Απόψε μετά την -καθιερωμένη πλέον- μπύρα στο Emigre, είχα όρεξη για βόλτα. Έβαλα λοιπόν τα ακουστικά του εμπιθρίφωνου στα αυτιά μου και κατηφόρισα προς την παραλία. Το απόγευμα είχα φορτώσει στο γκατζετάκι καμιά 50αριά τραγούδια από αυτά που δουλεύω τώρα τελευταία στην κιθάρα, για να τα έχω περισσότερο στα αυτιά μου. Πρώτα στην playlist βρίσκονταν κάποια χιουμοριστικά-σατιρικά κομμάτια, και μια που είχα μια ανάλαφρη διάθεση, ήταν ό,τι πρέπει. Καθώς περπατούσα όμως, αντί να τα προσέχω τεχνικά, άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι γίνονταν το soundtrack όσων έβλεπα μπροστά μου ή και ανάποδα: όσα έβλεπα γίνονταν το βίντεοκλιπ των τραγουδιών που άκουγα. Να, δέστε κι εσείς…
-
Ευλαμπία: Ένα νεαρό ζευγάρι σε κάποιο παγκάκι, με την κοπέλα να τρώει καλαμπόκι και το αγόρι της να την κοιτά εκστασιασμένος… Την πάτησα μαζί σου, την γλύκα, το φιλί σου τρελάθηκα και δεν μπορώ…
-
Είμ’ ένας φτωχός και μόνος καοϋμπόυ: Το άγαλμα του Μεγαλέξαντρου… Κι άμα μου τη δίνει κάτι τέτοια δειλινά παίρνω τ’ άλογό μου και πάμε στα βουνά…
-
Θέλω πολλές: Το πολύχρωμο, πανέμορφο γυναικείο πλήθος στη “βόλτα” της παραλίας -καλά, ήταν unisex το πλήθος, αλλά εγώ κοιτούσα περισσότερο το ένα τμήμα του… Θέλω πολλές, κι απ’ όλες τις φυλές…
-
Και τι ζητάω: Η (βρώμικη και σάπια) θάλασσα… Παίζεις με την ευαισθησία μου…
-
Ο μακρυμάλλης: Κάτι χαμογελαστά παλικάρια με ποδήλατα ξυρισμένα γουλί (τα παλικάρια, όχι τα ποδήλατα)… Πέντε τρίχες όλες κι όλες, μα καρδιά μικρού παιδιού…
-
Αφού δε μ’ αγαπάς: Πλατεία Αριστοτέλους… τεράστιους προβολείς, να φωτίζουν την σπατάλη σου…
-
Οικογενειακή Συνομωσία: Η τρέντισσα με τον χεβιμεταλλά χέρι-χέρι… Πρώτα να πάω σε κανένα κουρείο/Να κόψω τα γένια να κοντύνω τα μαλλιά/Να έρθω στο σπίτι να γνωρίσω το μπαμπά σου…
-
Να δεις που θα μας πούνε και μαλάκες: Οι (περισσότερες) καφετέριες και μπαράκια στη Νίκης… Γύρω σαΐνια κανάγιες/Τρώνε με δέκα μασέλες/Θέλουν βρεμένη σανίδα/Και τους φερόμαστε κι ευγενικά…
-
Κάγκελα παντού: Ο πιτσιρικάς με τη φανέλα της Μάντσεστερ που ανέβηκε στο 31… Βούλγαροι, βούλγαροι, χανούμισσες, βαζέλες/όλο το έθνος προσκυνά σώβρακα και φανέλες…
-
Ο μηχανισμός: Η γεμάτη νόημα γειτνίαση των μπουρδέλων της πόλης με το Δικαστικό Μέγαρο… για να σας εκτονώνω με πλαίσιο το νόμο…
-
Εγώ με τις ιδέες μου: Οι μπατιροτουρίστες που μόλις είχαν φτάσει με το τρένο στο σταθμό και έψαχναν στις 12 το βράδυ να βρουν αστικό που να τους κάνει… Θα τραβήξω το δρόμο μου όσο πάει…
Και κάπου εδώ, στο ενδέκατο τραγούδι -για να κλείσω και το μάτι στον enteka, τελείωσε ο βραδινός μου περίπατος στα τραγούδια της πόλης…
ΥΓ. Ωραία θα ήταν να ανέβαζα τα τραγούδια, αλλά τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Ευτυχώς τα περισσότερα είναι πολύ γνωστά… Αν κάποιο δεν το καταλάβατε ή δεν το ξέρετε και έχετε την περιέργεια να το ακούσετε, πείτε μου να το ανεβάσω…
Μόνιμος σύνδεσμος
Δίχως Σχόλια
Η περιοχή Νέου Σιδηροδρομικού Σταθμού-Βαρδάρη στη Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να είναι για μένα, έναν κλασικό επαρχιώτη, μια χώρα ολόκληρη γεμάτη κινδύνους και μυστήρια -ιδίως όταν πέφτει το σκοτάδι. Ύποπτα μαγαζιά, σωροί σκουπιδιών, περίεργες φάτσες δημιουργούν ένα σκηνικό απωθητικό και ταυτόχρονα γοητευτικό -ένα μέρος από αυτά που λες ότι κάθε του εκατοστό γεννά μυθιστορήματα.
Σήμερα το απόγευμα μια υποχρέωση με έφερε στην Αισώπου (την παράλληλη της Μοναστηρίου από τη μεριά των Δικαστηρίων) την ώρα που ξεκινούσε ο ημιτελικός του κυπέλλου ανάμεσα στον Άρη και τον Ατρόμητο και ως γνήσιο σκουλήκι έψαξα να βρω που θα δω τον αγώνα. Κατέληξα στο μπουγατσατζίδικο απέναντι από τον ΟΤΕ. “Μπουγατσατζίδικο” μάλλον είναι μια από τις λειτουργίες του, καθώς οι δύο μεγάλες οθόνες, τα ράφια με τα βαριά οινοπνευματώδη και μερικοί πελάτες που έπιναν τις μπύρες σα νερό το καθιστούν -τουλάχιστον από το απόγευμα και μετά- μάλλον έναν λούμπεν “πολυχώρο”, μια σύγχρονη (και πολύ πιο κιτς) εκδοχή της “υπόγειας ταβέρνας” των “Μοιραίων”.
Πέρασα το πρώτο ημιχρόνιο έξω, με τρεις παρακμιακούς τύπους (ο ένας είχε το πρησμένο πρόσωπο και τη γδαρμένη φωνή του αλκοολικού σε προχωρημένο στάδιο) να συζητάν παραδίπλα για το Μακεδονικό μεταξύ μπύρας και μπουγάτσας και ταυτόχρονα να σχολιάζουν και τον αγώνα, που θύμιζε περισσότερο κλωτσοπατινάδα. Το ανοιξιάτικο αεράκι όμως άρχισε να γίνεται κρύος Βαρδάρης και έτσι στο ημίχρονο πέρασα μέσα στο μαγαζί.
Νέος σουρρεαλισμός εκεί: οι θαμώνες είχαν γυρίσει στον ΣΚΑΪ και έβλεπαν ένα ντοκιμαντέρ για τον χρυσαετό και τους πρασινοπίθηκους -νομίζω της Ν. Αφρικής- και για το πώς αλληλεπιδρούν αυτά τα είδη με το ανθρώπινο περιβάλλον. Αν κατάλαβα καλά και αν λάβω υπόψη μου και τους γονείς μου τα ντοκιμαντέρ -κυρίως λόγω του συγκεκριμένου σταθμού- γνωρίζουν νέες δόξες στις μέρες μας.
Και τότε είδα μπροστά μου ένα όραμα: έβλεπα τον Σαββόπουλο έτσι όπως ακριβώς θα είχε γίνει αν τα τραγούδια του δεν είχαν γνωρίσει επιτυχία, αν δεν είχε γνωρίσει την Άσπα και αν το είχε ρίξει στα ναρκωτικά και το ποτό. Ειλικρινά δεν υπερβάλλω: μόλις είχε μπει ένας γεράκος γύρω στα εβδομήντα με κάτι τεράστια κοκκάλινα γυαλιά σαν αυτά του Σαββό στο εξώφυλλο της Ρεζέρβας, καράφλα, μακριά και απεριποίητα μούσια και μαλλιά, μια καρώ καμπαρντίνα και ένα ή δύο σακάκια από κάτω, κορδόνια λυμένα, χέρια γεμάτα ρυτίδες και κατεστραμμένα νύχια αλλά και με ένα κατεργάρικα ερευνητικό βλέμμα. Με την πρώτη ματιά θα τον έλεγε κανείς τρωγλοδύτη ή ρακοσυλλέκτη, όμως εμένα κάτι μου θύμιζε επάνω του ξεπεσμένο καλλιτέχνη ή κάποιον από κείνους τους ζάμπλουτους εξηνταβελόνηδες που ζουν σε χαρτόκουτα.
Ήρθε και κάθισε στο απέναντι τραπέζι, ακριβώς κάτω από την τηλεόραση. Πήρε από το ψυγείο ένα γάλα και ένα γιαούρτι, ζήτησε με μια υπόκωφη φωνή τσάι και, μέχρι να έρθει, έβγαλε με τρεμάμενα χέρια από μια τσέπη του (μια από τις πολλές τσέπες του, όπως θα διαπίστωνα αργότερα) ένα στυλό και από μια άλλη τον Αγγελιοχώρο και άρχισε να τον μελετά, χωρίς όμως να σημειώνει τίποτα επάνω του.
Όταν έφτασε το τσάι, συνειδητοποίησα ότι ήταν θαμώνας, αφού του έφεραν δύο αχνιστά χάρτινα ποτήρια γεμάτα μέχρι τα αυτιά. Ήπιε μερικές γουλιές και άρχισε να χύνει τσάι από το ένα ποτήρι στο άλλο. Έπειτα από τα έγκατα των πανωφοριών του έβγαλε ένα γυάλινο μπουκάλι Κοκακόλας που είχε μέσα ένα διάφανο υγρό (δε βάζω το χέρι μου στη φωτιά ότι ήταν νερό), σφραγισμένο με το εργοστασιακό του καπάκι και άρχισε να χύνει το περιεχόμενό του στα δύο ποτήρια.
Περιττό να πω ότι με είχε μαγνητίσει η παρουσία του και μια κοιτούσα αυτόν και μια τον αγώνα. Τον έβλεπα να κάνει τις αβέβαιες κινήσεις του σαν ένας συνταξιούχος σαμάνος, σαν ένας εξόριστος προφήτης, σαν ένας σοφός που κατάλαβε τη ματαιότητα (ακόμα και) της σοφίας. Αναρωτιόμουν ποιος ήταν, έφτιαχνα γι’ αυτόν με το μυαλό μου το ένα ή το άλλο υποθετικό παρελθόν, έψαχνα υπαινιγμούς και στοιχεία επάνω του που θα μου έδιναν κι άλλες πληροφορίες γι’ αυτή την αρχετυπική μορφή.
Δεν έκανα τίποτα από όλα αυτά. Έφυγα από το μπουγατσατζίδικο με τη ραγισμένη φωνή του, φτηνός χρησμός, κάλπικη σοφία, να ηχεί στ’ αυτιά μου: “Βλάκες δεν είναι αυτοί που κλωτσάνε τη μπάλα, βλάκες είστε εσείς που μαλώνετε γι’ αυτούς…”
Μόνιμος σύνδεσμος
4 Σχόλια
Και ξαφνικά, κακός χαμός στη μπλογκόσφαιρα μετά από την αβανταδόρικη γκάφα του προϊστάμενου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Θεσσαλονίκης! Τι φιλιππικοί εναντίον του, τι χαρακτηρισμοί περί σκοταδισμού με τη μπάλα να παίρνει ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία, τι κορόνες του στυλ “Ποιος είναι αυτός που θα αποφασίσει τι θα δουν τα παιδιά μας/ που θα κρίνει τον Πικάσσο”, “από που κι ως που ο Πικάσσο πορνογράφος” (λες και ο προϊστάμενος μίλησε για πορνογραφία) και άλλα τέτοια γλαφυρά…
Μήπως να χαλαρώναμε λίγο; Δεν έχω καμιά διάθεση να υπερασπιστώ τον κύριο Ταπανίδη (αφήστε που γνωρίζοντας τις διαδικασίες τοποθέτησης σε μια θέση σαν και τη δική του θα είχα μάλλον κάθε λόγο να του τα χώνω). Προφανώς βέβαια ο τρόπος που χειρίστηκε το θέμα ήταν λανθασμένος και άκομψος, αλλά καλό θα ήταν να διαβάζουμε και πίσω από τις γραμμές της είδησης: δεν πήγε ο άνθρωπος να δει την έκθεση και μετά έβγαλε απαγορευτικό φιρμάνι (που στην πραγματικότητα δεν ήταν καν απαγορευτικό), αλλά δέχτηκε πιέσεις από γονείς, στις οποίες κακώς βέβαια ενέδωσε. Όποιος βρίσκεται στην εκπαίδευση ξέρει τι σημαίνει η φράση “πιέσεις γονέων”, χωρίς να θέλω να αθωώσω τον κύριο Προϊστάμενο που λειτούργησε βιαστικά, σπασμωδικά και εντέλει αυτοϋπονομευτικά: δε συμβουλεύτηκε ειδικούς, δεν επικοινώνησε με το Υπουργείο, δεν πήρε ένα τηλέφωνο στους υπεύθυνους της έκθεσης, δε μίλησε με τους εκπαιδευτικούς που την είχαν ήδη επισκεφτεί.
Αν είχαν συμβεί κάποια από αυτά, ιδίως τα δύο τελευταία, θα είχε πληροφορηθεί ότι: «Υπάρχουν ορισμένα θέματα που είναι τολμηρά, αυτά όμως έχουν φροντίσει οι επιμελητές της έκθεσης και τα έχουν απομονώσει σε κάποιο ειδικό χώρο και όταν ξεναγούν παιδιά γυμνασίου αποφεύγουν να τους φέρουν σε επαφή με αυτά», και κάπου εκεί μάλλον θα τελείωνε η ιστορία. Το πολύ-πολύ, για να το παίξει και εξουσία, θα ζητούσε αυστηρά να μην έρθουν τα παιδιά σε καμία περίπτωση με τα “απομονωμένα” έργα.
Εσείς όμως, καλοί μου μπλογκεράδες, που βγήκατε να το παίξετε ειδικοί για το τι πρέπει ή δεν πρέπει να βλέπουν τα παιδιά, τι έχετε να πείτε για αυτή την απόφαση των ίδιων των υπευθύνων της έκθεσης να μη δείχνουν όλα τα έργα στους μαθητές των γυμνασίων που την επισκέπτονται; Κι αυτοί σκοταδιστές και λογοκριτές; Κι αυτοί δεν ξέρουν από Πικάσσο; Τα θεωρούν πορνογραφία τα έργα που απομόνωσαν;
Στην ουσία τώρα: προσωπικά θα σκεφτόμουν πολύ σοβαρά να συνοδεύσω μαθητές των πρώτων τάξεων του γυμνασίου μπροστά σε έργα όπου λ.χ. απεικονίζονται γυμνές γυναίκες που ανοίγουν τα πόδια τους σε άντρες ή που έχουν εμφανή σεξουαλική θεματολογία. Όχι για να μη σκανδαλιστούν τα παιδιά, αλλά γιατί θα ήταν πολύ δύσκολο αν όχι ακατόρθωτο να συγκρατήσω τα γέλια, τα χάχανα, τα υπονοούμενα και τα σόκιν σχόλια εκ μέρους αρκετών παιδιών. Έχω την αίσθηση δηλαδή ότι σήμερα, έχοντας υπόψη τη συγκεκριμένη κοινωνική αντίληψη περί σεξ, με την οποία μεγαλώνουν τα παιδιά, η όποια καλλιτεχνική διάσταση των έργων θα χανόταν και το ζουμί από τη θέαση τέτοιων έργων θα ήταν κάτι τέτοιο περίπου: “Είδαμε μια χοντρή που περίμενε να τη γαμήσουν”… Δεν αποκλείω βέβαια το γεγονός ότι συνάδελφοι των Καλλιτεχνικών θα μπορούσαν με κατάλληλη προεργασία να περιορίσουν τέτοιου είδους αντιδράσεις.
Και κάτι ακόμα: δεν είναι σοβαρό το επιχείρημα ότι ο προϊστάμενος ασχολήθηκε με την έκθεση και όχι με τον οχετό πορνογραφίας στην τηλεόραση, στα περίπτερα ή στο διαδίκτυο. Ο καθένας έχει συγκεκριμένες αρμοδιότητες και σκοπός του σχολείου είναι να ανεβάζει το επίπεδο των μαθητών και όχι να αναπαράγει το επίπεδο της κοινωνίας.
Μόνιμος σύνδεσμος
19 Σχόλια
Η πρόταση έπεσε αυθόρμητα χθες το μεσημέρι. Ένα γρήγορο γκουγκλάρισμα στα θέατρα της Θεσσαλονίκης μας οδήγησε στο θέατρο Νέμεση και στην παράσταση “Σέξ ή Σέξπιρ; Ιδού η Απορία;” και, χωρίς να το πολυσκεφτούμε, κλείσαμε τηλεφωνικώς δύο θέσεις για τη βραδινή παράσταση.
Όπως πάντα, φτάσαμε λίγο πριν αρχίσει και λίγο πριν γεμίσουν και οι 35 περίπου θέσεις του μικρού υπόγειου θεάτρου. Πρώτη ευχάριστη εικόνα: η σκηνοθέτις που είναι και μια από τις ηθοποιούς, αυτή που υποδύεται τη σεξολόγο, βρισκόταν στην είσοδο του θεάτρου βαμμένη και ντυμένη για την παράσταση και μας υποδέχτηκε με σπιρτόζικες ατάκες.
Όταν όλοι οι θεατές είχαμε καθίσει στις θέσεις μας -και κάποιοι στα σκαλιά- η είσοδος της σκηνοθέτιδος στη σκηνή μας έδωσε μια πρόγευση του τι θα ακολουθούσε: ζήτησε από το κοινό εθελοντές για αρχίσει ένα σεμινάριο σεξοθεραπείας και οι λιγότερο υποψιασμένοι και λίγο μεγαλύτεροι θεατές έμειναν αποσβολωμένοι. Μάλιστα μια κυρία μπροστά μου μόλις είδε να σηκώνονται οι δύο θεατές που κάθονταν στη σκάλα (δύο ηθοποιοί φυσικά) αναφώνησε με ιδιαίτερη ανακούφιση “Είπα κι εγώ! Εμείς είμαστε μεγάλοι για τέτοια!”
Η παράσταση ήταν καταπληκτική όσο και το ίδιο το έργο, ενώ οι ερμηνείες των 5 ηθοποιών ήταν τόσο άμεσες που ορισμένες στιγμές νόμιζες ότι δε βλέπεις θέατρο, αλλά πραγματική ομαδική ψυχοθεραπεία. Η έμπνευση από τους χαρακτήρες του Αρκά, Κόκκορα και Γουρούνι, Καστράτο και Λουκρητία, ήταν πραγματικά εμπενυσμένη, και οι συνεχείς αναφορές σε αυτούς ήταν ιδιαίτερα εύστοχες. Γελάσαμε με την ψυχή μας, νιώθω όμως πως όλοι μας στο πίσω μέρος του μυαλού μας δε γελούσαμε μόνο με τα σεξουαλικά κολλήματα του άλλου, αλλά και επειδή βλέπαμε σε κάποιον ή σε κάποιους από τους χαρακτήρες κομμάτια του εαυτού μας.
Όσοι αγαπάτε το θέατρο, ζείτε στη Θεσσαλονίκη και δεν έχετε παρακολουθήσει ακόμα αυτή την παράσταση, σπεύσατε για δύο ώρες αληθινού θεάτρου!
Μόνιμος σύνδεσμος
2 Σχόλια
Σε είδα δυο ώρες πριν, έξι μήνες μετά.
Με είδες κι εσύ.
Εσύ στο λεωφορείο κι εγώ στη στάση.
Περίμενα άλλο λεωφορείο.
ΥΓ. Όταν πλάθουμε στο μυαλό μας μια σκηνή που υποθέτουμε πως θα συμβεί στο μέλλον, ποτέ δεν εξελίσσεται όπως την έχουμε σκεφτεί. Πάντα στο περίπου… Ευτυχώς.
Μόνιμος σύνδεσμος
5 Σχόλια
Ωραία είναι που ένας κόμπος -όχι πολύ σφιχτός- ανεβαίνει στο λαιμό μου κάθε φορά που περνάω από τη γωνία Εγνατίας-Αντιγονιδών, εκεί που δίναμε τα αλλόκοτα ραντεβού μας…
“Ξέχασα” σημαίνει “πέθανα”, που είπε κάποτε κι ο Σαββόπουλος…
Μόνιμος σύνδεσμος
Δίχως Σχόλια
Τι εικοσιτετράωρο (σχεδόν) και το σημερινό! Από το πρωί μέχρι και το απογευματάκι μέσα σε μια ατμόσφαιρα τρυφερής ευθυμίας τρυγήσαμε το αμπέλι και τις κληματαριές του παππού (700 κιλά σταφύλια) στο χωριό της μάνας μου, πατήσαμε τα σταφύλια και ενδιάμεσα φάγαμε το πάντα πεντανόστιμο φαγητό της γιαγιάς.
Έπειτα, στο κέντρο μιας πόλης που δε λέει ν’ αποφασίσει αν έχει φθινόπωρο ή άνοιξη, ένα γλυκό δίωρο με τη θεά Αθηνά (ακόμα κι αν κάποια βλέμματα έμειναν μετέωρα και κάποιες φράσεις λειψές -ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό), μπυρίτσα με την Ελευθερία στο Urban ακούγοντας τις ωραίες μουσικές και τις ακόμα πιο ωραίες ιστορίες του Ίνδικτου.
Και ευτυχώς η βραδιά δεν τελείωσε εκεί, χάρη στη φαεινή ιδέα της καλής μου Ελευθερίας: Barωδος για ζωντανή μουσική από τρεις καταπληκτικούς μουσικούς. Υπέροχα τραγούδια, καταπληκτικές εκτελέσεις και διασκευές γνωστών κομματιών, τρομερή ενέργεια, επικοινωνία με το κοινό και ένας τραγουδιστής που, εκτός από την ανατριχιαστικά χαμαιλεοντική φωνή (αν δεν τον βλέπεις, στα περισσότερα τραγούδια νομίζεις ότι ακούς τον αυθεντικό εκτελεστή!), μου θύμισε (πολύ) παλιές εποχές. Πάνω από τέσσερις ώρες ήμασταν εκεί και δε βαρεθήκαμε στιγμή, ενώ μετά το τέλος του προγράμματος βρέθηκα να αναρωτιέμαι αν ο τραγουδιστής-κιθαρίστας είχε παραπιεί ή έχει πρόβλημα στα μάτια, αφού με έκανε 18 χρονών
(άσε που μπορεί επιτέλους να βρήκα στο πρόσωπό του και κάποιον που θα μου μάθει να παίζω κιθάρα και όχι να την ταλαιπωρώ).
Και τώρα, μετά από μια βόλτα στους δρόμους που παραπαίουν ανάμεσα στα υπόλοιπα του Σαββατόβραδου και στην κυριακάτικη ραστώνη, κοιτώ από το παράθυρό μου μια φλούδα φεγγαριού παρέα με τον Αυγερινό να επιθεωρούν αφ’ υψηλού την πόλη στην πιο μαχμουρλίδικη στιγμή κάθε εβδομάδας.
Η ζωή δεν είναι απλά όμορφη. Είναι απλή όμορφα…
Technorati Profile
Μόνιμος σύνδεσμος
2 Σχόλια

Όμως, καθώς διέσχιζα με το αστικό τη μουδιασμένη Τσιμισκή (ή ίσως εγώ να ήμουν ο μουδιασμένος από τις μπύρες που είχα πιει πριν), όλα αυτά τα σάρωσαν υπόγεια ρεύματα που τραγουδούσαν στ’ αυτιά μου κι ο αέρας που τάραζε τα δέντρα και τα μάτια μου…
I still got the blues for you, λέει ο Gary Moore. Απόψε -μετά από καιρό- είναι μια τέτοια νύχτα. Μόνο που δεν ξέρω ποια κρύβεται σ’ αυτό το “you”. Ποια ήσουν πραγματικά ή ποια είσαι απ’ όλες…
Δεν είμαι θλιμμένος: θυμάμαι γλυκά. Μόνο που θυμάμαι.
Ούτε θέλω κάτι περισσότερο. Μόνο να θυμάμαι.
Ο Σεπτέμβρης έχει γεύση κανέλας…
Μόνιμος σύνδεσμος
Ένα Σχόλιο
Είκοσι λεπτά πριν κατέβαινα τις κυλιόμενες σκάλες του City Gate και για άλλη μια φορά το παιχνίδι με τις αναλογίες ανέλαβε τα ηνία: αν η ζωή μου είναι μια κυλιόμενη σκάλα (που είναι, αφού αυτή με πάει, εγώ απλά επιβιβάστηκα σε αυτή και κοιτάζω γύρω μου), μήπως, ενώ θέλω να ανέβω, έχω πάρει αυτήν που κατεβαίνει;
—————-
Now playing: Bithikotsis - Sta Perivolia
via FoxyTunes
Μόνιμος σύνδεσμος
5 Σχόλια
Σχεδόν μεσάνυχτα, στο τέλος περίπου του Ιούλη, στην έξοδο (ή στην είσοδο -όπως το βλέπει κανείς) σχεδόν της πόλης, απόλυτη σχεδόν ησυχία, μισές σκέψεις, ίσως αυτό που μυρίζω να είναι το λιμάνι που τα φώτα του αχνοφαίνονται χάνοντας απόψε το παιχνίδι από τον ουρανό. Η πόλη σχεδόν κοιμάται κι εγώ σχεδόν ξυπνάω.
Μέσα σε όλα αυτά τα λειψά το μόνο που δεν είναι σχεδόν είναι η ομορφιά.
—————-
Now playing: the beatles - All You Need Is Love
via FoxyTunes
Μόνιμος σύνδεσμος
5 Σχόλια