Με τον Τρόπο του Χιλιάνου
Κι αν ο Παράδεισος σε σένα παίρνει σάρκα
κι οστά στα μάτια σου που είναι ουρανοί
η κρύα Κόλαση ξανάρχεται εμπρός μου
σαν μου στερείς την όψη σου και τη φωνή.
Κι αν άγγελοι λευκοί στα χείλη σου φωλιάζουν
που υμνούν της ομορφιάς το μαύρο φως
Δαίμονες γίνονται οι λέξεις και μ’ αρπάζουν
όταν το “όχι” ή το “δεν” και πάλι μου το πεις.
Κι αν το άπειρο στα δάχτυλά σου κλείνεις,
κι αν δεν αφήνεις τη ζωή να σε χαρεί,
κι αν την αγάπη “ανάγκη” την προφέρεις,
στο τώρα μάθε την καρδιά σου να αφήνεις,
άσε το θάνατο τους άλλους να τρυγεί,
και την ανάγκη σου γι’ αγάπη να την ξέρεις.
Δεν σ’ Αγαπώ…
Soneto XVII (Sonnet 17), Pablo Neruda
Δεν σ’ αγαπώ σαν να ‘σουν θαλασσόροδο ή τοπάζι,
καν σαΐτα από γαρούφαλλα που τη φωτιά θεριεύει:
σ’ αγαπώ όπως κάποια πράγματα σκοτεινά αγαπιούνται,
μυστικά, στης σκιάς και της ψυχής τ’ ανάμεσο.
—
Σ’ αγαπώ όπως το φυτό που δεν ανθεί, μα κλείνει
μέσα του κρυφό το φως των λουλουδιών του.
Και, χάρη στην αγάπη σου, ζει στα σκοτάδια του κορμιού μου
μια πνιχτή ευωδιά που βγήκε από τη γης.
—
Σ’ αγαπώ χωρίς να ξέρω πώς, πότε ή από πού,
σ’ αγαπώ δια μιας, δίχως προβλήματα ή περηφάνια:
έτσι σ’ αγαπώ γιατί δεν ξέρω ν’ αγαπώ με άλλον τρόπο,
—
παρά μ’ ετούτον που δεν έχει “εγώ” μήτε “εσύ”,
τόσο σιμά που το χέρι σου στο στήθος μου είναι δικό μου,
τόσο σιμά που τα μάτια σου βαραίνουν σαν αποκοιμιέμαι εγώ.
(Προσωπική μεταφραστική απόπειρα με τη βοήθεια του πρωτότυπου και μιας αγγλικής μετάφρασης)
Σκουλαρίκι Τοίχου
Το πρόσωπο που έχω στήσει -καιρό τώρα- στον τοίχο απέναντί μου, πέφτει συνέχεια στο πάτωμα. Ανάμεσα σε καλώδια και φόβους, σε μια διαγώνια στάση, σαν να μην έχει πάρει ακόμα αποφάσεις. Το σηκώνω πάντα μετά από μέρες και το κοιτώ. Ψάχνω κάθε φορά τις καινούριες του πληγές με μια ένοχη ηδονή. Έπειτα το ζεσταίνω με τα δάχτυλα και σφίγγω τις γροθιές. Όχι για να το χτυπήσω. Για να το στερεώσω και πάλι στη θέση του. Εκεί, λίγο δεξιά και λίγο πάνω, με μια ελαφριά κλίση προς το μέλλον.
Μέχρι να ξαναπέσει.
Σκληρό Φως
Δεν ήξερα πως του άρεσαν τα τραγούδια που μιλούσαν για έρωτες -γελοίους και μη. Το έμαθα προχτές το απόγευμα -το φως είχε εκείνη την κίτρινη ποιότητα που έχει πάντα πριν από μια καλοκαιρινή καταιγίδα, αλλά εγώ πάντα το συνδύαζα με αρρώστιες, ιδίως σαν κι αυτές που αναφέρει ο Καββαδίας: μαλάρια, μαλαφράντζα, σύφιλη…
Τον συνάντησα τυχαία να πίνει το καθιερωμένο του θερινό ρόφημα (“διπλό εσπρέσσο με πολύ τέχνη και μεράκι”), στο γνωστό του στέκι με θέα όχι τη θάλασσα ή κάποια από τις πάμπολλες βυζαντινές μας εκκλησίες, αλλά ιδρωμένους γιάπηδες και ασκούμενες δικηγόρους σε κατάσταση παραλίας.
Κάθισα απέναντί του έτοιμος για τη συνηθισμένη ελαφρή μας συζήτηση περί ανέμων και πηδημάτων, αλλά τον είδα να μένει απαθής στις προσπάθειές μου να ανοίξω οποιαδήποτε κουβέντα. Φαινόταν σκεπτικός, με κάνα-δυο ρυτίδες παραπάνω στο πρόσωπό του. “Πάμε,” μου είπε και σηκώθηκε χωρίς περιστροφές.
Μέχρι το ταλαιπωρημένο του Φιατάκι δεν έβγαλε λέξη και καταλαβαίνοντας ότι δεν με έπαιρνε, τον μιμήθηκα. Μπήκαμε στο αμάξι και η πρώτη του κίνηση μόλις έβαλε μπρος και ξεκινήσαμε ήταν να ανοίξει το μόνο καινούριο πράγμα στο αυτοκίνητό του (εκτός από το ντεκόρ πάνω στο παρμπρίζ που ανανεωνόταν κάθε βράδυ με εκατοντάδες άτυχα έντομα), το cd-player. Με κοφτές κινήσεις, λες και τις είχε επαναλάβει δεκάδες φορές, χωρίς να παίρνει τα μάτια του από το δρόμο, έψαξε το τραγούδι με τον αριθμό 14 και το έβαλε τέρμα (στο repeat, όπως κατάλαβα σε λίγα λεπτά).
Γυρίζαμε στους δρόμους μιας πόλης ξένης, στεγνής, γεμάτη ανθρώπους που περπατούσαν ναρκωμένοι από την υγρή ζέστη του απογεύματος, μέσα σ’ αυτό το ανίκητο κίτρινο φως. Ανεβήκαμε στα Κάστρα κι ακούγαμε “θυμάμαι, όταν σ’ είχα πρωτοδεί.” Κατηφορίσαμε στην παραλία και το τραγούδι να λέει “κι άδειοι δρόμοι με σκουπίδια.” Περιπλανιόμασταν σε κάτι απίθανους μονοδρόμους και εκείνος τραγουδούσε με μια ραγισμένη φωνή “νομίζω τα ‘χω χάσει -δε σ’ έχω ξεπεράσει.”
Τελικά, καθώς φτάναμε σπίτι μου, είπε (δεν ξέρω αν απευθυνόταν σε μένα) κόβοντας απότομα την πολλοστή επανάληψη του τραγουδιού στο “Δεν μέ-”: “Έρωτας είναι η διαρκής επιθυμία να μετατραπεί μια συγκεκριμένη απουσία σε αφηρημένη παρουσία.”
Μόλις βγήκα απ’ τ’ αμάξι πρόσεξα ότι το κίτρινο φως είχε γίνει πορτοκαλί. Αν ήταν φρούτο θα έλεγα βέβαια “ωρίμαζε.” Ήταν μόνο ο ήλιος όμως και πρέπει να γράψω “βασίλευε”.
Σε Φυλώ
Κι εκεί που ο άλλος ή η άλλη είναι αυτό ακριβώς (“άλλος”), έρχεται το πρώτο ερωτικό φιλί ανάμεσά σας και το “εγώ και εσύ” αρχίζει να μεταλλάσσεται σε ένα δειλό “εμείς”. Πιο συγκλονιστική στιγμή σε μια ερωτική σχέση δεν υπάρχει από αυτή την αμοιβαία προσέγγιση δύο σωμάτων για πρώτη φορά. Συγκοινωνούντα δοχεία που ποθούν να μεταγγίσουν την αλήθεια τους μέσα από χείλια που τα κούρασαν τα ψέμματα, ενωνόμαστε με μια αδέξια αθωότητα για πρώτη (και τελευταία) φορά στη συνάντησή μας. Από κει και πέρα κάθε φιλί μας γίνεται όλο και πιο έμπειρο και στις πιο ευτυχείς περιπτώσεις και πιο εμπύρετο…
Κάρβουνα Αναμμένα
Σε είδα δυο ώρες πριν, έξι μήνες μετά.
Με είδες κι εσύ.
Εσύ στο λεωφορείο κι εγώ στη στάση.
Περίμενα άλλο λεωφορείο.
ΥΓ. Όταν πλάθουμε στο μυαλό μας μια σκηνή που υποθέτουμε πως θα συμβεί στο μέλλον, ποτέ δεν εξελίσσεται όπως την έχουμε σκεφτεί. Πάντα στο περίπου… Ευτυχώς.
Λεωφορείον η Μνήμη
Ωραία είναι που ένας κόμπος -όχι πολύ σφιχτός- ανεβαίνει στο λαιμό μου κάθε φορά που περνάω από τη γωνία Εγνατίας-Αντιγονιδών, εκεί που δίναμε τα αλλόκοτα ραντεβού μας…
“Ξέχασα” σημαίνει “πέθανα”, που είπε κάποτε κι ο Σαββόπουλος…
Θες
Πέντε μήνες μετά, ήρθε ένα τραγούδι να μου θυμίσει εσένα:
|
Δημήτρης Μητροπάνος Μουσική/Στίχοι:Στέφανος Κορκολής /Ρεβέκκα Ρούσση |
Θες να ‘μαι καλά να μην πονάω
θες να ‘σαι μακριά και να μοιράζεις στιγμές
που ‘χα κρατήσει για να σ’ έχω
θες να μη σου λέω πως σ’ αγαπάω
Να ζω και να ξεχνάω το άρωμά σου
θες να μην υπάρχω στα όνειρά σου ποτέ
Να μην ακούω της καρδιάς μου τη φωνή
Να της κρατήσω μια γωνίτσα να κρυφτεί
Να μην λυπάμαι που σε χάνω ξαφνικά
Να μην φοβάμαι που η ανάγκη μας νικά
Να μην αγγίξω την αλήθεια σου ξανά
Να μην πονέσω με το τέλος με το τέλος που πονά
Θες να γίνω άλλος να μην είμαι πια εγώ
μέσα στο κόσμο αυτό που έφτιαξες να ζω
να ‘μαι καθρέφτης της δικής σου λογικής
που θα σε βλέπει και θα λέει ότι πεις
να ψάξω αλλού το άλλο μου μισό
αυτό που πάντα μ’ άφηνε μισό
να ‘μαι καθρέφτης σε όλα αυτά που εσύ θα θες
μα αν το μπορώ ποτέ δεν ρώτησες
Θες ότι κακό να το περνάω
θες να προσποιούμαι πως γελάω
χωρίς να ‘σαι κοντά μου να υπάρχω
Θες δικαιολογίες πάντα να ‘χω
Θες να μην λυπάμαι που σε χάνω ξαφνικά
Να μην φοβάμαι που η ανάγκη μας νικά
Να μην αγγίξω την αλήθεια σου ξανά
Να μην πονέσω με το τέλος με το τέλος που πονά
Θες να γίνω άλλος να μην είμαι πια εγώ
μέσα στο κόσμο αυτό που έφτιαξες να ζω
να ‘μαι καθρέφτης της δικής σου λογικής
που θα σε βλέπει και θα λέει ότι πεις
να ψάξω αλλού το άλλο μου μισό
αυτό που πάντα μ’ άφηνε μισό
Να ‘μαι καθρέφτης σε όλα αυτά που εσύ θα θες
μα αν το μπορώ ποτέ δεν ρώτησες
Θες να ψάξω αλλού το άλλο μου μισό
αυτό που πάντα μ’ άφηνε μισό
να ‘μαι καθρέφτης σε όλα αυτά που εσύ θα θες
μα αν το μπορώ ποτέ δεν ρώτησες
Θες να ‘μαι καλά να μην πονάω
θες να ‘σαι μακριά και να μοιράζεις στιγμές
που ‘χα κρατήσει για να σ’ έχω
θες να μη σου λέω πως σ’ αγαπάω θες
Τελικά, τα πιο πολλά τα μπόρεσα. Όσα δεν μπόρεσα δεν τα ήθελες εσύ, αλλά εγώ, ο τυφλός…
Με Τρόχισαν οι Άνεμοι που Πάντα Κυνηγώ
Όλη τη μέρα κλωθογύριζα στο μυαλό μου τι θα έγραφα για τη σημερινή παρωδία επιμόρφωσης στην οποία συμμετείχα και για τα νέα, με το στανιό και για τα λεφτά της ΕΕ γραμμένα, βιβλία.
Όμως, καθώς διέσχιζα με το αστικό τη μουδιασμένη Τσιμισκή (ή ίσως εγώ να ήμουν ο μουδιασμένος από τις μπύρες που είχα πιει πριν), όλα αυτά τα σάρωσαν υπόγεια ρεύματα που τραγουδούσαν στ’ αυτιά μου κι ο αέρας που τάραζε τα δέντρα και τα μάτια μου…
I still got the blues for you, λέει ο Gary Moore. Απόψε -μετά από καιρό- είναι μια τέτοια νύχτα. Μόνο που δεν ξέρω ποια κρύβεται σ’ αυτό το “you”. Ποια ήσουν πραγματικά ή ποια είσαι απ’ όλες…
Δεν είμαι θλιμμένος: θυμάμαι γλυκά. Μόνο που θυμάμαι.
Ούτε θέλω κάτι περισσότερο. Μόνο να θυμάμαι.
Ο Σεπτέμβρης έχει γεύση κανέλας…
My StumbleUpon Page
