Τάιζε τη νύχτα του με κάτι όνειρα λειψά, ακρωτηριασμένα. Από άλλα έλειπε η αρχή, από άλλα το χρώμα και από κάποια -τα πιο πεινασμένα- ο εαυτός του. Στο προσκεφάλι του έβαζε κάθε βράδυ ένα αύριο, αλλά ποτέ δεν ήταν εκεί την άλλη μέρα. Ήταν φορές που άφηνε στο πλάι του πριν κοιμηθεί ένα ποτήρι άδειο για να έχει να πίνει λήθη όποτε διψούσε. Το πρωί το έβρισκε γεμάτο απουσίες. Κι η νύχτα μεγάλωνε ολοένα, λες και ήθελε να γίνει μέρα.
Κάποτε ξύπνησε μες στο σκοτάδι και θέλησε να μείνει εκεί.
Κανείς δεν έμαθε πού πήγε. Στο κρεβάτι του είχε απομείνει μόνο ένα αποτύπωμα κυρτό, σαν όρθιο χαμόγελο.
Μόνιμος σύνδεσμος
Γράψτε ένα σχόλιο