Εμείς οι άνθρωποι έχουμε τη μανία να υψώνουμε διαρκώς γύρω μας τείχη από λέξεις οριστικές, απόλυτες, χωρίς καλά-καλά να είμαστε σίγουροι αν ζητάμε σε αυτές όρια και έναν περίκλειστο προσωπικό χώρο ή, αντίθετα, σύνορα και κανόνες που θέλουμε τελικά να παραβιάσουμε. Ορθώνουμε λοιπόν τα “ποτέ” και τα “πάντα” μας, τα παραφουσκωμένα “όλα” και τα κενά “τίποτα”, τα βέβαια “εδώ” και “τώρα” και εκείνα τα αδυσώπητα “ναι” και “όχι” μας με μια σιγουριά τόσο ύποπτη και σάπια όσο και η μούχλα πάνω σε μπαγιάτικα τρόφιμα.
Κι αν αφήναμε μια πορτούλα ανοιχτή; Ένα διστακτικό “ίσως” ή ένα αινιγματικό “σχεδόν”; Μερικά “μπορεί” παρέα με μεθυσμένα “περίπου”; Τι θα γινόταν; Το πολύ-πολύ να βλέπαμε το φως μέσα από τις ραγισματιές της βεβαιότητάς μας. Την ομορφιά μέσα στην ατέλεια του κόσμου. Μήπως να δοκιμάζαμε;
Μόνιμος σύνδεσμος
4 Σχόλια