Jill Mnemonic
Μόλις διάβασα αυτή την είδηση για μια γυναίκα με τέλεια μνήμη, σκέφτηκα αμέσως το διήγημα του Μπόρχες “Φούνες ο Μνήμων”, όπου περιγράφεται ένας άντρας με το ίδιο πρόβλημα. Προς το τέλος του διηγήματος ο αφηγητής, που έχει συναντήσει τον Φούνες ένα βράδυ και συζητάνε μαζί όλη τη νύχτα, σχολιάζει:
“[...] Υποπτεύομαι, ωστόσο, πως δεν ήταν πολύ ικανός στη σκέψη. Σκέψη είναι να ξεχνάς τις διαφορές, να γενικεύεις, να αφαιρείς. Στον υπερφορτωμένο κόσμο του Φούνες δεν υπήρχαν παρά λεπτομέρειες, σχεδόν σε πλήρη ετοιμότητα.”
“[...] Σκέφτηκα πως καθεμιά απ’ τις λέξεις μου (καθεμιά απ’ τις κινήσεις μου) θα επιζούσε στην αμείλικτη μνήμη του: με κυρίευσε ο φόβος όταν σκέφτηκα τις περιττές χειρονομίες μου να πολλαπλασιάζονται.” (σελ. 178, Άπαντα Πεζά, Ελληνικά Γράμματα, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης)
Ξημερώνει ( ; )
Έξι και… Όλη τη νύχτα αλκοόλ, κρασί και μπύρες βαρελίσιες. Πρώτα στου Γάτου, μετά στον Καφεναί, στο Ziggy, στον Barωδό. Κουβέντες, διαπληκτισμοί, χωριατιές και οικειότητες, κι η μουσική μονάχα να σε σώζει… Άλλο ένα Σαββατόβραδο ρημάδι, άλλη μια κωμική επανάληψη των Μοιραίων του Βάρναλη, με τη βροχή στο τέλος της βραδιάς να υπογραμμίζει το αυτονόητο. Καλά το λέει ο Κώστας Μόντης σ’ εκείνο το ποίημά του που (κατά λάθος μάλλον) μπήκε πρώτο στο ανθολόγιο της Γ΄ Λυκείου:
…Όμως όταν τελειώσουν όλα
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,
και πουν οι φίλοι καληνύχτα,
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;
Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θα ‘σαι μονάχος.
Και τότες θα λογαριαστείτε.
Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα να λογαριαστείτε…
Ας είναι, που λέει και η γιαγιά Θεώνη… Ποτέ δε θα ‘μαι έτοιμος. Περιμένω λοιπόν, γυμνός και απροστάτευτος από τα θέατρα, τα κέντρα, τη δουλειά και τους φίλους, να λογαριαστώ. Μονάχα που η έγνοια μου αλλάζει κάθε τόσο σχήμα και μορφή και ξεφεύγει διαρκώς απ’ τη λαβή μου…
Η Καρέκλα
…άλλοτε πάλι καθόταν απέναντι από την άδεια καρέκλα και της μιλούσε με τις ώρες. Ήξερε πως δεν θα του απαντούσε. Γι’ αυτό της μιλούσε. Της έλεγε για κάτι ταξίδια που δεν είχε κάνει ακόμα, για έναν έρωτα που τον είχε ζήσει όπως κοιτάμε έναν καθρέφτη, για βασίλεια αρνήσεων, για λατομεία ψεμάτων. Όταν κουραζόταν -αυτός, όχι η καρέκλα- σηκωνόταν για να κάνει κάποια δουλειά του σπιτιού. Μονάχα που ποτέ δεν έκανε αυτό που είχε σκεφτεί αρχικά: αντί να πλύνει τα πιάτα, έπλενε τα λόγια του. Αντί να τινάξει τις κουβέρτες, τίναζε τον θάνατο από τα όνειρά του. Αντί να σκουπίσει το πάτωμα, σκούπιζε τα δάκρυά του.
Η καρέκλα εκεί. Με τη σιωπή της συγκατάνευε σε κάθε του κίνηση. Μονάχα όταν κάρφωνε το βλέμμα σε κείνη τη γωνία του παρελθόντος, ένιωθε τη βουβή της αποδοκιμασία.
Μια μέρα την σκέπασε με ένα κάλυμμα στο χρώμα του χώματος. Συνέχισε να της μιλά βέβαια.
Κι αυτή συνέχισε να τον ακούει.
Υστεροφημία
Χθες πήγα με τους γονείς μου στο Πέτροβο να δούμε τους παππούδες. Σε κάποια φάση λέει η 85χρονη γιαγιά μου στον γαμπρό της και πατέρα μου:
-Μιχάλη, πότε θα έρθεις να βάψεις το σπίτι; (Ο father είναι μπογιατζής)
-Μπορώ σε τρεις βδομάδες. Όλο το σπίτι ή μόνο την κουζίνα και το καθιστικό; Το υπόλοιπο καθαρό μου φαίνεται.
-Όλο τσέδο μ’ (για μετάφραση απευθυνθείτε στο Υπουργείο Εξωτερικών)
-Γιατί όλο; Αφού δεν μπαίνετε στα άλλα δωμάτια…
-Άκου να σου πω: εμείς μεγάλοι άνθρωποι είμαστε. Να το βάψουμε όλο, να είναι καθαρά και όμορφα, να μη γίνουμε ρεζίλι στον κόσμο που θα έρθει στο σπίτι άμα πεθάνουμε…
Όλα ή Τίποτα
Διαβάζεις ένα βιβλίο που δανείστηκες. Στο σπίτι, στο λεωφορείο, σ’ ένα παγκάκι. Κι εκεί που έχεις χαθεί (ή βρεθεί) μες στις σελίδες του σε έναν άλλο κόσμο, έρχονται δυο-τρεις σημειώσεις στο περιθώριο, πέντε-έξι υπογραμμισμένες αράδες, κάποια σημαδάκια σε διάσπαρτες σελίδες, να φτιάξουν μια γέφυρα ανάμεσα σε σένα και στον προηγούμενο αναγνώστη του βιβλίου. Σα να κοιτάς σε κλειδαρότρυπα σταματάς για λίγο το διάβασμα και σκέφτεσαι τι ένιωσε ο άλλος διαβάζοντας τις ίδιες αράδες ώστε να τις υπογραμμίσει. Συλλογιέσαι αν έχεις μπροστά σου ένα ψυχικό στριπτίζ, ένα ετεροχρονισμένο ξεγύμνωμα ή απλώς τα ίχνη μιας παρόρμησης. Το βλέμμα σου πέφτει σε μια φρασούλα γραμμένη με πράσινο στυλό πάνω-πάνω σε μια σελίδα και προσπαθείς να αποφασίσεις αν είναι ο μίτος για το λαβύρινθο της σκέψης του άλλου ή ένα ξόρκι της στιγμής. Σιγά-σιγά διαβάζεις δύο βιβλία, το βιβλίο του συγγραφέα και το βιβλίο των άλλων αναγνωστών, ακολουθώντας τα βήματά τους στις σελίδες, ψάχνοντας για τα χαλικάκια που άφησαν πριν από σένα, αλλά όχι για σένα.Κι όταν φτάνεις στο τέλος τους δεν μπορείς παρά αναρωτηθείς αν φτάσατε εσύ κι ο άλλος στον ίδιο τόπο ή αν κάπου έχασες το δρόμο…
Πολλοί λένε ότι δεν είναι καλό να κοιτάς το δάχτυλο όταν σου δείχνουν το φεγγάρι. Μου φαίνεται ότι αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό: εξαρτάται από το δάχτυλο…
Ό,τι πιο Όμορφο θα ‘θελα να σου πω…
Μάνο, τα πιο όμορφα τραγούδια δεν τα ξεχάσαμε ακόμα…
Ούτε κι εσένα.
Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός
Κατά την εγγραφή μαθήτριας σήμερα στο ΕΠΑΛ τη ρωτά ο συνάδελφος:
-Ποιον τομέα θες να ακολουθήσεις;
Και εκείνη απαντά:
-Ε… σε ποιον είναι ο Κωστάκης ο Π.;
Στην Υγειά Σου!
Μεσημεριανό δελτίο ειδήσεων στη ΝΕΤ πριν λίγο:
Ο Αλογοσκούφης κάνει δηλώσεις έξω από το Μέγαρο Μαξίμου και από κάτω με κεφαλαία γράμματα διαβάζουμε τον εξής τίτλο: “ΗΠΙΑ ΤΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ.”
Μήπως έχει σειρά το αίμα μας;
Η Λέξη για το Παρελθόν είναι “Φαντασία”
Δεν περίμενα το σημερινό πρωί για να καταλάβω ότι η Ursula LeGuin δεν γράφει απλώς ιστορίες για μάγους, δράκους κι εξωγήινους. Όμως είναι ιδιαίτερα ευχάριστο να διαβάζεις στις 7:30 π.μ. πηγαίνοντας στη δουλειά σου κάτι σαν κι αυτό:
Τα γεγονότα του παρελθόντος υφίστανται, τελικά, μόνο στη μνήμη, που είναι μια μορφή φαντασίας. Το γεγονός είναι πραγματικό τώρα, αλλά από τη στιγμή που γίνει τότε, το ότι συνεχίζει να είναι πραγματικό εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς, συντηρείται από την ενέργεια και την ειλικρίνειά μας. Αν το αφήσουμε να χαθεί από τη μνήμη, μόνο η φαντασία μπορεί να επαναφέρει έστω και μια αμυδρή αναλαμπή του. Αν πούμε ψέματα για το παρελθόν, υποχρεώνοντάς το να πει την ιστορία που θέλουμε εμείς να πει, να έχει το νόημα που θέλουμε εμείς, χάνει την πραγματική του υπόσταση, γίνεται πλαστό, απάτη.
(Ursula Le Guin, Ιστορίες από την Γαιοθάλασσα, Τρίτων, σελ. 16)
Ενοικιάζεται το Παρόν
Διαβάζοντας αυτό το ποστ και βλέποντας τη φωτογραφία που το συνοδεύει, θυμήθηκα κάτι σχετικό που είχα γράψει πριν δυόμιση περίπου χρόνια σε μια από τις ομορφότερες περιόδους της ζωής μου:
Ποιοι κόλλησαν παντού ενοικιαστήρια;
Έχουν γεμίσει οι τοίχοι, οι κολώνες, οι τζαμαρίες,
οι ψυχές.
Τώρα πια δε νοικιάζουν μόνο σπίτια, γραφεία, μαγαζιά.
Τώρα πια ήρθε η σειρά του χρόνου:
«Ενοικιάζεται το παρόν».
Αυτό γράφει πάνω στα λερά χαρτιά
-στο χρώμα της απελπισίας-
που βρίσκω κάθε τόσο εμπρός μου.
Ένας ζητιάνος
με τη χούφτα γυρισμένη προς τα κάτω
σαν να σκέπαζε ένα αόρατο λουλούδι
με είδε να κοιτώ ένα από αυτά:
- Τώρα τα βλέπεις κι εσύ,
ψιθύρισε βραχνά (σαν συνταξιούχος προφήτης)
κι έπειτα μου ‘δωσε ένα νόμισμα
κάλπικο,
ίδιο με λέξεις φορεμένες.
Έτσι ξεκίνησα να μαζεύω τα λεφτά
για το νοίκι.
My StumbleUpon Page
