιόνι, 3 πρέζες ήλιο. Ή σκέψου “καιρός” να σήμαινε ότι και στο Θουκυδίδη, δηλαδή “κατάλληλη στιγμή, ευκαιρία”, και να μας μοιράζονταν κι αυτές με το δελτίο…
Μόνιμος σύνδεσμος
4 Σχόλια
Αυτό ήταν λοιπόν… Κάπου εδώ τελειώνει η διαμονή μου στη Δράμα που ξεκίνησε έναν ελπιδοφόρο
Σεπτέμβρη μιας χρονιάς γεμάτης αισιοδοξία και εθνική ανάταση. Σε λίγα λεπτά θα αποσυνδέσω τον υπολογιστή για να τον πακετάρω και να τον φορτώσω στο φορτηγό που έρχεται. Κυριακή. Μετακόμιση. Τι λείπει για να συμπληρωθεί η μελαγχολία αυτών των στιγμών;
Πάντως όχι ένα “αντίο”. Τα σιχαίνομαι εξάλλου. Συν τοις άλλοις, όποτε τα είπα δεν έπιασαν…
“Θα ξανάρθω” λοιπόν. Το προτιμώ. Καλά ήταν.
Θεσσαλονίκη σου ‘ρχομαι!
Μόνιμος σύνδεσμος
12 Σχόλια
Φταίει μάλλον το hang-over, αλλά εδώ και ώρα προσπαθώ να καταλάβω σε ποια ρήματα μπορώ να απαντήσω ευκολότερα: στους εξ ορισμού προσδοκώμενους (και μη) μέλλοντες (θα αγαπήσω; θα φιλήσω; θα αγαπηθώ; θα ερωτευτώ; θα πονέσω;) ή στους αυτονόητα συμβεβηκότες αόριστους (αγάπησα; φίλησα; με αγάπησαν; ερωτεύτηκα; πόνεσα;);
Μόνιμος σύνδεσμος
Δίχως Σχόλια

Όποιον ανακατεύεται με τις κότες,
τον τρων τα πίτουρα…
Μόνιμος σύνδεσμος
Δίχως Σχόλια
Τις τελευταίες μέρες δεν είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος ή στεναχωρημένος αλλά παρ’ όλ’ αυτά, tanguera, ούτε εγώ γράφω στο blog: απ’ ό,τι φαίνεται πρέπει να διευρύνεις τον ορισμό

Το σίγουρο είναι ότι νιώθω περίεργα εδώ και λίγο καιρό. Και πώς να μη νιώθω; Από τον Μάιο έγιναν τόσα πολλά… Διακοπή κάθε επαφής με ένα πλάσμα (δεν τολμώ να πω “μια γυναίκα” -δεν αρκεί) που ερωτεύτηκα σφόδρα και προφανώς (
ακόμα τριγυρνά σα χαμίνι στα σοκάκια του νου μου. Έγκριση μετάθεσης από τη Δράμα στα Γιαννιτσά και μετατροπή των δύο τελευταίων μηνών της σχολικής χρονιάς σε τελευταίους μου μήνες στη Δράμα. Νέες γνωριμίες και σχέσεις, παράθυρα σε γοητευτικούς κόσμους. Επικίνδυνες ακροβασίες ανάμεσα σε “πρέπει” και σε “θέλω”. Μια φίλη να δηλώνει πως δε θέλει να με ξαναδεί μπροστά της. Επιτυχής αναζήτηση σπιτιού στη Θεσσαλονίκη. Ώρες φανερών και κρυφών αποχωρισμών και αποχαιρετισμών: το σχολείο, οι μαθητές (μόλις έγραψα “συμμαθητές” και το διόρθωσα), οι συνάδελφοι, οι φίλοι εδώ στη Δράμα. Και τις επόμενες μέρες το πακετάρισμα και η μετακόμιση.
Μέσα σ’ όλα αυτά -ή και εξαιτίας όλων αυτών- σκέψεις για τον θάνατο, τον έρωτα, την όμορφα μάταιη και γοητευτικά άσκοπη ζωή μας, μουσικές, βιβλία, ταινίες, νύχτες, μεσημέρια, στιγμές αφόρητα ίδιες ζευγαρωμένες με πράγματα που μοιάζουν απατηλά καινούρια…. -εδώ, φίλε θεατή, αρχίζει η κοινοτοπία του blogger, που, μη έχοντας ελπίδες για κάτι καλύτερο, κλείνει αυτό το post και πάει για τις απαραίτητες δουλειές που προηγούνται του ξενοικιάσματος και της μετακόμισης…
ΥΓ. Το γράφω εδώ γιατί έτσι θα αναγκαστώ να συμμορφωθώ: πρέπει οπωσδήποτε να ανεβάσω κάτι για το Stranger than Fiction, τον Μαύρο Πύργο του Stephen King και για τον Δισκόκοσμο του Terry Pratchett.
Μόνιμος σύνδεσμος
18 Σχόλια