Ψύχουλα

Απριλίου 26, 2009 at 11:35 μμ (Uncategorized) (, )

…Εκείνη φορούσε ένα ψάθινο καπέλο που κατέβαινε ως τα μάτια της. Περιφερόταν στους δρόμους, με ένα μωβ σακουλάκι, σαν φόβο. Έβρισκε μια πλατεία κι ένα παγκάκι πράσινο, κατά προτίμηση φρεσκοβαμμένο. Καθόταν εκεί με τις ώρες. Τάιζε τα περιστέρια με κάτι σπόρους λέξεων που έβγαζε από το σακούλι της, κάτι αγάπ, κάτι ρωτ, μερικά ευθερ, (τ)ρήματα όπως το δίνω ή το πάρε, και όταν ήταν σε μεγάλα κέφια ακόμα και ολόκληρα κομμάτια από προτάσεις, σαν το “μα πού γύριζες;” ή το “άφησέ με να ‘ρθω μαζί σου.” Οι περαστικοί την ερωτεύονταν. Απέφευγε να τους κοιτάξει: ήταν εγγονή της Μέδουσας και τους λυπόταν.


Όταν άδειαζε ο φόβος της -το σακουλάκι, θέλω να πω- σηκωνόταν και έφευγε. Όχι προς τον ουρανό.  Απλώς έφευγε, όπως φεύγει ένα κρύωμα ή μια επιθυμία. Χωρίς να αφήσει τίποτα πίσω.

Μόνιμος σύνδεσμος 2 σχόλια

Η

Απριλίου 26, 2009 at 3:18 πμ (Uncategorized) (, )

Τον βλέπεις εκεί να πολεμά ανεμόμυλους, να κυνηγά λευκές φάλαινες, να ψάχνει Ιθάκες, να μη συμβιβάζεται με τίποτα λιγότερο από το αδύνατο. Κι όταν πετύχει το στόχο του γέρνει αποσταμένος, πληγωμένος, γέρος, ετοιμοθάνατος σε μια πέτρα που πάντα βρίσκεται εύκαιρη κάπου κοντά. Το ένα του χέρι στο κοντάρι, στο  κουπί ή στο καμάκι, που στέκει ακόμα ορθό να δείχνει (σ)τον ουρανό ή να γίνεται θαυμαστικό που υπογραμμίζει τη νίκη του. Το άλλο να αγγίζει το γόνατό του -υπενθύμιση του λυγίσματος, της υποχώρησης. Κοιτάζει μακριά -όχι το τρόπαιο- σαν να σκέφτεται τι θα την κάνει αυτή τη νίκη, έτσι κούφια που τη βρήκε. Δεν του φτάνει ο αγώνας, η προσπάθεια, γιατί αυτό που έλπιζε τόσον καιρό ήταν πως οι ανεμόμυλοι ήταν στ’ αλήθεια γίγαντες, η λευκή φάλαινα το πεπρωμένο του, η Ιθάκη πλούσια, η εκδίκηση γλυκιά, η αγκαλιά της ο παράδεισος.


Κάτι τέτοιες στιγμές εύχεται να μην τα κατάφερνε ποτέ.

Μόνιμος σύνδεσμος 2 σχόλια

Το Ξαπλωτό Αυτί

Απριλίου 7, 2009 at 11:57 πμ (Uncategorized) (, )

Ένας άνθρωπος περιμένει το τρένο στη μέση του πουθενά. Το περιμένει κοιτάζοντας τον ορίζοντα. Είναι ανυπόμονος, νευρικός. Θέλει πολύ να έρθει αυτή η αμαξοστοιχία. Κάποια στιγμή θυμάται κάτι που έχει δει σε ένα παλιό γουέστερν: ακουμπά το αυτί του στη σιδηροτροχιά και προσπαθεί να αφουγκραστεί τον ερχομό του τρένου. Στέκεται έτσι ώρες ολόκληρες, αφοσιωμένος στο σκοπό του, αφοσιωμένος στην προσμονή του χαρμόσυνου ήχου. Τόσο πολύ έχει βυθιστεί στην ίδια του την αφοσίωση ώστε δεν βλέπει το τρένο που εμφανίζεται στο βάθος.


Το άλλο πρωί κάποιος τσομπάνος βρήκε ένα ακέφαλο πτώμα να προσκυνά τις ράγες της εγκαταλειμμένης από χρόνια σιδηροδρομικής γραμμής…

Μόνιμος σύνδεσμος 3 σχόλια