Τι μαθαίνει κανείς όταν, διαβάζοντας την εφημερίδα του στον Ξαρχάκο ένα Κυριακάτικο πρωινό, συνειδητοποιεί ότι του έχουν κλέψει την μπανάνα που περιείχε το πορτοφόλι του, μια θήκη με γυαλιά μυωπίας, τα κλειδιά του σπιτιού του, ένα εμπιθρίφωνο, έναν αναπτήρα και ένα κουτάκι σπίρτα;
-
Εϊναι προτιμότερο να κυκλοφορείς φορώντας ένα παντελόνι με πολλές ή/και μεγάλες τσέπες και να έχεις σε αυτές όσα χρειάζεσαι.
-
Δεν είσαι παντοδύναμος.
-
Δεν έχεις απόλυτα συγκροτημένο μυαλό.
-
Οι αισθήσεις σου δεν είναι πάντα σε επιφυλακή.
-
Ο κάθε θαμώνας κοιτάει τη δουλειά του (εκτός από τις φορές που θέλεις να την κοιτάει).
-
Περίπου το 70-80% των μεμονωμένων αντικειμένων η απώλεια των οποίων μας είναι πολύ σημαντική χωράει σε μια μπανάνα.
-
Αν χάσει κανείς τις κάρτες του πρέπει να βρει οπωσδήποτε σταθερό τηλέφωνο για να δηλώσει την απώλεια τους γιατί με τα τηλέφωνα εξυπηρέτησης πελατών των τραπεζών δεν μπορείς να συνδεθείς με κινητό.
-
Οι φίλοι και οι φίλες είναι εκεί όταν τους χρειάζεσαι (γι’ αυτό είναι φίλοι/ες).
-
Το αστυνομικό τμήμα Λευκού Πύργου στην Αριστοτέλους θυμίζει -τουλάχιστον σε ό,τι έχει σχέση με τους τοίχους, τις σκάλες και τους διαδρόμους- δεκαετία του ‘60.
-
Υπάρχουν αστυνομικοί που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την υστερία των κρατουμένων με τη δική τους υστερία.
-
Υπάρχουν επίσης αστυνομικοί που είναι ευγενέστατοι και εξυπηρετικότατοι: να ‘ναι καλά το παλικάρι που ήταν σήμερα το απόγευμα αξιωματικός υπηρεσίας και έδιωξε από πάνω μου και τα τελευταία ίχνη σοβαρού άγχους.
-
Είναι αρκούντως σπαστικό να φοράς γυαλιά μυωπίας ηλίου μπροστά στον υπολογιστή και να γράφεις ποστ.
-
Μεγάλο πράγμα η ηρεμία.
Μόνιμος σύνδεσμος
4 σχόλια
Κάποτε σε ένα χωριό έφτασε ένας περίεργος άνθρωπος. Στην αρχή ήταν βέβαια φυσιολογικός όπως όλοι, μόνο που ρωτούσε διαρκώς τι μύριζε άσχημα. Αργότερα όμως το πράγμα χόντρυνε. Μετά από λίγο καιρό, όπου κι αν πήγαινε, έφευγε αμέσως μονολογώντας: “Βρωμάει! Κι εδώ Βρωμάει!” Έμπαινε στην εκκλησιά και του βρωμούσε. Πήγαινε στο καφενείο και του μύριζε. Καθόταν κάτω από τον πλάτανο της πλατείας και μετά από δέκα λεπτά σηκωνόταν να φύγει. Ακόμα και στο σπίτι του δεν μπορούσε να καθίσει για πολύ: οι γείτονες τον έβλεπαν να πετάγεται έξαλλος έξω μόλις περνούσε το κατώφλι του ουρλιάζοντας: “Μπόχα! Μπόχα!” Ήταν διαρκώς σε κίνηση σα να τον καταδίωκε αυτή η βρώμα που την έβρισκε σε κάθε γωνιά της πλάσης. Εϊχε γίνει κακότροπος, έβριζε τους πάντες και τα πάντα που ήταν τόσο βρωμερά και σιγά-σιγά όλοι οι συγχωριανοί του τον απέφευγαν όσο μπορούσαν.
Τελευταία φορά τον είδαν να τραβάει για το ρέμα της Κατουρλούς πετώντας δεξιά και αριστερά τα ρούχα του και κραυγάζοντας: “Αηδία!!! Όλος ο κόσμος βρωμάει! Δεν αντέχω άλλο αυτή τη βρώμα!!!”
Είχε να πλυθεί τρία χρόνια.
Μόνιμος σύνδεσμος
Γράψτε ένα σχόλιο
Συχνά τα λάθη μπορούν να οδηγήσουν σε αναπάντεχα όμορφες στιγμές, όπως οι δύο ωρίτσες που πέρασα σήμερα στο Καφωδείο Ελληνικόν. Αφού θα κατέβαινα που θα κατέβαινα για κάποιες δουλειές στο κέντρο είπα να πάρω μαζί μου και το βιβλίο που ξεκίνησα χτες (Έλις Πίτερς, Το Καλοκαίρι των Δανών) για να καθίσω κάπου δροσερά να το διαβάσω. Στο κέντρο όμως διαπίστωσα πως είχα πάρει από το σπίτι μια άλλη σακούλα που είχε το βιβλίο του Ζορζ Περέκ “Χορείες Χώρων.” Δεν πτοήθηκα και κατευθύνθηκα σε έναν από τους πιο αγαπημένους μου χώρους στην πόλη, το εν λόγω καφενείο.
Συντροφιά με ένα υπέροχο κρύο τσάι ξεκοκκάλιζα το ευφάνταστο κείμενο του Περέκ (του έχω μεγάλη αδυναμία από τότε που διάβασα το “Ζωή, Οδηγίες Χρήσης”) και ταυτόχρονα παρατηρούσα τους ανθρώπους γύρω μου με ένα καινούριο βλέμμα, όμοιο με αυτό που εφαρμόζει ο Περέκ στην παρατήρηση και την καταγραφή οικείων χώρων, σαν να τους περιγράφει για χάρη εξωγήινων που δεν τους έχουν δει ποτέ.
Απέναντί μου ένας ευτραφής κύριος μιλούσε με κάποιον, που -λόγω μιας κολώνας- δεν μπορούσα να δω καθόλου, διανθίζοντας το έντονο ύφος του με χειρονομίες και γκριμάτσες. Προσπάθησα για λίγο να φανταστώ τις εκφράσεις και τις κινήσεις του αόρατου συνομιλητή του, αλλά μάταια. Θα μπορούσε να μιλά και μόνος απέναντι από έναν καθρέφτη.
Δίπλα μου ένας ασπρομάλλης εβδομηντάρης με ζωηρό, σχεδόν πυρετικό βλέμμα, έπινε τον καφέ του κοιτάζοντας κάπου παλιά, με τα δάχτυλά του να παίζουν σαν κομπολόι μια αρμαθιά κλειδιά που κουδούνιζαν σαν υπενθύμιση αιωνιότητας.
Γύρω μου μια πανέμορφη σερβιτόρα γλιστρούσε με χάρη ανάμεσα στα τραπέζια με ένα διαρκές χαμόγελο σαν να ήξερε κάτι γουστούζικο που δεν το είχε ακούσει κανείς άλλος.
Και μέσα σε όλα αυτά, θαμώνες, προσωπικό, ξύλινα πολυκαιρισμένα έπιπλα και προσωπογραφίες νεκρών ποιητών διάβασα προς το τέλος του βιβλίου μια φράση αποκαλυπτική που μπορεί και να είναι κλειδί για να μπει κανείς σε ένα δωμάτιο γεμάτο καινούριες κλειδωμένες πόρτες:
Ο χώρος δίνει την εντύπωση ότι είναι ή πιο εξημερωμένος ή πιο ακίνδυνος από το χρόνο: οι περισσότεροι άνθρωποι φορούν ρολόι, αλλά ελάχιστοι κρατούν πυξίδα.
Μόνιμος σύνδεσμος
4 σχόλια
Απονομή χρυσών μεταλλίων στους παίκτες των ΗΠΑ και, την ώρα που παίρνει το μετάλλιό του ο τελευταίος κατά σειρά παίκτης, λέει ο Βαγγέλης Ιωάννου: “Τελευταίος, αλλά όχι έσχατος ο Λεμπρόν Τζέιμς…”
Φίλτατε Βαγγέλη, για κάποιο ανεξήγητο λόγο μου είσαι ιδιαιτέρως συμπαθής, αλλά το “Last, but not least,” παρότι πολύ ωραία έκφραση, μάλλον δε μεταφράζεται με μια ταυτολογία…
Μόνιμος σύνδεσμος
Γράψτε ένα σχόλιο
Η απόφαση για φασίνα είχε ληφθεί εδώ και μέρες: η σκόνη σε ορισμένα σημεία του σπιτιού καλούσε παιδικά δάχτυλα να γράψουν “ΘΕΛΩ ΠΛΥΣΙΜΟ”, “ΕΙΜΑΙ ΒΡΩΜΙΑΡΗΣ” και άλλα τέτοια γλυκά που εμπνέονται οι αθώες τους ψυχούλες μπροστά σε άπλυτα τζάμια αυτοκινήτων. Ζέστη-ξεζέστη λοιπόν σήμερα στρώθηκα στη δουλειά να σουλουπώσω λίγο το εργένικο διαμερισματάκι.
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα όταν κάνω δουλειές στο σπίτι είναι η μουσική υπόκρουση (με τέρμα την ένταση πάντα). Σήμερα είχα την έμπνευση να ακούσω Μικρούτσικο. Αφού ζεστάθηκα με τις Γραμμές των Οριζόντων, είπα να βάλω μετά το “Υπέροχα Μονάχοι” που είχα καιρό να τ’ ακούσω. Ευτυχής έμπνευση πραγματικά. Δεν έχω την πρόθεση να παρουσιάσω τα τραγούδια του, εξάλλου ο Πάνος το έχει κάνει ήδη εξαιρετικά, αλλά εκεί που έσταζα ιδρώτα με τη σφουγγαρίστρα στο χέρι σκάλωνα σε κάτι υπέροχους στίχους του Άλκη Αλκαίου και είπα να τους μοιραστώ (κλικ στους στίχους για να ακούσετε τα τραγούδια):
Πρώτα κάτι για τη γλύκα που έχει το παραμύθι και το ψέμα:
και μετά ένα ρεφραίν χάδι και μαχαίρι ταυτόχρονα, που μου θύμισε κάτι στίχους του Σαββό (εφιάλτης ήταν το είδωλο, αλήθεια όμως το πάθος):
κι από το ίδιο τραγούδι, δυο αλήθειες να τις κάνεις φυλαχτό:
Δεν είν’ ο χρόνος με το μέρος κανενός
Τις συμπληγάδες του περνά καθένας μόνος
λίγο πιο κάτω ο Θηβαίος κραύγαζε βραχνά:
κι έψαχνα να βρω μήπως εκτός από τόπο δεν έχω ούτε “εσύ”, παρά μονάχα τον δρόμο.
Τελικά την απάντηση τη βρήκα στης γοργόνας το φτερό:
Μια σούπα ο κόσμος και ο νους τρύπιο κουτάλι…
Μόνιμος σύνδεσμος
3 σχόλια
Επέστρεψα χτες από τη γλύκα της Σαμοθράκης και είπα να καθίσω να δω λίγο Ολυμπιακούς ( ναι, αυτούς με τη ντόπα και την εμπορευματοποίηση, θέλετε να το συζητήσουμε; ). Το κακό (ή καλό -όπως το δει κανείς) ήταν ότι άκουγα κιόλας. Μέσα σε μερικές ώρες σταχυολόγησα τρία δείγματα αυτού που θα ήθελα να ονομάσω “δημιουργικός αθλητικός λόγος”:
-
Αμέσως μετά τον αγώνα μπάσκετ Ελλάδας-Κίνας ο δημοσιογράφος της ΕΡΤ Βαγγέλης Ιωάννου παίρνει συνέντευξη από τον Γιάννη Μπουρούση. Το παλικάρι στάζει εμφανώς πολύ ιδρώτα και κάποια στιγμή ζητά πολύ ευγενικά συγγνώμη αφού κάθε τόσο καταβρέχει τον Ιωάννου. Τότε ξυπνά μέσα στον μπασκετογράφο ο καταπιεσμένος λογοτέχνης και λέει περίπου τα εξής: -Δεν μας πειράζει ο ιδρώτας, Γιάννη. Για μας είναι σαν σταγόνες από τη σαμπάνια της νίκης! [μπλιάχ!!! Αυτά συμβαίνουν άμα κάνεις παρέα με τον Σκουντή και τον Χατζηγεωργίου]
-
Σφυροβολία γυναικών και ο εκφωνητής (ή ο Τσώνης ή ο Αντωνιάδης ήταν) λέει: -Η αθλήτρια βρίσκεται στον βατήρα… [ναι, και ετοιμάζεται για μια βουτιά στο γρασίδι μήπως κερδίσει πέναλτι]
-
Σε κάποια προκριματική σειρά σε δρόμο ταχύτητας -μάλλον στα 200 μέτρα ανδρών- ο ίδιος εκφωνητής κάνει ένα μεγάλο βήμα για τη σύγχρονη φυσική όταν σχολιάζει την ταχύτητα του ανέμου στη συγκεκριμένη κούρσα (+1,1 m/sec): -Ο άνεμος ήταν θετικός με ταχύτητα ένα μέτρο και ένα δευτερόλεπτο… [!!!]
Το Ι. στον τίτλο οφείλεται στο ισχυρό προαίσθημα που έχω ότι μέχρι το τέλος των Αγώνων θα μεταφέρω εδώ και άλλα τέτοια σουρεαλιστικά διαμάντια…
Μόνιμος σύνδεσμος
2 σχόλια
Δεν θέλει πολύ. Όταν όλα βαραίνουν, όταν σε πνίγουν ακόμα και οι λέξεις, όταν νυχτώνει καταμεσήμερο, κλείσε τα μάτια. Για ένα λεπτό.
Φτάνει και περισσεύει για να σκεφτείς κάτι όμορφο: ένα τραγούδι, ένα παιδικό γέλιο, ένα χέρι πάνω στο δικό σου, μια χάντρα στην παλάμη σου. Ταξίδεψε κάπου που δεν έχεις πάει και θέλεις να πας, σε ένα άλλο τώρα, σε χίλια-δυο εκεί. Ψιθύρισε μια προσευχή ή μια βρισιά. Δάγκωσε τα χείλια σου, βάλε τα δάχτυλά σου στα μαλλιά σου, κάνε ό,τι θες, μα φύγε.
Μονάχα μην ξεχαστείς και φύγεις πάνω από ένα λεπτό. Μην ξεχαστείς και φύγει πάνω από ένα λεπτό. Θα χρειαστείς τα υπόλοιπα για να τους δώσεις ρέστα. Σαν έρθει η ώρα, πού να χαλάς καρδιονομίσματα…
Μόνιμος σύνδεσμος
Γράψτε ένα σχόλιο
Από μικρός δυσκολευόταν να κάνει παρέες. Στο σχολείο κάθε φορά που πλησίαζε τους συμμαθητές του τον κορόιδευαν για τα μεγάλα του γυαλιά και για την αδεξιότητά του σε όλα τα παιχνίδια. Ακόμα και οι δάσκαλοι έμοιαζαν να τον αποφεύγουν. Τους τρόμαζε φαίνεται ένα παιδί που ορισμένες φορές έδειχνε ότι ήξερε περισσότερα και από τους ίδιους (αποτέλεσμα της ψυχαναγκαστικής ανάγνωσης ολόκληρων τόμων της Νέας Δομής), και ταυτόχρονα δυσκολευόταν να κρατήσει δίπλα του οποιοδήποτε παιδί πάνω από δέκα λεπτά. Ακόμα και στο θρανίο μόνος καθόταν.
Καθώς έμπαινε στην εφηβεία τα πράγματα δε βελτιώνονταν. Οι πολλές γνώσεις και τα άπειρα αναγνώσματα δεν εξασφαλίζουν δημοφιλία στο Γυμνάσιο και το Λύκειο, αλλά μάλλον ένα κράμα εξ αποστάσεως θαυμασμού και φθόνου. Προσθέστε σ’ αυτά κι ένα ανοικονόμητο κορμί που έμοιαζε να έχει επάνω του με φωτεινά γράμματα τη λέξη “ΑΧΑΡΟΣ” και θα μπείτε στο νόημα. Δεν ήταν ο φλώρος της τάξης, αλλά ένα “ήσυχο παιδί που διαβάζει παραπάνω απ’ όσο πρέπει, αυτά που δεν πρέπει,” όπως είχε πει ένας φιλόλογός του στη χήρα μάνα του, η οποία αδυνατούσε να χειριστεί μια κατάσταση που την ξεπερνούσε -όπως όλες σχεδόν οι καταστάσεις από τότε που ο άντρας της είχε πνιγεί σε ένα καζάνι με καυτή σοκολάτα στα ΜΠΙΣΚΟΤΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ.
Στις Πανελλήνιες πέρασε Βιβλιοθηκονομία -μια σχολή που του ταίριαζε κουτί, αλλά δεν ήταν και ιδιαίτερη πρόοδος στην κοινωνικοποίησή του. Περνούσε τις μέρες του ως σπουδαστής είτε μπροστά σε ταξινομικά προγράμματα είτε ανάμέσα σε σκονισμένα ράφια ξεχασμένων βιβλιοθηκών. Δεν ήταν ότι είχε πάψει να αποζητά φιλίες και γνωριμίες. Προσπαθούσε φιλότιμα, αλλά όλοι τον αγνοούσαν ή τον απέφευγαν μετά την πρώτη επαφή. Ίσως να έφταιγε που κάθε φορά που γνώριζε κάποιον ή κάποια του δήλωνε ευθύς εξαρχής ότι ήθελε να γίνει φίλος του/της. Ίσως πάλι να ευθυνόταν εκείνο το βλέμμα του που παραήταν καθαρό για να το κοιτάζουν οι άλλοι συνέχεια.
Πήγε φαντάρος μόλις τελείωσε τη σχολή του και εκεί η έλλειψη κοινωνικότητας του βγήκε σε καλό. Δεν τον ενοχλούσε κανείς, δεν έμπλεξε σε άσκοπους καβγάδες, έκανε την υπηρεσία του και όποτε έβρισκε χρόνο διάβαζε κάποιο βιβλίο. Μονάχα όταν χρειάζονταν οι απίθανες γνώσεις του για κάτι, έβγαινε απ’ το καβούκι για να δώσει τα φώτα του και έπειτα πάλι απομόνωση. Το μόνο που τον στενοχωρούσε λίγο ήταν ότι δεν θα είχε να αφηγείται ( σε ποιούς; ) “ιστορίες απ’ το στρατό” όταν θα απολυόταν και θα μεγάλωνε κι άλλο.
Μετά το στρατό η μάνα του τον βόλεψε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη στο Τμήμα Ταξινόμησης μακριά από το κοινό, τις απίθανες αναζητήσεις ανύπαρκτων βιβλίων και τις παρατηρήσεις για καθυστερημένες επιστροφές. Κάθε πρωί πήγαινε με το αστικό στο κτίριο της Βιβλιοθήκης, μοναχικός, αλλά χωρίς να νιώθει πολύ μόνος -εκτός από τις φορές που έβλεπε φίλους ή φίλες να συζητούν γύρω του στο λεωφορείο.
Εκείνη την ημέρα, καθώς γύριζε από τη δουλειά, από την ώρα που κοίταξε το εισιτήριό του τον είχε πιάσει μια αγωνία, ένα άγχος πρωτόγνωρο, σαν να πήγαινε πρώτη φορά στο σχολείο. Στριφογύριζε την απόφαση στο μυαλό του όπως το χαρτάκι στις υγρές του παλάμες -ίδρωνε πάντα πολύ- και αναρωτιόταν, όπως είχε κάνει χιλιάδες άλλες φορές στη ζωή του, αν θα έκανε το σωστό. Δεν κατέβηκε στη στάση του και συνέχισε μέχρι το τέρμα. Περίμενε να αποβιβαστούν όλοι και τότε πλησίασε τον οδηγό.
-Γεια σας, του είπε.
-Γεια σου φίλε, απάντησε εκείνος, ένας νεαρός με αλογοουρά και με τη χαρακτηριστική κοιλίτσα των οδηγών να στρογγυλεύει το σιέλ του πουκάμισο.
-Θέλετε να γίνουμε φίλοι; του είπε διστακτικά.
Ο οδηγός αν είχε πούρο στο στόμα θα το είχε καταπιεί, και αν έπινε κάτι θα πνιγόταν. Ήταν τυχερός που δεν συνέβαινε τίποτα από τα δύο. Γούρλωσε τα μάτια του και εξαγριωμένος του απάντησε:
-Από τόσο νωρίς αρχίζετε το ψωνιστήρι τώρα; Ξεκουμπίσου από δω ρε αδερφή, μην σε πλακώσω στις μπούφλες!!!
Απορημένος, κατέβηκε βιαστικά, σχεδόν τρέχοντας, χωρίς να κοιτάξει στιγμή πίσω του. Μονάχα όταν έστριψε στη γωνία σταμάτησε και ξανακοίταξε το χαρτάκι που είχε ακόμα στο χέρι του, μουσκεμένο πλέον από τον ιδρώτα. Τι είχε κάνει λάθος; Το εισιτήριο το έγραφε καθαρά:

Μόνιμος σύνδεσμος
Γράψτε ένα σχόλιο
Την καλή μου τη διάθεση έχω αποφασίσει να τη χαλάω μονάχα σε εξαιρετικές περιπτώσεις και σίγουρα η σημερινή μου επίσκεψη στη ΔΟΥ Ιωνίας (Θεσσαλονίκης) δεν ανήκει σε αυτές. Χωρίς λοιπόν γκρίνια ορίστε το χρονικό της επαφής ενός ακόμα Έλληνα πολίτη με την Εφορία:
Όλα ξεκίνησαν όταν, επιστρέφοντας από τις ολιγοήμερες διακοπές μου στη Σαμοθράκη, βρήκα να με περιμένει στο πατρικό μου ένας φάκελος από τη ΔΟΥ Ιωνίας. Οι γονείς μου, όπως τους έχω ζητήσει να κάνουν με τα δημόσια έγγραφα που απευθύνονται σε μένα, τον είχαν ήδη ανοίξει. Επρόκειτο για μια πρόσκλησή μου στην οικεία ΔΟΥ ώστε να δώσω εξηγήσεις για τη φετινή μου δήλωση που την είχα υποβάλλει ηλεκτρονικά. Ως εδώ καλά. Η ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια ήταν ότι έπρεπε σύμφωνα με το τυποποιημένο κείμενο να προσέλθω στο κατάστημα εντός πέντε ημερών από τη λήψη της πρόσκλησης. Πέντε ημέρες! Τέλη Ιουλίου-αρχές Αυγούστου, μια περίοδο που οι περισσότεροι είτε έχουν πάει είτε ετοιμάζονται να πάνε διακοπές!
Όπως και να ‘χει δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία στην προθεσμία (ήλπιζα να δώσουν οι ίδιοι για να τους τα ψάλλω) και, αφού μάζεψα τα δικαιολογητικά, σηκώθηκα σήμερα πρωί-πρωί και πήγα στην Ιωνία. Ανεβαίνω λοιπόν στον δεύτερο, ρωτάω έναν υπάλληλο στις πληροφορίες πού είναι ο έλεγχος των δηλώσεων που έχουν υποβληθεί ηλεκτρονικά και μου απαντάει: “Πρώτη πόρτα δεξιά, αλλά δεν ξέρω αν θα σε δεχτούν γιατί κάθε Παρασκευή είναι κλειστοί για το κοινό.” Μπαίνω στην πρώτη πόρτα δεξιά, λέω σε μια άλλη υπάλληλο γιατί πήγα και μου λέει: “Από Δευτέρα. Σήμερα κάνουμε εσωτερικές εργασίες.” “Επειδή μπορεί να φύγω διακοπές, υπάρχει πρόβλημα αν δεν έρθω από Δευτέρα;” ρωτάω διστακτικά. “Πόσο καιρό θα είστε διακοπές;” μου κάνει μια άλλη υπάλληλος. “Καμιά βδομάδα,” απαντώ, και με μεγαλοθυμία με καθησυχάζουν: “Δεν πειράζει, έλα μετά.” Έτσι τελείωσε η πρωινή μου βόλτα…
Αναρωτιέμαι τώρα: εντάξει, εγώ είμαι εκπαιδευτικός, έχω άδεια δύο μήνες το καλοκαίρι, μένω και σχετικά κοντά και με παίρνει να χάσω και ένα πρωινό. Τι φταίει όμως όποιος εργάζεται αυτές τις μέρες και είχε τη φαεινή ιδέα να αφήσει τη δουλειά του για να πάει Παρασκευιάτικα στη ΔΟΥ επειδή η ίδια τον κάλεσε; Τόόόσο δύσκολο είναι να γράψουν στην ειδοποίηση “Μπορείτε να προσέλθετε στο κατάστημά μας τις τάδε ώρες, από Δευτέρα ως Πέμπτη”; Πρέπει να πάμε εκεί για να το διαπιστώσουμε αυτοπροσώπως;
Θα μου πείτε γιατί τα γράφω εδώ και δεν τους τα είπα κατά πρόσωπο. Τρελός είμαι; Ας ελέγξουν πρώτα τη δήλωση, ας πάνε όλα καλά και πίσω έχει η αχλάδα την ουρά…
Μόνιμος σύνδεσμος
2 σχόλια
…Άλλες φορές του άρεσε να φτιάχνει λίστες με απίστευτα πράγματα: μια ζωή με τρεις πόρτες, κάποιον που μπόρεσε να αγαπήσει τη γυναίκα που αυτοκτόνησε για να τον εκδικηθεί (μόνο γι’ αυτό αυτοκτονούν όσοι έχουν ερωτικές απογοητεύσεις), ένα τραγούδι που ήταν ολόκληρο μια λέξη σε κάποια ανύπαρκτη γλώσσα, το δικό του τηλέφωνο να του τηλεφωνεί και να βγαίνει ο τηλεφωνητής, τις ελάχιστες αληθινές λέξεις που έχουν βγει από ερωτευμένα χείλη. Κι ακόμα, παιδιά που δε φοβούνταν το σκοτάδι, μωβ φεγγάρια, ένα υπερωκεάνιο στην Εγνατία Οδό, μια χορεύτρια στο βυθό της θάλασσας, το γέλιο ενός καταθλιπτικού. Μια φορά μάλιστα είχε σπάσει έναν καθρέφτη και έβγαλε από πίσω το πρόσωπό του: έμοιαζε με μάσκα, μονάχα που δεν είχε τρύπες στα μάτια και το στόμα. Την έβαλε κι αυτή μαζί με τις άλλες απιθανότητες στη λίστα, παρ’ ότι έμοιαζε όχι μόνο πιθανή μα και αναγκαία.
Όταν βαριόταν πολύ, άπλωνε τα κομμάτια της συλλογής του στο πάτωμα και τα τσαλαπατούσε -όχι με μίσος, με στοργή- μέχρι το αίμα από τα γυμνά του πόδια να σχηματίσει χαμόγελα πάνω στα λευκά πλακάκια. Μετά, σχεδόν ευτυχής -πάντα ευτυχής, ποτέ ευτυχισμένος- τα αγκάλιαζε και τα ξανάβαζε στη θέση τους, στο βαζάκι με τις καραμέλες που είχε κλέψει από ένα όνειρο. Ανάπηρος ξανά, πήγαινε να ψάξει για νέα ευρήματα στις χωματερές της σκέψης του.
Μόνιμος σύνδεσμος
Γράψτε ένα σχόλιο
Next page »