Πέστα Δάσκαλε!
Παρατηρώ ότι πρέπει να καταρτίσομε εκ νέου το σχολικό πρόγραμμα του δημοτικού σχολείου και του Γυμνασίου. Χρειάζεται να περιοριστεί ο αριθμός των μαθημάτων, αλλά και η ύλη του κάθε μαθήματος στα βασικά και απαραίτητα. Ιεράρχηση επίσης των μαθημάτων είναι απαραίτητη. Ειδικότερα υποστηρίζω -και δεν το λέω μόνος εγώ- ότι με τη σημερινή διδασκαλία στο γυμνάσιο δημοτικής και καθαρεύουσας οδηγείται ο μαθητής σε πλήρη σύγχυση, καθώς έρχεται από το δημοτικό γλωσσικά ακατάρτιστος στη σημερινή του γλώσσα. Ξέρομε ότι η μεταρρύθμιση του 1976 απομάκρυνε την αρχαία γλώσσα από το γυμνάσιο και τη μετέθεσε στο λύκειο. Μεταγενέστερες προτάσεις οδήγησαν με τον καιρό στο εσφαλμένο μέτρο της επαναφοράς της καθαρεύουσας στο γυμνάσιο. Χρειάζεται άμεση αποκατάσταση των πραγμάτων. Είναι ανάγκη ο μαθητής να κατακτήσει όσο γίνεται καλύτερα τη σύγχρονη γλώσσα του για να μπορέσει αργότερα στο λύκειο, βασιζόμενος στη γλώσσα τη σύγχρονη, να επεκτείνει τις γνώσεις του και στην αρχαία γλώσσα. Στο γυμνάσιο ο μαθητής πρέπει απλώς να προϊδεαστεί ως προς την αρχαία γλώσσα, ενώ σήμερα φιλοδοξούμε να επιτύχομε το ακατόρθωτο: παράλληλη προσπέλαση δύο γλωσσικών μορφών από μαθητές όχι ανάλογα παρασκευασμένους.
Εμμανουήλ Κριαράς στην εφημερίδα “Πατρίς” της Κρήτης
Δωρεάν Χρόνος Βιβλιοφιλίας
“Μακάρι να πωλούνταν τα βιβλία με προσφορά χρόνου στο εξώφυλλο: τρεις ώρες για την Καρδιά του Σκότους, δύο ολόκληρες μέρες για το Πόλεμος και Ειρήνη.”
Tom Petsinis, Ο Δωδέκατος Διάλογος, σελ. 44, μτφρ. Βάκυ Τόμπρου
πολλῶν δ᾽ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω
“Γιατί φεύγουμε από έναν τόπο; Για να μπορέσουμε να επιστρέψουμε σ’ αυτόν. Για να μπορέσουμε να δούμε τον τόπο από όπου καταγόμαστε με καινούρια μάτια και διαφορετικά χρώματα. Και οι άνθρωποι στον τόπο σου σε βλέπουν κι αυτοί διαφορετικά πια. Το να επιστρέφεις εκεί από όπου ξεκίνησες δεν είναι το ίδιο με το να μην έχεις φύγει ποτέ.”
Terry Pratchett, A Hat Full of Sky, σελ. 349, προσωπική μεταφραστική απόπειρα
Σπινόζα για Αρχάριους
“…Κάποτε ήμασταν άμορφες μάζες μέσα στη θάλασσα, και έπειτα ψάρια, και έπειτα σαύρες και αρουραίοι, και έπειτα πίθηκοι, και εκατοντάδες πράγματα ενδιάμεσα. Αυτό το χέρι ήταν κάποτε πτερύγιο, αυτό το χέρι είχε κάποτε νύχια αρπακτικού! Στο ανθρώπινο στόμα μου έχω τους κυνόδοντες του λύκου και τους κοπτήρες του κουνελιού και τους μασητήρες της αγελάδας! Το αίμα μας είναι τόσο αλμυρό όσο η θάλασσα στην οποία ζούσαμε κάποτε! Όταν τρομάζουμε, μας σηκώνεται η τρίχα, ακριβώς όπως όταν είχαμε γούνα. ΕΙΜΑΣΤΕ ιστορία! Είμαστε ακόμα και τώρα όλα όσα υπήρξαμε στην πορεία μας μέχρι να γίνουμε αυτό που είμαστε σήμερα. [...] Είμαι πλασμένη από τις μνήμες των γονέων μου και των παππούδων μου, όλων των προγόνων μου. Φανερώνονται στην όψη μου, στο χρώμα των μαλλιών μου. Και είμαι πλασμένη από τον καθένα που έχω συναντήσει και άλλαξε τον τρόπο που σκέφτομαι. Ποια είμαι λοιπόν “εγώ”;…”
Terry Pratchett, A Hat Full of Sky, σελ. 304, προσωπική μεταφραστική απόπειρα (ευχαριστώ Δήμητρα)
Μου λύπουν…
“mou lipoun,tin mama mou,tous filous mou,mpampa mou,oi oikogenia mou,patrida mou…ola mo leipoun”
Δεν ξέρω αν κάνω καλά που ανεβάζω αυτές τις φράσεις που διάβασα πριν λίγο στο Facebook, στο status μιας μετανάστριας (ή μετανάστιδας -η ξενιτιά την ίδια γεύση έχει γι’ αυτήν όπως και να την αποκαλέσεις) από τη ΝΑ Ασία. Νιώθω ότι παραβιάζω λιγάκι τον προσωπικό της καημό, αλλά αυτός ο συνδυασμός greeklish, νοσταλγίας, σπαστών ελληνικών, αυθόρμητης ιεράρχησης όσων της λείπουν είναι από τα πιο πικρά πράγματα που έχω διαβάσει για τον ξενιτεμό…
Ποια Αμερική;
“Δεν υπήρχε πια το χωνευτήρι, αυτή ήταν η τραγωδία. Υποτίθεται ότι θα τους δεχόμασταν όλους, θα τους καλωσορίζαμε με ανοιχτές αγκάλες, θα τους σφίγγγαμε πάνω μας, με τη στοργή που δείχνουμε στους δικούς μας ανθρώπους, θα σφυρηλατήσουμε από χιλιάδες φυλές, μια μοναδική δυνατή, παλλόμενη φυλή. Αυτή ήταν η αρχική ιδέα. Καθόλου κακή, εδώ που τα λέμε. Ένας λαός. Μια καλή, ευπρεπής, τολμηρή και έντιμη φυλή.
Κάπου όμως στα μισά του δρόμου η ιδέα άρχισε να ξεφτάει. Είχε κρατήσει πιο πολύ από τις περισσότερες ιδέες στην Αμερική, όπου όλα τελούν υπό καθεστώς μονίμου μεταβολής. Στην Αμερική υπάρχει πάντα ένας καινούριος πρόεδρος ή ένας καινούριος πόλεμος ή ένα καινούριο σίριαλ ή ένα καινούριο τοκ-σόου ή ένας καινούριος καταπληκτικός συγγραφέας. Μπροστά στον συντριπτικό πλούτο ιδεών που κατακλύζουν συνεχώς την Αμερική, μέρα και νύχτα, νύχτα και μέρα, δεν ήταν τόσο αξιοπερίεργο που οι άνθρωποι άρχισαν να σκέφτονται ότι η ιδέα να συγχωνεύσουμε όλα αυτά τα διαφορετικά χρώματα, τις γλώσσες και τους πολιτισμούς, ίσως να μην ήταν τελικά και τόσο καταπληκτική. Πιθανότατα τότε άρχισε να σβήνει και η δυνατή ζεστή φλόγα που έκανε να βράζει το θεόρατο καζάνι -όπως θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς αυτή την πόλη-λιμάνι εισόδου- ώσπου χαμήλωσε τόσο ώστε δεν έφτανε για την τήξη.
Η τρέχουσα καταπληκτική ιδέα ήταν να διατηρήσουμε ιερή και ξεχωριστή την κληρονομιά των μακρινών τόπων και των ξένων γλωσσών. Όχι να συνεισφέρουμε τους θησαυρούς αυτούς στη μοναδική φυλή, όχι να μοιραστούμε αυτόν τον πλούτο με τα άλλα μέλη αυτής της μεγάλης φυλής, αλλά να προστατέψουμε την κάθε ορδή από τις άλλες ορδές, να κρατήσουμε αυτή την περιουσία παντού και πάντα τεμαχισμένη.
Ενώ το “χώρια αλλά ίσοι” ήταν κάποτε μια περιφρονημένη έννοια, τώρα την βλέπαμε σαν κάτι που θα μπορούσε να αποτελέσει κίνητρο για έναν ολόκληρο λαό. Χώρια, φίλε! Φτάνει όμως να είμαστε ίσοι. Ενώ κάποτε το ευγενές ιδανικό του “Συνασπισμού του Ουράνιου Τόξου”(Rainbow Coalition) πυροδοτούσε μιαν εικόνα με στρώματα διαφορετικών χρωμάτων να διασχίζουν μαζί τον ουρανό σε μια αδιάρρηκτη ενότητα που οδηγούσε στον κοινό θησαυρό, η απονευρωμένη έκφραση “τεράστιο μωσαϊκό” πυροδοτούσε τώρα ένα περιορισμένο όραμα με μικρές ψηφίδες χρωμάτων, χωρισμένων μεταξύ τους, με την κάθε μονάδα ασφαλή μέσα στη δική της λάμψη και ομορφιά, χωρίς καμιά να συνεισφέρει στην ευρύτερη σύλληψη ενός μοναδικού και αξιόλογου συνόλου.
Ενώ κάποτε οι άνθρωποι χτυπούσαν την πόρτα της ευκαιρίας και φώναζαν “ξεχάστε ότι είμαστε μαύροι, ξεχάστε ότι είμαστε Λατίνοι, ξεχάστε ότι είμαστε Ασιάτες!”, οι ίδιοι άνθρωποι φώναζαν τώρα “μην ξεχνάτε ότι είμαστε μαύροι, μην ξεχνάτε ότι είμαστε Λατίνοι, μην ξεχνάτε ότι είμαστε Ασιάτες!” Ενώ κάποτε ένιωθες περηφάνια και τιμή και αξιοπρέπεια και ελπίδα που ήσουν Αμερικάνος, τώρα ένιωθες μόνο απόγνωση γι’ αυτό που έγινε η Αμερική. Δεν ήταν λοιπόν καθόλου αξιοπερίεργο που οι μετανάστες θυμούνταν τα πάτρια εδάφη τους πιο ήσυχα και σταθερά απ’ ό,τι είχαν υπάρξει ποτέ στην πραγματικότητα. Δεν ήταν καθόλου αξιοπερίεργο που προτιμούσαν να αγκιστρώνονται από μια εθνική ταυτότητα που την ένιωθαν αιωνίως ίδια και απαράλλαχτη, αντί να παρασύρονται από τις μαλακίες του ενός και αδιαίρετου έθνους, με ελευθερία και δικαιοσύνη για όλους.”
Ed McBain, Ειδύλλιο (Romance), μτφρ. Πέτρος Μάρκαρης, σσ. 307-309
Χί-μερες
Δύο αποκαλύψεις σε μια μέρα δεν είναι κάτι που συμβαίνει συχνά. Για τη βραδυνή θα μιλήσω όταν θα έχει καθίσει καλύτερα μέσα μου ο κουρνιαχτός που σήκωσε. Το πρωί όμως την ώρα που πρόβαλλα -μετ’ εμποδίων είν’ αλήθεια- την “Ζωή του Ντέιβιντ Γκέιλ” στους μαθητές του Β4 ήρθε μια σκηνή της ταινίας να με ταρακουνήσει συθέμελα. Πρόκειται για μια σκηνή στην αρχή της ταινίας που λειτουργεί ως ερμηνευτικό κλειδί για την εξέλιξή της και στην οποία ο καθηγητής πανεπιστημίου Ντέιβιντ Γκέιλ δίνει μια διάλεξη σχετικά με τις θέσεις του Λακάν γύρω από τη φύση της φαντασίωσης, της επιθυμίας, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που με τάραξε:
“Οι φαντασιώσεις μας θα πρέπει να είναι εξωπραγματικές, γιατί, τη στιγμή που παίρνεις αυτό που επιζητείς, παύεις να το επιθυμείς, παύεις να μπορείς να το επιθυμείς πια. Για να εξακολουθήσει να υπάρχει, η επιθυμία θα πρέπει να είναι αενάως απούσα. Δεν επιθυμούμε το αντικείμενο του πόθου, αλλά τη φαντασίωσή του.”
(Και) έτσι λοιπόν εξηγούνται όλα;
ΥΓ. Η διάλεξη κλείνει δίνοντας πάσα σε μια ταινία που βγήκε λίγα χρόνια αργότερα…
Η Πόρτα
“Γιατί τα πράγματα έχουν ως εξής: κλείνει κανείς την πόρτα και θέλει να μείνει μόνος, και την ίδια στιγμή που η επιθυμία του είναι αυτή, την ίδια στιγμή που κλείνει την πόρτα, γνωρίζει ταυτόχρονα ότι πρόκειται για μια λάθος πράξη, ακόμα μια λάθος πράξη, γιατί κατά βάθος ούτε μόνος θέλει να είναι.” Thomas Bernhard
My StumbleUpon Page
