Κάθε μέρα γι’ αυτόν ήταν η πρώτη μέρα του χρόνου. Τόσο πολύ το πίστευε που έσπαζε κάθε πρωί ένα κατακόκκινο ρόδι στο κατώφλι των ονείρων του. Μετά μάζευε ένα-ένα τα σπυριά από κάτω (σαν να μάζευε αναμνήσεις μέσα από βιβλία) και τα σκορπούσε έξω. Τα πρώτα σπουργίτια που έφταναν τα κοιτούσε από το παράθυρο της τουαλέτας. Η ανόητη μακαριότητά τους τον γέμιζε ανεξήγητη χαρά και οι βρυσούλες των ματιών του φούσκωναν με δάκρυα την άβολη μπανιέρα του.
Έπειτα βούλιαζε μέσα της, ίδιος με αταξίδευτο Τιτανικό, και έμενε εκεί με τις ώρες σχεδιάζοντας το μέλλον -κάθε μέρα το ίδιο. Σκεφτόταν ταξίδια σε μαγευτικά νησιά, αγκαλιές άδειες από αρνήσεις, μυστικά που δεν θα τα ήξερε μόνο αυτός. Έφτιαχνε σχέδια, μου είπε κάποιος που θα ήθελε να τον γνωρίσει, όπως οι ναυαγοί φτιάχνουν σχεδία.
Κάποια στιγμή σουρούπωνε και θυμόταν. Ξεκρέμαγε το παλιό τσεκούρι του παππού, έβγαινε έξω και άπλωνε το κεφάλι του στο κούτσουρο της αυλής. Μάταια περίμενε κάθε βράδυ -μέχρι που πιανόταν ο λαιμός του- κάποιον δήμιο. Δεν του είχε πει κανείς ότι για να χάσεις το κεφάλι σου πρέπει πρώτα να κερδίσεις έστω και ένα σπυρί ζωής.
Χάθηκε, είπαν. Εσύ που ξέρεις καλύτερα όμως, ακούς καμιά φορά τα ουρλιαχτά του μαζί με τον άνεμο που έρχεται απ’ το Βορρά.
Μόνιμος σύνδεσμος
Γράψτε ένα σχόλιο
Είμαστε Ιρλανδέζικα δίδυμα (Irish twins), όρος διόλου κολακευτικός όταν πρωτοάρχισε να χρησιμοποιείται στις ΗΠΑ. Σημαίνει ότι γεννηθήκαμε με απόσταση λιγότερη από 12 μήνες: εγώ πρώτος και εκείνη έντεκα μήνες μετά. Από τότε που έμαθα τον συγκεκριμένο όρο, τον χρησιμοποιούσα κάθε φορά που με ρωτούσαν αν έχω αδερφή και τα διάφορα άλλα τυπικά κοινωνικά, συμπληρώνοντας τον με το φθαρμένο πλέον ευφυολόγημα ότι ο ένας είναι προϊόν πάθους και ο άλλος προϊόν λάθους, χωρίς να ξέρω όμως με ποια σειρά…
Αυτή η ελάχιστη ηλικιακή διαφορά μεταξύ μας και η σχετική ομοιότητα μεταξύ μας -ιδίως στα χρώματα- είχαν ως αποτέλεσμα να μας περνάνε πολλοί για πραγματικά δίδυμα, ενώ το γεγονός ότι ο μεγαλύτερος (εγώ) ήμουν αγόρι και η μικρότερη κορίτσι σήμαινε ότι αρκετά από όσα έχουν σχέση με τη σωματική, πνευματική ή όποια άλλη ανάπτυξη η αδερφή μου τα έκανε ταυτόχρονα με εμένα -και κάποιες φορές πριν από μένα. Με άλλα λόγια μεγαλώσαμε στην κυριολεξία μαζί.
Καλοκαιρινά μεσημέρια που το σκάγαμε από τη μπαλκονόπορτα του δωματίου μας, ξυπόλητα στην καυτή άσφαλτο, παγωμένα χειμωνιάτικα πρωινά στο ίδιο κρεβάτι κάτω από τόνους κουβέρτες που τις κάναμε διαστημόπλοιο, αποχή από την πρωινή έγερση για το σχολείο μέχρι να ζεσταθεί το καθιστικό, φάπες, σφαλιάρες, κλωτσιές, τράβηγμα μαλλιών, συμμαχίες με τον μικρό αδερφό εναντίον του ενός από τους δύο, σκατολογικές βρισιές και προσβολές (δεν είχαμε ανακαλύψει ακόμα τον γενετήσιο κλάδο), αυτή να κοιμάται με τις κότες και να ξυπνάει πάντα νωρίτερα, ατέλειωτες ώρες παιχνίδι στη γειτονιά και άλλες τόσες βλέποντας παιδικά προγράμματα στην τηλεόραση ( πότε προλαβαίναμε; ), εφηβεία γεμάτη συγκρούσεις και συμφιλιώσεις, αλλά πάντα με αλληλεγγύη μπροστά στους γονείς -το αντίθετο ήταν απλώς απαράδεκτο.
Τα τελευταία 12-13 χρόνια βλέπω ελάχιστα την αδερφή μου: αν κάνω σούμα πόσο τη βλέπω κάθε χρόνο, δε νομίζω ότι αυτές οι μέρες θα ξεπερνάνε τον ένα μήνα ετησίως. Μεγαλώνουμε χώρια πλέον και ταυτόχρονα παράλληλα, με επιλογές άλλοτε διαμετρικά αντίθετες και άλλοτε αλλόκοτα διασταυρούμενες. Συνήθως η ανακωχή μεταξύ μας κρατά μερικές ώρες αφότου ξαναβρεθούμε και έπειτα επιστρέφουμε στην κατάσταση που περιγράφεται από αδαής, μοναχοπαίδια κατά κανόνα, ως “αδελφική αγάπη”, και στην πραγματικότητα συνίσταται στο ποιος θα την πει καλύτερα στον άλλο…
Σήμερα η αδελφή μου (συνειδητοποιώ ότι ποτέ δεν την αποκάλεσα ή δεν την αντιλήφθηκα ως την “αδελφούλα μου”) κλείνει τα 30. Δυσκολεύομαι να το χωνέψω ότι το “ανώριμο” μπαίνει στην τέταρτη δεκαετία της ζωής της -μάλλον επειδή αυτό μου θυμίζει ότι εγώ το έπαθα αυτό έντεκα μήνες νωρίτερα- αλλά θα φανώ μεγαλόψυχος σαν μεγάλος αδερφός:
Χρόνια Καλά, Αδέρφι!
Μόνιμος σύνδεσμος
1 σχόλιο
…Όταν πέρασα τα βουνά του Ουπ-Οθρ-Αν, βρέθηκα, μετά από μια εξαντλητική πορεία στη χώρα που κατοικεί ένας περίεργος λαός, τελείως διαφορετικός από οποιονδήποτε λαό γνωρίζουμε, οι Χρήστες. Όντας σε εξερευνητική αποστολή της Ευρασιατικής Ανθρωπολογικής Εταιρείας και έχοντας ακούσει μόνο θρύλους για την ύπαρξή τους, έμεινα αρκετό διάστημα μαζί τους για να μελετήσω τις συνήθειές τους και την οργάνωσης της κοινωνίας τους, που παρουσιάζουν αξιοσημείωτο ενδιαφέρον. Τα αναλυτικά αποτελέσματα της επιστημονικής μου έρευνας θα δημοσιευθούν στο περιοδικό της εταιρείας μας -εδώ θα παραθέσω κάποια γενικά στοιχεία για τους λιγότερο καταρτισμένους στην ανθρωπολογία αναγνώστες.
Οι Χρήστες έχουν αναπτύξει την τεχνολογία τους σε ένα προβιομηχανικό επίπεδο που αντιστοιχεί περίπου στα τέλη του Ευρωπαϊκού Μεσαίωνα. Ζουν σε μια φαινομενικά κολλεκτιβοποιημένη κοινωνία όπου εκτός από τη γεωργία και την κτηνοτροφία σημαντικό τμήμα της οικονομίας καταλαμβάνουν το εμπόριο και οι υπηρεσίες. Απεχθάνονται τα ταξίδια και είναι καχύποπτοι με τους ξένους, ιδιαίτερα με όσους κουβαλούν πολλές αποσκευές (υπήρξα τυχερός εδώ, καθώς οι περιπέτειές μου με είχαν αφήσει μονάχα με τα ρούχα και τις σημειώσεις μου). Αποφεύγουν τα ρήματα που δηλώνουν κατοχή ή ιδιοκτησία και τις κτητικές αντωνυμίες, ενώ μια συνηθισμένη βρισιά στη γλώσσα τους είναι “Που να σε έχει κάποιος για πάντα!”
Η απέχθεια τους για την ιδιοκτησία δεν μένει μόνο στο γλωσσικό επίπεδο, αλλά επεκτείνεται και στη ζωή τους. Οι Χρήστες δεν κατέχουν πράγματα. Τα χρησιμοποιούν. Από τα τρόφιμα μέχρι τα γεωργικά εργαλεία, από τα ρούχα ως τα σπίτια, τα πάντα είναι χρησιμοποιήσιμα, χρησιμοποιούμενα ή χρησιμοποιητέα από όλους. Εξάλλου, με βάση το Επίπεδο Χρήσης που μπορεί να φτάσει ο καθένας, χωρίζονται σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, με την ανώτερη να απολαμβάνει τον σεβασμό όλων.
Χαμηλότερα από όλους βρίσκονται οι Χρήστες των Πραγμάτων, που περιορίζονται στη χρήση αντικειμένων καθημερινών ή περισσότερο εξειδικευμένων. Ακολουθούν οι Χρήστες των Γνώσεων, όσοι δηλαδή μπορούν να χρησιμοποιήσουν παραδεδομένες γνώσεις σε κάποιον τομέα, χωρίς όμως να κατέχουν πραγματικά αυτές τις γνώσεις. Στη συνέχεια συναντάμε τους Χρήστες των Τεχνών (ηθοποιοί, οργανοπαίχτες, χορευτές, ζωγράφοι πορτραίτων, τραγουδιστές), οι οποίοι χρησιμοποιούν κάποια τέχνη για να συγκινήσουν τους άλλους Χρήστες. Πρωτότυπα έργα δεν παράγονται πλέον στη χώρα αυτή, παρά μόνο αναπαράγονται παλιά, σχεδόν αρχαία, έργα (ο μύθος με τον οποίο μου εξήγησαν αυτή τη στασιμότητα είναι τόσο περίπλοκος που δεν τολμώ σκοτίσω τον αναγνώστη με τις λεπτομέρειες του -μπορώ να πω μονάχα ότι έχει να κάνει με την αλόγιστη χρήση του επιθέτου “τέλειος” για αυτά τα προγενέστερα έργα την εποχή που δημιουργήθηκαν).
Στο ψηλότερο κοινωνικό σκαλί βρίσκονται οι Χρήστες των Ανθρώπων, λίγοι και σχεδόν μη αναγνωρίσιμοι, σε τέτοιο βαθμό που οι υπόλοιποι Χρήστες θεωρούν πολλές φορές την ύπαρξή τους θρύλο. Οι Ανθρωποχρήστες, όπως αλλιώς αποκαλούνται, λέγεται πως έχουν την ικανότητα να χρησιμοποιούν άλλους Χρήστες, χειραγωγώντας τα συναισθήματα και τις επιθυμίες των για να ικανοποιηθούν οι δικές τους σωματικές ή συναισθηματικές ανάγκες. Έχουν φτάσει σε τέτοια επίπεδα Χρήσης που κανείς δεν αντιλαμβάνεται ότι χρησιμοποιείται από αυτούς, εξού και η έλλειψη επαρκών αποδείξεων για την ύπαρξή τους. Γνωρίζουν άψογα ποιες είναι κάθε φορά οι επιθυμίες τους και ποιοι μπορούν να τις ικανοποιήσουν καλύτερα. Εντοπίζουν ταχύτατα τους Χρήσιμους, έτσι φημολογείται ότι τους ονομάζουν μεταξύ τους, και με μεγάλη μαεστρία τους χρησιμοποιούν μέχρι να νιώσουν πλήρεις.
Θα περίμενε κανείς ότι οι Ανθρωποχρήστες θα επέβαλλαν χάρη σε αυτές τις ικανότητές τους μια ιδιότυπη δικτατορία εις βάρος των υπολοίπων, αλλά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει αφού υπάρχει ένα ζωτικό εξισορροπητικό στοιχείο. Ο καθένας από αυτούς έχει στόχο να χρησιμοποιήσει άλλους Ανθρωποχρήστες, καταφεύγοντας στη Χρήση απλών Χρηστών μονάχα όταν βρίσκεται σε απελπιστική κατάσταση ή όταν θέλει να κάνει πρακτική εξάσκηση. Έτσι λοιπόν οι Χρήστες Ανθρώπων αναλώνονται σε μια διαρκή πάλη μεταξύ τους ώστε να καταφέρουν να χρησιμοποιήσουν ο ένας τον άλλο, σε ένα ανελέητο παιχνίδι εξουσίας, αφήνοντας τον απλό λαό να ζει χρησιμοποιώντας λιγότερο ακίνδυνα πράγματα.
Όταν τελικά αποχαιρέτησα τον παράξενο αυτό λαό, με κατευόδωσαν με την ιδιόρρυθμη ευχή “Καλές Χρήσεις!” Μετά από ένα κοπιώδες ταξίδι σε περιοχές άνυδρες, χωρίς καμία ανθρώπινη παρουσία, έφτασα τελικά στον πολιτισμένο κόσμο. Σκέφτομαι όμως, καθώς γράφω αυτές τις τελευταίες γραμμές του κειμένου μου, μήπως τελικά κάνοντας γνωστό σε όλο τον κοσμο το λαό αυτό, μήπως, λέω, υπήρξα κι εγώ Χρήσιμος χωρίς να το καταλάβω;
Μόνιμος σύνδεσμος
6 σχόλια
“Μην τη χτυπάς!” Βδομάδες τώρα, για να μην πω μήνες, αυτή η φράση τριβελίζει διαρκώς στο μυαλό μου. Κάθε φορά που τη σκέφτομαι νιώθω τη σκέψη μου να παραλύει, να δαγκώνομαι μέσα μου, όπως όταν σκεφτόμαστε σε μια ανυποψίαστη στιγμή κάποια τραυματική μας εμπειρία. Στο λεωφορείο, όταν κοιτάζω τις στάσεις στην Εγνατία, στα έργα του Μετρό, όταν γυρίζω μόνος από νυχτερινές εξόδους, σχεδόν συνέχεια, ακούω αυτές τις τρεις λέξεις στο μυαλό μου.
Δεν είναι κραυγή ούτε ουρλιαχτό μα ούτε και ψίθυρος ή διαταγή. Τις πιο πολλές φορές ακούγονται ξερές, χωρίς να μπορώ να διαβάσω κανένα συναίσθημα, καμία πρόθεση μέσα τους. Μονάχα μια μικρή υπόνοια παραίτησης αφουγκράζομαι καμιά φορά σε κείνο το “Μη”, και το “χτυπάς” συνήθως σβήνει στο τέλος και κάθε άλλο παρά αποφασιστικό ακούγεται…
Εκείνο όμως που με τρελαίνει είναι που δεν έχω ιδέα για το ποιοι ακριβώς βρίσκονται στις τρεις κορυφές του τριγώνου που σχηματίζει αυτή η φράση. Ποιος μιλά; Σε ποιον απευθύνεται; Ποια ζητά να μην υποστεί το χτύπημα; Έρχονται στο νου μου διαρκώς διάφορες εξηγήσεις, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο προφανείς, καμία όμως δεν με ικανοποιεί. Μιλώ σε κάποιον άλλο; Στον εαυτό μου; Μου μιλά κάποιος; Βρίσκομαι μπροστά σε έναν επικείμενο ξυλοδαρμό; Ποια πρέπει να γλυτώσει;
Παράθυρο σε ένα παραμορφωμένο παρελθόν ή σε ένα διεστραμμένο μέλλον, σε κάτι που έγινε ή θα μπορούσε να γίνει, αυτό το αχρείαστο φυλαχτό από λέξεις που το κουβαλάω επάνω μου χωρίς να μπορώ να το πετάξω, ταρακουνά τη συνοχή του νου μου, υπονομεύοντας σιγά-σιγά την ηρεμία του. Τόσο, που μου έρχεται πια, κάθε φορά που ξεδιπλώνεται μέσα μου, να φωνάξω “Μη με χτυπάς!”
Μόνιμος σύνδεσμος
1 σχόλιο