Στάση

Οκτωβρίου 24, 2008 at 3:58 μμ (Uncategorized) (, , )

Μοναστηρίου, πριν λίγο. – Στάση ΟΑΣΘ “Στροφή Επταλόφου”. Περιμένω το αστικό για το σπίτι. Δίπλα μου μια κυρία με την γλυκύτατη κόρη της που μόλις έχει μπει στην εφηβεία. Κάθονται κι αυτές στο παγκάκι της στάσης, αλλά δεν κοιτάνε προς την κατεύθυνση που έρχονται τα λεωφορεία. Παρακολουθούν με ανυπομονησία το απέναντι ρεύμα, αυτό που έρχεται από τα δυτικά της πόλης, από την έξοδο προς τη βιομηχανική περιοχή. Κάποια στιγμή βλέπουν ένα τουριστικό λεωφορείο -προφανώς ναυλωμένο για να μεταφέρει εργαζομένους- να έρχεται από εκεί και αναφωνούν “Νάτος, ήρθε!” Από το λεωφορείο κατεβαίνουν δύο κύριοι και ο πιο νέος από αυτούς μόλις βλέπει τη γυναίκα  και την κόρη του κατευθύνεται προς το μέρος τους κρατώντας και μια μεγάλη σακούλα σαν κι αυτές που χρησιμοποιούν τα καταστήματα ρούχων. Τότε, η χαρά στο πρόσωπο της μητέρας παγώνει και λέει στην κόρη της:

-Κρατάει μεγάλη σακούλα… Κακό αυτό…

-Αφού ρε μαμά, σήμερα είναι Παρασκευή και αύριο δεν δουλεύει ο μπαμπάς… Θα είναι τα ρούχα της δουλειάς που τα φέρνει για πλύσιμο…

-Καλά λες, απαντάει εκείνη, με τον πανικό να μην έχει φύγει ακόμα από τα χαρακτηριστικά της.

Έτσι όπως κοιταζε δεξιά-αριστερά, σχεδόν απολογητικά, το βλέμμα της έπεσε επάνω μου, και νιώθοντας ότι έπρεπε να πω κάτι:

- Ψυχραιμία… της κάνω.

- Ψυχραιμία ε; Τέσσερις απολύουν από τη δουλειά του κάθε μέρα…

Μόνιμος σύνδεσμος 9 σχόλια

Κακοπιστία

Οκτωβρίου 22, 2008 at 12:03 μμ (Uncategorized) (, , , , )

Χθες το μεσημέρι μετά την πορεία πήρα από το σταθμό το αστικό (19) για το σπίτι μου. Κάθισα στις τελευταίες θέσεις, αυτές που είναι αντικριστά και ευνοούν τις κοινωνικές συναναστροφές, παρότι κανείς δεν εκμεταλλεύεται το γεγονός. Απέναντί μου μια κυρία γύρω στα πενήντα με ελαφρώς χαμένο βλέμμα. Δίπλα μου στην άλλη σειρά, ένας άντρας και μια γυναίκα που μέχρι να ξεκινήσει το λεωφορείο έμοιαζαν με ζευγάρι που ζητά τις δουλειές της ημέρας.

“Έμοιαζαν” μόνο όμως… Μόλις ξεκίνησε το αστικό έβγαλαν από τις τσέπες του το σήμα του ελεγκτή και άρχισαν να ελέγχουν τα εισιτήρια. Η κυρία απέναντί μου πανικοβλήθηκε και προσπάθησε να προλάβει να χτυπήσει ένα εισιτήριο που έβγαλε από την τσάντα της. Μάταιος κόπος. Το γερακίσιο μάτι του ελεγκτή τη συνέλαβε και αυτός της είπε με αυστηρότητα ότι ήταν πλέον αργά, ότι την είχε ξαναπετύχει να κάνει κάτι τέτοιο και πως θα πλήρωνε πρόστιμο.

Δεν πρόκειται να ασχοληθώ με το αν πρέπει ή όχι να χτυπάμε εισιτήριο ή για το αν θα πρέπει να υπάρχει πρόστιμο για τους τζαμπατζήδες. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό που με εκνεύρισε ήταν η μουλωχτότητα των ελεγκτών, οι οποίοι ενήργησαν σαν under-cover ασφαλίτες. Σκοπός σας είναι, κυρίες και κύριοι του ΟΑΣΘ, να πιάσετε στα πράσα τους τζαμπατζήδες ή να κόβουν όλοι εισιτήριο; Αν ισχύει το πρώτο, τότε μπράβο, δικαιούστε παράσημο για τις υπηρεσίες που προσφέρετε στην πάταξη της εγκληματικότητας. Αν ισχύει το δεύτερο, τότε, αφού ανεβαίνετε από την αφετηρία και κάθεστε σαν επιβάτες στο λεωφορείο, δηλώστε την ιδιότητά σας πριν να ξεκινήσει το όχημα, είτε φορώντας σε εμφανή θέση τα σήματά σας είτε ανακοινώνοντάς ότι θα γίνει έλεγχος στους επιβάτες άμα τη εκκινήσει. Μπορεί κάποιος να είναι αφηρημένος, αλλά ακόμα και να θέλει να τη βγάλει τζάμπα δώστε του μια ευκαιρία να το ξανασκεφτεί…

Αυτή η απαράδεκτη συμπεριφορά, λες και έχουμε να κάνουμε με καφκικούς δημόσιους λειτουργούς, υιοθετείται και από την αστυνομία όταν στήνει καρτέρι για να πιστοποιήσει παραβάσεις υπερβολικής ταχύτητας και κρύβεται πίσω από διάφορα -φυσικά ή μη- εμπόδια έτσι ώστε να μην την δουν εγκαίρως οι οδηγοί και κόψουν ταχύτητα. Έτσι είναι όμως όταν ο σκοπός δεν είναι η ασφάλεια στους δρόμους, αλλά η είσπραξη προστίμων.

Μόνιμος σύνδεσμος Γράψτε ένα σχόλιο

Η Φωνή

Οκτωβρίου 21, 2008 at 2:41 πμ (Uncategorized) (, , , )

(Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις είναι ακριβώς αυτό: μια απλή ομοιότητα*)

Ποτέ δεν της άρεσε εμφανισιακά. Ήταν πολύ λίγος για τα γούστα της: σε όλα του μέτριος, “σχεδόν”, όπως περιγράφει έναν ήρωά του ο Μουρσελάς, με ευκαιριακές ενδυματολογικές επιλογές, τόσο που δεν έμοιαζαν καν με επιλογές, με κοιλίτσα και μια φαλακρίτσα που έκανε δειλά την εμφάνισή της. Το πιο πολύ που της έβγαζε η εμφάνισή του ήταν μια μητρική τρυφερότητα για κάποιον που φαινόταν να βιώνει ετεροχρονισμένα την εφηβεία του. Το πιο λίγο ήταν ότι ορισμένες φορές της φαινόταν αποκρουστικός, ιδίως όταν άφηνε τα μαλλιά του να λαδώσουν ή όταν φορούσε το ίδιο τζιν για μια βδομάδα (και βάλε).

Μπορεί τα μάτια της να διαμαρτύρονταν μετά από την υπερβολική έκθεση σ’ αυτόν, δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και με τα αυτιά της. Όχι, δεν της τραγουδούσε “ναμαγαπάδικα” ούτε τη φλόμωνε με γλυκόλογα και κομπλιμέντα. Η φωνή του ωστόσο, χωρίς να είναι γλυκιά ή μελωδική, είχε σ’ εκείνη μια σχεδόν ναρκωτική επίδραση. Μπορούσε να τον ακούει να μιλά για οτιδήποτε με τις ώρες, αυτή που όταν ξεκινούσε να μιλά για τον εαυτό της δε σταματούσε, και, καθώς τον άκουγε, το μυαλό της σαν να άδειαζε από επώδυνες αναμνήσεις και αβέβαιους φόβους, γεμίζοντας ταυτόχρονα με ένα καθησυχαστικό παρόν που επιδίωκε να το επιμηκύνει όσο μπορούσε.

Όταν βρέθηκαν για λόγους εργασίας σε διαφορετικές πόλεις, όπως ήταν φυσικό έπαψαν να βλέπονται -προς μεγάλη της ανακούφιση. Προς ακόμα μεγαλύτερη ανακούφισή της όμως δεν έπαψαν να επικοινωνούν τηλεφωνικώς σχεδόν κάθε μέρα -ιδίως τα βράδια, όταν ξεμπέρδευαν και οι δύο λίγο ή πολύ με τις έγνοιες άλλης μιας μέρας και αποζητούσαν τη συντροφιά ενός άλλου. Η ίδια ένιωθε ιδιαίτερα ικανοποιημένη μ’ αυτή την εξέλιξη και ποτέ δε νοσταλγούσε τη φυσική του παρουσία -της αρκούσε που άκουγε τη θεία φωνή του να τη νανουρίζει, να την ηρεμεί, να την ανεβάζει, να την προβληματίζει, να την φέρνει στα ίσα της. Τύψεις δεν είχε: κι εκείνος έδειχνε να λαχταρά αυτές τις νυχτερινές συνομιλίες όσο και η ίδια.

Μετά από μερικούς μήνες, σε μια από αυτές τις συνδιαλέξεις που της είχαν γίνει πια όχι απλώς ρουτίνα αλλά απαραίτητο κομμάτι της ζωής της, της είπε ότι ήταν υποχρεωμένος να σταματήσει τα τηλεφωνήματα. Είχε γνωρίσει κάποια, έλεγε, και δεν το έβρισκε καθόλου σωστό. Τα έχασε. Δεν το είχε σκεφτεί ποτέ αυτό το ενδεχόμενο. Του πρότεινε εναλλακτικές, του ζήτησε ευγενικά να έχουν έστω πιο αραιές επαφές, τον καλόπιασε, τον κατηγόρησε, τίποτα εκείνος. Μέχρι που μια ιδέα πέρασε απ’ το μυαλό της, ελάχιστα πριν κλείσουν το τηλέφωνο -για τελευταία φορά, όπως επέμενε η μαγευτική φωνή του:

-Μπορώ να σου ζητήσω μια τελευταία χάρη; Αν μου κάνεις αυτό το χατίρι δεν θα σε ξαναενοχλήσω ποτέ…

-Σ’ ακούω, της απάντησε, λίγο πιο πρόθυμα απ’ ό,τι θα ήθελε να ακουστεί.

-Μπορείς να βρεις τώρα ένα μικρό παραμύθι απ’ αυτά που μ’ αρέσουν και να μου το διαβάσεις; Μετά αντίο, αφού το θες…

Απορώντας, της υποσχέθηκε ότι θα το έκανε και έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο. Πραγματικά, μετά από μερικά λεπτά την ξαναπήρε και της αφηγήθηκε όσο πιο γλυκά μπορούσε, με έναν σχεδόν βουβό κόμπο στο λαιμό, ένα αγαπημένο της παραμύθι. Μόλις τελείωσε, της είπε ένα άψυχο “γεια σου” αποχαιρετώντας τη.

….

….

….

Εκείνος δεν ξέρω τι απέγινε. Εκείνη πάντως βάζει ακόμα να ακούσει κάθε βράδυ το παραμύθι που εν αγνοία του το ηχογραφούσε την ώρα που της το διάβαζε απ’ το τηλέφωνο. Κάθε βράδυ το ίδιο ρίγος, η ίδια γλύκα τη διαπερνά, όπως τότε που είχε πρωτακούσει τη φωνή του. Είναι πολύ περήφανη μάλιστα που προνόησε να περάσει στο σκληρό της δίσκο το αρχείο αποφεύγοντας έτσι τον κίνδυνο να ξεφτίσει η φωνή. Ούτε που την πειράζει που έχει ξεχάσει πια το πρόσωπό του. Στο κάτω-κάτω και η ίδια έχει σπάσει εδώ και καιρό όλους τους καθρέφτες του σπιτιού της.

* Πάντα ήθελα να γράψω αυτή τη φράση -μπορεί και γι’ αυτό να έγραψα όλο το παραπάνω κείμενο…

Μόνιμος σύνδεσμος 3 σχόλια

Πώς ν’ Αντέξεις Δίχως Μύθο…

Οκτωβρίου 15, 2008 at 7:35 μμ (Uncategorized) (, )

[Η ανάρτηση αυτή θα ήταν περισσότερο επίκαιρη σε κάνα δίμηνο, αλλά θα την ξεχνούσα ως τότε.] Πριν λίγο λοιπόν είδα την τηλεοπτική διασκευή (άνιση) ενός μυθιστορήματος του Terry Pratchett και θυμήθηκα έναν καταπληκτικό διάλογο προς το τέλος του βιβλίου. Το βιβλίο είναι το “Hogfather” και διαδραματίζεται και αυτό στον Δισκόκοσμο.
Στον κόσμο αυτόν λοιπόν ο Hogfather είναι κάτι αντίστοιχο με τον δικό μας Άγιο Βασίλη (ελληνιστί Santa Claus), μόνο που αυτός είναι διασταύρωση του γνωστού μας κοκκινοφορεμένου τύπου από τη διαφήμιση της Coca-Cola με αγριογούρουνο. Η ιστορία διαδραματίζεται τη νύχτα της παραμονής του Hogswatch (η Πρωτοχρονιά-τα Χριστούγεννα του Δισκόκοσμου). Κάποιες σκοτεινές δυνάμεις του πολυσύμπαντος που λατρεύουν την τάξη και την τετράγωνη λογική θέλουν να ξεκάνουν τον Hogfather γιατί τους ενοχλεί η πίστη των ανθρώπων σε κάτι τόσο παράλογο. Έχουν, θα λέγαμε απλά, αλλεργία στη φαντασία. Προσλαμβάνουν λοιπόν έναν αδίστακτο επαγγελματία από τη Συντεχνία των Δολοφόνων ο οποίος υπόσχεται να εξαφανίσει στην ανυπαρξία τον Hogfather πριν τελειώσει η νύχτα.
Αντίπαλους στα σχέδιά τους θα βρουν τον Χάρο (βασικός χαρακτήρας σε αρκετά από τα μυθιστορήματα του Δισκόκοσμου και μάλλον ο πιο αγαπητός στους αναγνώστες) και την εγγονή του (μεγάλη ιστορία…). Ο ίδιος ο Χάρος αναλαμβάνει τον αγιοβασιλιάτικο ρόλο (μπαίνει από τις καμινάδες και αφήνει δώρα σε κάλτσες, ταξιδεύει με έλκηθρο, φοράει κατάλληλα για την περίσταση ρούχα, ένα μαξιλάρι για κοιλιά και ψεύτικη γενειάδα) και ταυτόχρονα πείθει την εγγονή του, τη Susan, που έχει κάποιες από τις δυνάμεις του παππού της, να σώσει τον Hogfather. Το βασικό επιχείρημα του Χάρου είναι ότι αν δεν σωθεί, ο ήλιος δεν θα ανατείλει ποτέ ξανά.
Φυσικά, μετά από πολλές ευτράπελες περιπέτειες, η Susan θα σώσει τον Hogfather, αλλά, λίγο πριν την γυρίσει ο παππούς της στο σπίτι της, του λέει:

“[...] Τώρα… πες μου…”

ΤΙ ΘΑ ΕΙΧΕ ΣΥΜΒΕΙ ΑΝ ΔΕΝ ΤΟΝ ΕΣΩΖΕΣ;

“Ναι! Ο ήλιος θα είχε ανατείλει κανονικά, έτσι δεν είναι;”

ΟΧΙ.

“Α, έλα τώρα. Δε γίνεται να περιμένεις να το πιστέψω αυτό. Πρόκειται για αστρονομικό φαινόμενο.

Ο ΗΛΙΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΧΕ ΑΝΑΤΕΙΛΕΙ.

Γύρισε και τον κοίταξε.

“Ήταν μεγάλη η νύχτα, Παππού! Είμαι κουρασμένη και χρειάζομαι ένα μπάνιο! Δεν χρειάζομαι χαζομάρες!”

Ο ΗΛΙΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΧΕ ΑΝΑΤΕΙΛΕΙ.

“Αλήθεια; Τότε, τι θα είχε γίνει, παρακαλώ;”

ΜΙΑ ΑΠΛΗ ΣΦΑΙΡΑ ΦΛΕΓΟΜΕΝΩΝ ΑΕΡΙΩΝ ΘΑ ΦΩΤΙΖΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.

[...]

“Εντάξει,” είπε η Susan. “Δεν είμαι χαζή. Λες ότι οι άνθρωποι χρειάζονται τις… φαντασίες για να κάνουν τη ζωή υποφερτή.”

ΑΛΗΘΕΙΑ; ΣΑΝ ΝΑ ΗΤΑΝ ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΡΟΖ ΧΑΠΙ; ΟΧΙ. ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ. ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΟΠΟΣ ΟΠΟΥ Ο ΠΕΠΤΩΚΩΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΟΝ ΟΡΘΟΥΜΕΝΟ ΠΙΘΗΚΟ.

“Νεράιδες; Αγιοβασίληδες; Καλικάντ-”

ΝΑΙ. ΓΙΑ ΕΞΑΣΚΗΣΗ. ΠΡΕΠΕΙ ΑΠΟ ΚΑΠΟΥ ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΕΤΕ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΑΘΕΤΕ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΨΕΜΑΤΑ.

“Ώστε να μπορούμε να πιστέψουμε και τα μεγάλα;”

ΝΑΙ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. ΕΛΕΟΣ. ΚΑΘΗΚΟΝ. ΤΕΤΟΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ.

“Δεν είναι καθόλου το ίδιο!”

ΕΤΣΙ ΝΟΜΙΖΕΙΣ; ΤΟΤΕ ΠΑΡΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΚΑΙ ΑΛΕΣΕ ΤΟ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ Η ΠΙΟ ΨΙΛΗ ΣΚΟΝΗ ΚΑΙ ΚΟΣΚΙΝΙΣΕ ΤΟ ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΟΣΚΙΝΟ ΚΑΙ ΕΠΕΙΤΑ ΔΕΙΞΕ ΜΟΥ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΕΝΑ ΜΟΡΙΟ ΕΛΕΟΥΣ. ΚΙ ΟΜΩΣ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙΤΕ ΣΑΝ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΙΔΕΑΤΗ ΤΑΞΗ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΣΑΝ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΕΙΔΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΤΟ ΚΡΙΝΕΤΕ.

“Ναι, αλλά οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να το πιστεύουν αυτό, αλλιώς ποιο το νόημα…” [what's the point...]

ΑΥΤΟ ΕΝΝΟΩ ΑΚΡΙΒΩΣ. [ΜY POINT EXACTLY.] [...]

“Μιλάς για μας σαν να είμαστε τρελοί.”[...]

ΟΧΙ. ΕΧΕΤΕ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΑ. ΠΩΣ ΑΛΛΙΩΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΤΕΛΙΚΑ ΝΑ ΒΓΟΥΝ ΑΛΗΘΙΝΑ;

Τα σχόλια δικά σας…

Μόνιμος σύνδεσμος 4 σχόλια

Ένα Χαμόγελο

Οκτωβρίου 13, 2008 at 3:22 μμ (Uncategorized) ()

Το ακανόνιστο τετράπλευρο που ορίζεται από την Εγνατία, την Τσιμισκή, τη Δωδεκανήσου και την Ίωνος Δραγούμη μου το γνώρισε σε κάτι απογευματινούς περιπάτους και βραδυνούς γυρισμούς ένα πλάσμα που προτιμούσε να κυκλοφορεί στα άδεια στενά της περιοχής, ανάμεσα σε παρατημένες οικοδομές που έχουν γεμίσει προβάδικα και σε κλειστά εμπορικά. Το μέρος με γοήτευσε αμέσως -ίσως λόγω των μυρωδιών που τριγυρνούσαν, ίσως λόγω αυτού του αισθήματος απουσίας που σου αφήνει ένας τόπος πραγματικά ζωντανός τις ώρες που δεν βρίσκεσαι εσύ εκεί.

Το καλοκαίρι που μας πέρασε γνώρισα και τη νύχτα αυτής της περιοχής, στο λεγόμενο τρίγωνο του “χώρου” (4 Εποχές, Υψικάμινος, Τσέχικη) και στην Παπαρούνα, μαγαζιά που ήταν πήχτρα όταν σχεδόν όλη η υπόλοιπη πόλη ήταν άδεια. Δεν είμαι σίγουρος για τον λόγο που γνωρίζουν εσχάτως τόση επιτυχία τα μπαράκια και τα συναφή που λειτουργούν εκεί, αλλά υποψιάζομαι ότι τον κόσμο τον γοητεύει αυτή η αίσθηση παρελθόντος που κυκλοφορεί στα δρομάκια της Βαλαωρίτου, της Συγγρού, της Φράγκων, ενός παρελθόντος αστικού όμως, που ποτέ δε γίνεται φολκλόρ.

Εδώ και λίγο καιρό περιπλανιέμαι στα στενά αυτά και την ημέρα, ανακαλύπτοντάς την ώρα που ζουν την πρωινή τους ζωή. Βλέπω πλέον ανοιχτές τις αποθήκες “εγχώριων προϊόντων” με επωνυμίες ιδιοκτητών που θυμίζουν το εβραϊκό παρελθόν της περιοχής, βλέπω κουστουμαρισμένους τύπους να μπαίνουν για ένα ουζάκι ή για να τσιμπήσουν κάτι στα δυο-τρία “λαϊκά” μαγαζιά που υπάρχουν, νιώθω σαν να ακούω το σφυγμό της πόλης, εδώ που μπορεί να μην βρίσκεται η καρδιά της, αλλά άλλα, εξίσου ζωτικά όργανα.

Κι όταν κάθομαι στο μαγερειό της Ολυμπίου Διαμαντή και τρώω κάτι υπέροχα μπακαλιαράκια ή σουτζουκάκια, πίνοντας ρετσίνα και κοιτάζοντας ένα μικρό δρομάκι βαφτισμένο “Ερνέστου Εμπράρ”, νιώθω να σταματά ο χρόνος και σκέφτομαι πόσο λίγα πράγματα χρειάζονται για να νιώσει κανείς -έστω και για λίγο- πλήρης.

Μόνιμος σύνδεσμος 4 σχόλια