Θα Υπάρξει Νύστα

Απριλίου 14, 2008 at 1:17 μμ (Uncategorized) (, , , )

Ο τίτλος απευθύνεται σε όσους (τυχερούς) δεν έχουν δει ακόμα την ταινία There Will Be Blood” και σκέφτονται να το επιχειρήσουν. Όσοι πάλι την είδαν και τους άρεσε (και είναι υπερβολικά πολλοί αυτοί, αφού στο imdb η ταινία βρίσκεται ήδη στην 44η θέση ανάμεσα στις 250 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών),  μπορούν να μου εξηγήσουν τους λόγους και σε μένα, που θεωρούμαι εν γένει πολύ επιεικής με τις ταινίες που βλέπω, αλλά με τη συγκεκριμένη περίμενα πώς και πώς να τελειώσει;

Μόνιμος σύνδεσμος 16 σχόλια

Εσείς Διχοτομείστε;

Απριλίου 10, 2008 at 1:38 πμ (Uncategorized) (, , , , , )

Τι συμβαίνει όταν στον Δισκόκοσμο ένα τσούρμο ευτραφών, καλοπερασάκηδων, μισογύνηδων μάγων-μελών ΔΕΠ του Αθέατου Πανεπιστημίου -ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος φτιαγμένου όχι για να ανοίγει νέους ορίζοντες στη μαγεία αλλά για να την περιορίζει- βρίσκονται κατά έναν μαγικό τρόπο στο Μονονήσι ,  ένα νησί όπου όλη η χλωρίδα και η πανίδα αποτελείται από ένα δείγμα κάθε είδους, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα και χρόνια μακριά από την έδρα τους; Μα φυσικά συναντούν τον θεό της Εξέλιξης των ειδών στο εργαστήριό του και έχουν μαζί του μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για το ρόλο της αναπαραγωγής, μιας και δεν την έχει εφεύρει ακόμα:


“Καταπληκτική κατασκευή,” είπε ο Ridcully, προβάλλοντας από τον ελέφαντα. Πολύ καλές ρόδες. Αυτά τα κομμάτια τα βάφεις πριν τη συναρμολόγηση, έτσι δεν είναι;”

“Δεν πρόκειται για μοντελισμό, κύριε,” είπε ο Ponder, παίρνοντας ένα νεφρό από τα χέρια του και στερεώνοντάς το πίσω. “Είναι ένας αληθινός ελέφαντας υπό κατασκευή!”

“Α.”

“Που φτιάχνεται, κύριε,” είπε ο Ponder, αφού ο Ridcully δε φαινόταν να έχει μπει στο νόημα. “Πράγμα που δεν είναι σύνηθες.

“Α. Πώς φτιάχνονται κανονικά, λοιπόν;”

“Από άλλους ελέφαντες, κύριε.”

“Α, ναι…”

“Αλήθεια; Έτσι φτιάχνονται;” είπε ο θεός. “Πώς; Αυτές οι προβοσκίδες είναι αρκετά πρακτικές, αν μου επιτρέπετε να ευλογήσω τα γένια μου, αλλά όχι ιδιαίτερες καλές για λεπτεπίλεπτη δουλειά.”

“Α, δε φτιάχνονται έτσι, κύριε, προφανώς. Με το… ξέρετε… το σεξ…” είπε ο Ponder και ένιωσε να κοκκινίζει.

“Σεξ;”

Τότε ο Ponder σκέφτηκε: Μονονήσι. Ωχ…

“Εεε… θηλυκά κι αρσενικά…” τόλμησε να πει.

“Τι είναι αυτά λοιπόν;” είπε ο θεός. Οι μάγοι σώπασαν.

“Συνεχίστε, Κύριε Stibbons,” είπε ο Αρχιπρύτανης Ridcully. “Είμαστε όλοι αυτιά. Ιδίως ο ελέφαντας.”

“Λοιπόν…” Ο Ponder ήξερε ότι γινόταν κατακόκκινος. “Εεε, λοιπόν, πώς δημιουργείτε λουλούδια και άλλα τέτοια ως τώρα;”

“Τα φτιάχνω,” είπε ο θεός. “Και έπειτα τα παρακολουθώ και βλέπω πώς λειτουργούν και όταν μαραθούν φτιάχνω μια βελτιωμένη έκδοση βασισμένη στα αποτελέσματα της παρατήρησης.” Συνοφρυώθηκε. “Αν και τώρα τελευταία τα φυτά δείχνουν πολύ παράξενη συμπεριφορά. Ποιος ο λόγος για αυτούς τους σπόρους που παράγουν ολοένα; Προσπαθώ να τα αποθαρρύνω, αλλά δε μ’ ακούνε.”

“Νομίζω ότι…ε… προσπαθούν να εφεύρουν το σεξ, κύριε,” είπε ο Ponder.”Εεε…με το σεξ μπορείς… μπορούν… τα πλάσματα μπορούν… να φτιάξουν τα επόμενα… πλάσματα.”

“Εννοείς ότι… οι ελέφαντες μπορούν να φτιάξουν κι άλλους ελέφαντες;”

“Μάλιστα, κύριε.”

“Σώπα! Αλήθεια;”

“Ω, ναι.”

“Πώς τα καταφέρνουν; Η ρύθμιση του κουνήματος των αυτιών είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα. Χρησιμοποιούν ειδικά εργαλεία;”

Ο Ponder είδε τον Κοσμήτορα να κοιτά την οροφή, ενώ και οι υπόλοιποι μάγοι ανακάλυπταν κάτι δήθεν συναρπαστικό για να ασχοληθούν μαζί του έτσι ώστε να αποφεύγουν ο ένας το βλέμμα του άλλου.

“Εμ, κατά κάποιον τρόπο,” είπε ο Ponder. Ήξερε ότι μπροστά του βρισκόταν ένα αγκαθωτό μονοπάτι και αποφάσισε να τα παρατήσει. “Αλλά στ’ αλήθεια δεν ξέρω και πολλά γύρω από -”

“Και εργαστήρια, το δίχως άλλο,” είπε ο θεός. Έβγαλε ένα βιβλίο από την τσέπη του και πήρε το μολύβι που είχε στο αυτί του. “Σε πειράζει να κρατήσω σημειώσεις;”

“Τα πλάσματα… εεε… το θηλυκό…” προσπαθησε να πει ο Ponder.

“Το θηλυκό,” είπε ο θεός υπάκουα, σημειώνοντάς το.

“Να, το θηλυκό… ένας διαδεδομένος τρόπος… το θηλυκό… φτιάχνει κατά μία έννοια το επόμενο… μέσα της.”

Ο θεός σταμάτησε να γράφει. “Τώρα, είμαι βέβαιος ότι αυτό δεν είναι σωστό,” είπε. “Δεν μπορείς να φτιάξεις έναν ελέφαντα μέσα σε έναν άλλο ελέφαντα-”

“Εεε… μια μικρότερη έκδοση…”

“Α, για άλλη μια φορά πρέπει να επισημάνω το ψεγάδι. Μετά από μερικές τέτοιες κατασκευές θα κατέληγες σε έναν ελέφαντα σε μέγεθος λαγού.”

“Ε, μεγαλώνει αργότερα…”

“Αλήθεια; Πώς;”

“Κατά κάποιον τρόπο… αναπτύσσεται… ε… από μέσα προς τα έξω.”

“Και το άλλο, αυτό που δεν είναι το, εεε, θηλυκό;” Ποιος είναι ο ρόλος του σε όλο αυτό; Είναι άρρωστος ο συνάδελφός σας;”

Ο Μαθηματικός χτύπησε τον Κοσμήτορα δυνατά στην πλάτη.

“Είμαι εντάξει,” τσίριξε ο Κοσμήτορας, “με πιάνουν… συχνά… αυτές οι κρίσεις βήχα…”

Ο θεός σημείωσε επιμελώς για κάποια δευτερόλεπτα, και έπειτα σταμάτησε και μάσησε σκεφτικός την άκρη του μολυβιού του.

“Και όλο αυτό το, εεε, το σεξ γίνεται από ανειδίκευτους εργάτες;”

“Ω, ναι.”

“Κανένας ποιοτικός έλεγχος οποιασδήποτε μορφής;”

“Εεε, όχι.”

“Πώς το κάνει το δικό σας είδος;” είπε ο θεός. Κοίταξε ερωτηματικά τον Ponder.

“Το… εεε… εμείς… εεε…” τραύλισε ο Ponder.

“Το αποφεύγουμε,” είπε ο Ridcully. “Άσχημος βήχας σε έχει πιάσει, Κοσμήτορα.”

“Αλήθεια;” είπε ο θεός. “Πολύ ενδιαφέρον. Τι κάνετε αντί γι’ αυτό; Διχοτομείστε; Αυτό δουλεύει μια χαρά στις αμοιβάδες, αλλά οι καμηλοπαρδάλεις το βρίσκουν εξαιρετικά δύσκολο, το ξέρω καλά.”

“Τι; Όχι, επιδιδόμαστε σε υψηλότερα πράγματα,” είπε ο Ridcully. “Και κάνουμε κρύα μπάνια, υγιεινούς πρωινούς περιπάτους, τέτοια πράγματα.”

“Θεέ μου, καλύτερα να το σημειώσω αυτό,” είπε ο θεός, ψαχουλεύοντας το μανδύα του. “Πώς ακριβώς λειτουργεί η διαδικασία; Τα θηλυκά σας συνοδεύουν; Αυτά τα υψηλότερα πράγματα… Πόσο ψηλά ακριβώς; Αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα. Να υποθέσω ότι απαιτούνται επιπλέον οπές;”

“Τι; Παρντόν;” είπε ο Ponder.

“Να βάλω τα πλάσματα να φτιάχνουν τους εαυτούς τους, ε; Νόμιζα ότι όλη αυτή ιστορία με τους σπόρους ήταν απλώς υπερβάλλων ζήλος, αλλά, ναι, βλέπω ότι θα με γλίτωνε από πολύ δουλειά, πολύ δουλειά. Φυσικά, θα πρέπει να δουλέψω λίγο παραπάνω στο στάδιο του σχεδιασμού, σίγουρα, αλλά υποθέτω ότι έπειτα θα λειτουργεί στην ουσία από μόνο του.” Το χέρι του θεού είχε πάρει φωτιά καθώς έγραφε και ο ίδιος συνέχισε, “Χμμ, ορμές και ένστικτα, θα είναι μάλλον ζωτικής σημασίας… ε…[...] Το μόνο πράγμα που δεν καταλαβαίνω πολύ καλά είναι το γιατί οποιοδήποτε πλάσμα θα επιθυμούσε να ξοδέψει χρόνο σε όλο αυτό το…” έριξε μια ματιά στις σημειώσεις του, “το σεξ, όταν θα μπορούσαν να διασκεδάζουν με την ψυχή τους…”

Terry Pratchett, The Last Continent, σσ. 231-235

Μόνιμος σύνδεσμος 8 σχόλια

Επιφάνεια

Απριλίου 2, 2008 at 10:56 μμ (Uncategorized) (, )

Η περιοχή Νέου Σιδηροδρομικού Σταθμού-Βαρδάρη στη Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να είναι για μένα, έναν κλασικό επαρχιώτη, μια χώρα ολόκληρη γεμάτη κινδύνους και μυστήρια -ιδίως όταν πέφτει το σκοτάδι. Ύποπτα μαγαζιά, σωροί σκουπιδιών, περίεργες φάτσες δημιουργούν ένα σκηνικό απωθητικό και ταυτόχρονα γοητευτικό -ένα μέρος από αυτά που λες ότι κάθε του εκατοστό γεννά μυθιστορήματα.

Σήμερα το απόγευμα μια υποχρέωση με έφερε στην Αισώπου (την παράλληλη της Μοναστηρίου από τη μεριά των Δικαστηρίων) την ώρα που ξεκινούσε ο ημιτελικός του κυπέλλου ανάμεσα στον Άρη και τον Ατρόμητο και ως γνήσιο σκουλήκι έψαξα να βρω που θα δω τον αγώνα. Κατέληξα στο μπουγατσατζίδικο απέναντι από τον ΟΤΕ. “Μπουγατσατζίδικο” μάλλον είναι μια από τις λειτουργίες του, καθώς οι δύο μεγάλες οθόνες, τα ράφια με τα βαριά οινοπνευματώδη και μερικοί πελάτες που έπιναν τις μπύρες σα νερό το καθιστούν -τουλάχιστον από το απόγευμα και μετά- μάλλον έναν λούμπεν “πολυχώρο”, μια σύγχρονη (και πολύ πιο κιτς) εκδοχή της “υπόγειας ταβέρνας” των “Μοιραίων”.

Πέρασα το πρώτο ημιχρόνιο έξω, με τρεις παρακμιακούς τύπους (ο ένας είχε το πρησμένο πρόσωπο και τη γδαρμένη φωνή του αλκοολικού σε προχωρημένο στάδιο) να συζητάν παραδίπλα για το Μακεδονικό μεταξύ μπύρας και μπουγάτσας και ταυτόχρονα να σχολιάζουν και τον αγώνα, που θύμιζε περισσότερο κλωτσοπατινάδα. Το ανοιξιάτικο αεράκι όμως άρχισε να γίνεται κρύος Βαρδάρης και έτσι στο ημίχρονο πέρασα μέσα στο μαγαζί.

Νέος σουρρεαλισμός εκεί: οι θαμώνες είχαν γυρίσει στον ΣΚΑΪ και έβλεπαν ένα ντοκιμαντέρ για τον χρυσαετό και τους πρασινοπίθηκους -νομίζω της Ν. Αφρικής- και για το πώς αλληλεπιδρούν αυτά τα είδη με το ανθρώπινο περιβάλλον. Αν κατάλαβα καλά και αν λάβω υπόψη μου και τους γονείς μου τα ντοκιμαντέρ -κυρίως λόγω του συγκεκριμένου σταθμού- γνωρίζουν νέες δόξες στις μέρες μας.

Και τότε είδα μπροστά μου ένα όραμα: έβλεπα τον Σαββόπουλο έτσι όπως ακριβώς θα είχε γίνει αν τα τραγούδια του δεν είχαν γνωρίσει επιτυχία, αν δεν είχε γνωρίσει την Άσπα και αν το είχε ρίξει στα ναρκωτικά και το ποτό. Ειλικρινά δεν υπερβάλλω: μόλις είχε μπει ένας γεράκος γύρω στα εβδομήντα με κάτι τεράστια κοκκάλινα γυαλιά σαν αυτά του Σαββό στο εξώφυλλο της Ρεζέρβας, καράφλα, μακριά και απεριποίητα μούσια και μαλλιά, μια καρώ καμπαρντίνα και ένα ή δύο σακάκια από κάτω, κορδόνια λυμένα, χέρια γεμάτα ρυτίδες και κατεστραμμένα νύχια αλλά και με ένα κατεργάρικα ερευνητικό βλέμμα. Με την πρώτη ματιά θα τον έλεγε κανείς τρωγλοδύτη ή ρακοσυλλέκτη, όμως εμένα κάτι μου θύμιζε επάνω του ξεπεσμένο καλλιτέχνη ή κάποιον από κείνους τους ζάμπλουτους εξηνταβελόνηδες που ζουν σε χαρτόκουτα.

Ήρθε και κάθισε στο απέναντι τραπέζι, ακριβώς κάτω από την τηλεόραση. Πήρε από το ψυγείο ένα γάλα και ένα γιαούρτι, ζήτησε με μια υπόκωφη φωνή τσάι και, μέχρι να έρθει, έβγαλε με τρεμάμενα χέρια από μια τσέπη του (μια από τις πολλές τσέπες του, όπως θα διαπίστωνα αργότερα) ένα στυλό και από μια άλλη τον Αγγελιοχώρο και άρχισε να τον μελετά, χωρίς όμως να σημειώνει τίποτα επάνω του.

Όταν έφτασε το τσάι, συνειδητοποίησα ότι ήταν θαμώνας, αφού του έφεραν δύο αχνιστά χάρτινα ποτήρια γεμάτα μέχρι τα αυτιά. Ήπιε μερικές γουλιές και άρχισε να χύνει τσάι από το ένα ποτήρι στο άλλο. Έπειτα από τα έγκατα των πανωφοριών του έβγαλε ένα γυάλινο μπουκάλι Κοκακόλας που είχε μέσα ένα διάφανο υγρό (δε βάζω το χέρι μου στη φωτιά ότι ήταν νερό), σφραγισμένο με το εργοστασιακό του καπάκι και άρχισε να χύνει το περιεχόμενό του στα δύο ποτήρια.

Περιττό να πω ότι με είχε μαγνητίσει η παρουσία του και μια κοιτούσα αυτόν και μια τον αγώνα. Τον έβλεπα να κάνει τις αβέβαιες κινήσεις του σαν ένας συνταξιούχος σαμάνος, σαν ένας εξόριστος προφήτης, σαν ένας σοφός που κατάλαβε τη ματαιότητα (ακόμα και) της σοφίας. Αναρωτιόμουν ποιος ήταν, έφτιαχνα γι’ αυτόν με το μυαλό μου το ένα ή το άλλο υποθετικό παρελθόν, έψαχνα υπαινιγμούς και στοιχεία επάνω του που θα μου έδιναν κι άλλες πληροφορίες γι’ αυτή την αρχετυπική μορφή.

Δεν έκανα τίποτα από όλα αυτά. Έφυγα από το μπουγατσατζίδικο με τη ραγισμένη φωνή του, φτηνός χρησμός, κάλπικη σοφία, να ηχεί στ’ αυτιά μου: “Βλάκες δεν είναι αυτοί που κλωτσάνε τη μπάλα, βλάκες είστε εσείς που μαλώνετε γι’ αυτούς…”

Μόνιμος σύνδεσμος 4 σχόλια