Ενύπνιο
Είδα στον ύπνο μου ότι ήμασταν, λέει, στους Φούρνους Ικαρίας -δεν έχω πατήσει το πόδι μου εκεί ποτέ- και μάθαμε ότι σε ένα ορεινό χωριό του νησιού το νερό κάποιας πηγής πάγωνε -Ιούλιο μήνα- μόλις ανάβλυζε. Μας κατέλαβε μια σφοδρή επιθυμία να πάμε να δούμε αυτήν την παραδοξότητα.
Στην επόμενη σεκάνς του ονείρου βρισκόμαστε μπροστά στην πηγή, η οποία μοιάζει τελικά πιο πολύ με βρυσούλα, και βλέπουμε πράγματι ότι γύρω από το σημείο όπου έτρεχε το νερό από το βράχο σχηματίζονταν κρύσταλλοι και εκείνη η γυάλινη επιφάνεια του φρέσκου πάγου. Άπλωσα το χέρι μου να τον αγγίξω και έκαιγε.
Ένας ντόπιος γεροντάκος που ξεφύτρωσε από το πουθενά -ε, τι περιμένατε σε ένα όνειρο;- είπε τελείως ξεκάρφωτα: “Το χωριό δεν έχει νέους” και την ίδια στιγμή έπαιρνα στο κινητό μου ένα μήνυμα ( από ποιόν; ) που έλεγε: “ΣΑΣ ΤΗΝ ΕΦΕΡΑΝ;”
Ύστερα ήρθαν οι τουρίστες.
Στου Θανάτου τα Καζάνια
Ήθελα να ‘ξερα, αν ήταν οχτώ νεκροί μιας από τις τόσες πυρκαγιές, οχτώ νεκροί σε ένα τροχαίο δυστύχημα, οχτώ νεκροί Σεργιανόπουλοι, πόσες ώρες ειδήσεων, πόσες σελίδες στις εφημερίδες τους, πόσες αναλύσεις σε ραδιόφωνα θα γέμιζαν;
Ήταν μονάχα ένα εργατικό δυστύχημα στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος. Μέσα σε ένα δεξαμενόπλοιο κάποιου άπορου εφοπλιστή.
Οχτώ νεκροί. Την ώρα της δουλειάς.
Και πάλι θα βαφτίσουν το κυνήγι του κέρδους “ανθρώπινο λάθος.”
Σκληρό Φως
Δεν ήξερα πως του άρεσαν τα τραγούδια που μιλούσαν για έρωτες -γελοίους και μη. Το έμαθα προχτές το απόγευμα -το φως είχε εκείνη την κίτρινη ποιότητα που έχει πάντα πριν από μια καλοκαιρινή καταιγίδα, αλλά εγώ πάντα το συνδύαζα με αρρώστιες, ιδίως σαν κι αυτές που αναφέρει ο Καββαδίας: μαλάρια, μαλαφράντζα, σύφιλη…
Τον συνάντησα τυχαία να πίνει το καθιερωμένο του θερινό ρόφημα (“διπλό εσπρέσσο με πολύ τέχνη και μεράκι”), στο γνωστό του στέκι με θέα όχι τη θάλασσα ή κάποια από τις πάμπολλες βυζαντινές μας εκκλησίες, αλλά ιδρωμένους γιάπηδες και ασκούμενες δικηγόρους σε κατάσταση παραλίας.
Κάθισα απέναντί του έτοιμος για τη συνηθισμένη ελαφρή μας συζήτηση περί ανέμων και πηδημάτων, αλλά τον είδα να μένει απαθής στις προσπάθειές μου να ανοίξω οποιαδήποτε κουβέντα. Φαινόταν σκεπτικός, με κάνα-δυο ρυτίδες παραπάνω στο πρόσωπό του. “Πάμε,” μου είπε και σηκώθηκε χωρίς περιστροφές.
Μέχρι το ταλαιπωρημένο του Φιατάκι δεν έβγαλε λέξη και καταλαβαίνοντας ότι δεν με έπαιρνε, τον μιμήθηκα. Μπήκαμε στο αμάξι και η πρώτη του κίνηση μόλις έβαλε μπρος και ξεκινήσαμε ήταν να ανοίξει το μόνο καινούριο πράγμα στο αυτοκίνητό του (εκτός από το ντεκόρ πάνω στο παρμπρίζ που ανανεωνόταν κάθε βράδυ με εκατοντάδες άτυχα έντομα), το cd-player. Με κοφτές κινήσεις, λες και τις είχε επαναλάβει δεκάδες φορές, χωρίς να παίρνει τα μάτια του από το δρόμο, έψαξε το τραγούδι με τον αριθμό 14 και το έβαλε τέρμα (στο repeat, όπως κατάλαβα σε λίγα λεπτά).
Γυρίζαμε στους δρόμους μιας πόλης ξένης, στεγνής, γεμάτη ανθρώπους που περπατούσαν ναρκωμένοι από την υγρή ζέστη του απογεύματος, μέσα σ’ αυτό το ανίκητο κίτρινο φως. Ανεβήκαμε στα Κάστρα κι ακούγαμε “θυμάμαι, όταν σ’ είχα πρωτοδεί.” Κατηφορίσαμε στην παραλία και το τραγούδι να λέει “κι άδειοι δρόμοι με σκουπίδια.” Περιπλανιόμασταν σε κάτι απίθανους μονοδρόμους και εκείνος τραγουδούσε με μια ραγισμένη φωνή “νομίζω τα ‘χω χάσει -δε σ’ έχω ξεπεράσει.”
Τελικά, καθώς φτάναμε σπίτι μου, είπε (δεν ξέρω αν απευθυνόταν σε μένα) κόβοντας απότομα την πολλοστή επανάληψη του τραγουδιού στο “Δεν μέ-”: “Έρωτας είναι η διαρκής επιθυμία να μετατραπεί μια συγκεκριμένη απουσία σε αφηρημένη παρουσία.”
Μόλις βγήκα απ’ τ’ αμάξι πρόσεξα ότι το κίτρινο φως είχε γίνει πορτοκαλί. Αν ήταν φρούτο θα έλεγα βέβαια “ωρίμαζε.” Ήταν μόνο ο ήλιος όμως και πρέπει να γράψω “βασίλευε”.
Ο Δρόμος προς την Κόλα
Ο “Δρόμος προς την Κόλα” είναι ένα γουέστερν που ξαφνιάζει. Όχι τόσο χάρη σε ένα πρωτότυπο σενάριο ή χάρη στις εντυπωσιακές ερμηνείες των πρωταγωνιστών του. Ο σκηνοθέτης του, Μάικλ Κρώφορντ, ένας νέος κινηματογραφιστής που ξεκίνησε με μικρού μήκους ταινίες επιστημονικής φαντασίας (οι οπαδοί του είδους μπορεί να θυμούνται ότι το φιλμάκι του “Τοίχοι με Αυτιά” είχε διακριθεί στο Φεστιβάλ της Δράμας λίγα χρόνια πριν), κατορθώνει να αιχμαλωτίσει το ενδιαφέρον του θεατή με μια υποδειγματική διαρκή μετατόπιση της οπτικής γωνίας, τόσο στην κινηματογράφηση των σκηνών όσο και στην ίδια την αφήγηση. Είναι χαρακτηριστική η κλασική σκηνή γουέστερν με τη μονομαχία στο σκονισμένο δρόμο μιας πόλης-φάντασμα, την οποία την παρακολουθούμε ολόκληρη μέσα από μια κάμερα που βρίσκεται στη θέση του περιστρόφου ενός από τους δύο πιστολέρο. Μάλιστα ο Κρώφορντ δε σταματά εκεί, αλλά φροντίζει να χρησιμοποιήσει ο ηθοποιός την ίδια την κάμερα σαν να ήταν το όπλο του.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η Κόλα είναι μια μικρή κωμόπολη κοντά στον ποταμό Ρίο Γκράντε, από τη μεριά των ΗΠΑ. Ο πληθυσμός της είναι μικτός, αφού την κατοικούν Μεξικάνοι, μιγάδες, Ινδιάνοι και μερικοί Γκρίνγκος. Ανάμεσα στους τελευταίους βρίσκεται και ο αιδεσιμότατος Τζόνσον που προσπαθεί να μεταδώσει τον Λόγο του Κυρίου στους αγράμματους και άξεστους χωρικούς. Ο αιδεσιμότατος μαθαίνουμε στην αρχή της ταινίας ότι είναι χήρος, καθώς δέκα χρόνια πριν η έγκυος γυναίκα του είχε πέσει νεκρή σε κάποιο χωριό του Τέξας, το Παράντι, από μια αδέσποτη σφαίρα ενός επικηρυγμένου παρανόμου, του Τομ Νίκολς, που μόλις είχε ληστέψει την τοπική τράπεζα και είχε ρίξει στον αέρα για εκφοβισμό.
Σε μια από τις πρώτες σκηνές της ταινίας βρισκόμαστε σε ένα σαλούν όπου κάποιος μιλά για τον Τομ Νίκολς και υπενθυμίζει ότι τα χρήματα της επικήρυξής του εδώ και αρκετά χρόνια είναι πάρα πολλά, ιδίως μετά και το θάνατο μιας εγκύου εξαιτίας του. Τότε ένας τύπος του οποίου βλέπουμε μόνο την πλάτη -και θα εξακολουθήσουμε να βλέπουμε μόνο αυτή μέχρι το τέλος της ταινίας- ρωτά λεπτομέρειες για αυτό το περιστατικό. Είναι ο ίδιος ο Νίκολς, ο οποίος μετά από πολλά χρόνια στην παρανομία έχει αποφασίσει να τα παρατήσει και να αναζητήσει στο Μεξικό την τύχη του. Το νέο όμως τον συγκλονίζει καθώς είχε μείνει και ο ίδιος ορφανός όταν ο μέθυσος πατέρας του είχε σκοτώσει την έγκυο μητέρα του και ξεκινά ένα απεγνωσμένο ταξίδι προς την Κόλα για να ζητήσει εξιλέωση από το σύζυγο της νεκρής.
Από ταξιδιώτης όμως θα γίνει γρήγορα κυνηγημένος. Κατά σύμπτωση, μαθαίνει ότι ένας επαγγελματίας κυνηγός επικηρυγμένων, ο Τζων Λάνγκλεϊ, βρίσκεται στα ίχνη του και τότε ξεκινά ένας αγώνας δρόμου ανάμεσα στους δύο άντρες. Ο παράνομος θέλει να προλάβει να φτάσει στην Κόλα πριν να συλληφθεί για να ζητήσει συγχώρεση, ενώ ο κυνηγός θέλει να τον προλάβει γιατί νομίζει ότι κατευθύνεται προς το Μεξικό. Η μαεστρία του Κρώφορντ φανερώνεται σε όλη της την έκταση σε αυτή την καταδίωξη που καταλαμβάνει και το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας. Η κάμερά του αφηγείται την ιστορία δείχνοντάς μας ελάχιστα τους δυο τους, εστιάζοντας στο αποτύπωμα που αφήνει ο καθένας τους στους ανθρώπους που συναντά και στα μέρη που περνά. Ο θεατής διαπιστώνει σιγά-σιγά ότι ο κακοποιός αρχίζει και μεταστρέφεται ηθικά προς το καλύτερο συνειδητοποιώντας το μάταιο της ως τώρα ζωής του όσο πιο πολύ πλησιάζει στην Κόλα, ενώ ο κυνηγός του υιοθετεί όλο και πιο πολύ την τακτική “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα”, εκβιάζοντας, δωροδοκώντας, απειλώντας, κλέβοντας, ακόμα και πυροβολώντας εναντίον αθώων που νομίζει ότι του κρύβουν πληροφορίες, έχοντας θρέψει μέσα του σαν μια τρελή μονομανία την σύλληψη του Νίκολς.
Η ταινία τελειώνει με μια συγκλονιστική σκηνή σε ένα ρέμα λίγο έξω από την Κόλα. Ο Νίκολς αποκαμωμένος από το ασταμάτητο ταξίδι βγάζει τα ρούχα του και πέφτει στο νερό για να δροσιστεί. Στο ίδο σημείο όμως κάνει μπάνιο και ο αιδεσιμότατος Τζόνσον και οι δύο άντρες, χωρίς να γνωρίζουν ο ένας τον άλλο, μετά από μια αρχική επιφύλαξη πιάνουν κουβέντα μέσα στο νερό. Ο Νίκολς του λέει πως ψάχνει κάποιον για να του ζητήσει συγγνώμη για κάτι και ο αιδεσιμότατος τον επαινεί λέγοντάς του ότι ο ίδιος σαν άνθρωπος του Θεού δεν μπορεί παρά να επαινέσει μια τέτοια πράξη. Τα λόγια του υποψιάζουν τον Νίκολς, αλλά δεν προλαβαίνει να μιλήσει στον αιδεσιμότατο, που μόλις είχε βγει απ’ το νερό, γιατί ακούει έναν πυροβολισμό και τον βλέπει -αθέατος ο ίδιος- να πέφτει νεκρό από μια σφαίρα του Λάνγκλεϊ που από μακριά τον πήρε για τον παράνομο καθώς τον είδε να βγαίνει από το νερό στο σημείο όπου είχε αφήσει το άλογό του ο Νίκολς. Στα τελευταία δευτερόλεπτα της ταινίας βλέπουμε την κάνη ενός πιστολιού να είναι γυρισμένη προς το μέρος μας και να εκπυρσοκροτεί. Έτσι ολοκληρώνεται ένα αριστούργημα που σας συνιστούμε ανεπιφύλακτα να δείτε δίνοντας σημασία στο στυλ, στην τεχνική και στους προβληματισμούς του σκηνοθέτη, αδιαφορώντας για την πλοκή του. Αυτός είναι εξάλλου και ο λόγος που σας την αποκαλύψαμε εδώ. Καλό Δρόμο!
Ο Δρόμος προς την Κόλαση
Τι θα ήταν η ποίηση χωρίς τις καθαρές προθέσεις;
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη να εύχεσαι.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους:
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο…
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για νά’χω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι και χαμογελώντας,
θα πεί
πως
τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν
στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.
Βόλτα
Απόψε μετά την -καθιερωμένη πλέον- μπύρα στο Emigre, είχα όρεξη για βόλτα. Έβαλα λοιπόν τα ακουστικά του εμπιθρίφωνου στα αυτιά μου και κατηφόρισα προς την παραλία. Το απόγευμα είχα φορτώσει στο γκατζετάκι καμιά 50αριά τραγούδια από αυτά που δουλεύω τώρα τελευταία στην κιθάρα, για να τα έχω περισσότερο στα αυτιά μου. Πρώτα στην playlist βρίσκονταν κάποια χιουμοριστικά-σατιρικά κομμάτια, και μια που είχα μια ανάλαφρη διάθεση, ήταν ό,τι πρέπει. Καθώς περπατούσα όμως, αντί να τα προσέχω τεχνικά, άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι γίνονταν το soundtrack όσων έβλεπα μπροστά μου ή και ανάποδα: όσα έβλεπα γίνονταν το βίντεοκλιπ των τραγουδιών που άκουγα. Να, δέστε κι εσείς…
-
Ευλαμπία: Ένα νεαρό ζευγάρι σε κάποιο παγκάκι, με την κοπέλα να τρώει καλαμπόκι και το αγόρι της να την κοιτά εκστασιασμένος… Την πάτησα μαζί σου, την γλύκα, το φιλί σου τρελάθηκα και δεν μπορώ…
-
Είμ’ ένας φτωχός και μόνος καοϋμπόυ: Το άγαλμα του Μεγαλέξαντρου… Κι άμα μου τη δίνει κάτι τέτοια δειλινά παίρνω τ’ άλογό μου και πάμε στα βουνά…
-
Θέλω πολλές: Το πολύχρωμο, πανέμορφο γυναικείο πλήθος στη “βόλτα” της παραλίας -καλά, ήταν unisex το πλήθος, αλλά εγώ κοιτούσα περισσότερο το ένα τμήμα του… Θέλω πολλές, κι απ’ όλες τις φυλές…
-
Και τι ζητάω: Η (βρώμικη και σάπια) θάλασσα… Παίζεις με την ευαισθησία μου…
-
Ο μακρυμάλλης: Κάτι χαμογελαστά παλικάρια με ποδήλατα ξυρισμένα γουλί (τα παλικάρια, όχι τα ποδήλατα)… Πέντε τρίχες όλες κι όλες, μα καρδιά μικρού παιδιού…
-
Αφού δε μ’ αγαπάς: Πλατεία Αριστοτέλους… τεράστιους προβολείς, να φωτίζουν την σπατάλη σου…
-
Οικογενειακή Συνομωσία: Η τρέντισσα με τον χεβιμεταλλά χέρι-χέρι… Πρώτα να πάω σε κανένα κουρείο/Να κόψω τα γένια να κοντύνω τα μαλλιά/Να έρθω στο σπίτι να γνωρίσω το μπαμπά σου…
-
Να δεις που θα μας πούνε και μαλάκες: Οι (περισσότερες) καφετέριες και μπαράκια στη Νίκης… Γύρω σαΐνια κανάγιες/Τρώνε με δέκα μασέλες/Θέλουν βρεμένη σανίδα/Και τους φερόμαστε κι ευγενικά…
-
Κάγκελα παντού: Ο πιτσιρικάς με τη φανέλα της Μάντσεστερ που ανέβηκε στο 31… Βούλγαροι, βούλγαροι, χανούμισσες, βαζέλες/όλο το έθνος προσκυνά σώβρακα και φανέλες…
-
Ο μηχανισμός: Η γεμάτη νόημα γειτνίαση των μπουρδέλων της πόλης με το Δικαστικό Μέγαρο… για να σας εκτονώνω με πλαίσιο το νόμο…
-
Εγώ με τις ιδέες μου: Οι μπατιροτουρίστες που μόλις είχαν φτάσει με το τρένο στο σταθμό και έψαχναν στις 12 το βράδυ να βρουν αστικό που να τους κάνει… Θα τραβήξω το δρόμο μου όσο πάει…
Και κάπου εδώ, στο ενδέκατο τραγούδι -για να κλείσω και το μάτι στον enteka, τελείωσε ο βραδινός μου περίπατος στα τραγούδια της πόλης…
ΥΓ. Ωραία θα ήταν να ανέβαζα τα τραγούδια, αλλά τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Ευτυχώς τα περισσότερα είναι πολύ γνωστά… Αν κάποιο δεν το καταλάβατε ή δεν το ξέρετε και έχετε την περιέργεια να το ακούσετε, πείτε μου να το ανεβάσω…
Επαγγελματισμός
Τόσο ακριβό είναι τ’ όνομά σου που προτιμάς να σε φωνάζουμε “κοπελιά”;
Κοροϊδευτικό Αεράκι
Τις τελευταίες μέρες φυσάει ένα γλυκό αεράκι εδώ. Το αφήνω να με χαϊδεύει όταν κουτσοπαίζω την κιθάρα μου μπροστά στον υπολογιστή, όταν προσπαθώ να αντιμετωπίσω τους Πέρσες, τους Αζτέκους ή τους Μάγιας στο Civilization, όταν παλεύω στα αφιλόξενα μπουντρούμια του Oblivion. Το νιώθω στο ατσούμπαλο σώμα μου τις ώρες που γυρίζω στους δρόμους ετούτης της πόλης παρέα με κάτι τύπους που με προσκαλούν σε φραουλώνες μπας και βρούμε επιτέλους εκείνο το κορίτσι με τα καλειδοσκοπικά μάτια. Το αντικρίζω και στα βλέμματα των ανθρώπων όταν τους λέω “ευχαριστώ”, “καλή ξεκούραση”, “καλές δροσιές.” Ακόμα και τις φορές που μπλέκω σε ανούσιες διαδικτυακές κουβέντες ή σε άχρηστες εξομολογήσεις είναι παρόν σαν υπενθύμιση ματαιότητας. Και με σπρώχνει να διαβάζω, να ακούω, να βλέπω, να αφουγκράζομαι. Και να μη μιλώ πολύ.
Χτες επιτέλους κάτι γέννησα.
Καλό Ταξίδι Κυρία Παγώνα…
Δεν ξέρω αν υπάρχει οτιδήποτε ωραίο στο θάνατο, αλλά σήμερα, δασκάλα, δεν δάκρυσαν μόνο οι συγγενείς και οι στενοί σου φίλοι…
Αντίο…
Γεια σου Γιάννη Παλικάρι!
Κι αντί σοφός
να γίνεσαι σωρός
από σκουπίδια κι αναμνήσεις
που φτάνουν μόνο
μια ζωή για να γεμίσεις.
Μονή Λαζαριστών, πριν λίγο.

My StumbleUpon Page
