Πριν καμιά ώρα γύριζα σπίτι με το αστικό. Καθόμουν σχετικά κοντά στον οδηγό και είχα καταλάβει από την ώρα που μπήκα ότι δεν ήταν και στις πολύ καλές του: τον ρωτάει σε κάποια στάση μια κυρία -για επιβεβαίωση μάλλον, γιατί από την απάντησή του φάνηκε ότι της το είχε ξαναπεί- αν από εκεί θα έπαιρνε το τάδε λεωφορείο, αυτός λέει ένα “Ναι” μέσ’ απ’ τα δόντια του, του λέει η κυρία “Με ακούτε;” και αυτός “Εγώ σ’ ακούω, εσύ δεν μ’ ακούς.” Στην ίδια στάση, την ώρα που είχαν κατέβει όσοι ήταν να κατέβουν, κάποιος ηλικιωμένος με κινητικά προβλήματα παίρνει θέση στο σκαλάκι της πόρτας (προφανώς για να είναι έτοιμος για την επόμενη στάση που είναι πολύ κοντά) και ο οδηγός φωνάζει με ύφος ανάλογο με το προηγούμενο: “Ο κύριος θα κατέβει ή όχι;”
Μέχρι να φτάσουμε στο σταθμό του ΟΣΕ απ’ όπου περνάει η συγκεκριμένη γραμμή και έπειτα πηγαίνει στα ΚΤΕΛ, τον έβλεπα στον καθρέφτη του να έχει μια ξινισμένη φάτσα και να μουρμουρίζει διαρκώς διάφορα. Τα ρέστα του του όμως τα έδωσε όταν φτάσαμε στο σταθμό. Κάποιος κύριος που κρατούσε έναν μπόγο πράγματα μέσα σε μια μεγάλη κίτρινη σακούλα του έκανε νόημα να ανοίξει τη μπροστινή πόρτα και με σπαστά ελληνικά τον ρώτησε αν το λεωφορείο πήγαινε Εγνατία. Ο οδηγός αρχικά έγνεψε αρνητικά και έπειτα σα να τον έπιασαν οι τύψεις ρώτησε τον τύπο πού ακριβώς ήθελε να πάει στην Εγνατία. “Μπότσαρη, Μπότσαρη,” είπε ο άλλος και τότε πήρε την εξής απάντηση: “Άμα θες Μπότσαρη πήγαινε πίσω να πάρεις το δυάρι [το λεωφορείο με το νούμερο 2], αλλιώς τράβα πάρε ταξί!”
Δεν θέλω να κάνω κανένα σπουδαίο κοινωνιολογικό σχόλιο με αφορμή το περιστατικό αυτό. Απλώς μου κάνει εντύπωση όλη αυτή η αχρείαστη αγένεια που όλο και πιο συχνά βλέπω γύρω μου. Αυτό είναι που με πειράζει περισσότερο: το ότι είναι αχρείαστη…
Μόνιμος σύνδεσμος
5 σχόλια
Τον βλέπω καθημερινά στην βόρεια είσοδο του θόλου των ΚΤΕΛ “ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ”: ένας τύπος άνω των πενήντα που φοράει στολή αστυνομικού με τα διακριτικά βγαλμένα ή καλυμμένα από το φωσφοριζέ γιλέκο του. Στο κεφάλι έχει ένα τζόκεϊ που δε φαίνεται να τον έχει βοηθήσει και πολύ αφού το πρόσωπό του είναι ηλιοκαμμένο -κόκκινο σχεδόν. Η έκφρασή του είναι ένα περίεργο κράμα σφιξίματος και ηρεμίας ταυτόχρονα και τα μάτια του κοιτάζουν πολύ συχνά κάπου που οι υπόλοιποι δεν μπορούμε να δούμε.
Υποτίθεται μάλλον ότι η δουλειά του είναι να κρατάει ανοιχτή την είσοδο από ΙΧ και γενικότερα να ψιλοπαίζει άτυπα το ρόλο του τροχονόμου σε εκείνο το σημείο. Από την πρώτη φορά όμως που τον πρόσεξα δεν μου βγαίνει από το μυαλό η αίσθηση ότι αυτός ο τύπος πρόκειται για κάποιον παλιό οδηγό ή/και ιδιοκτήτη λεωφορείου ΚΤΕΛ που ξέπεσε για κάποιον άγνωστο λόγο -θες επειδή χρεωκόπησε, θες επειδή έχασε την άδειά του όταν πιάστηκε να οδηγεί πιωμένος (την εμπνέει πολύ αυτή την εκδοχή)- και οι παλιοί του συνάδελφοι του έδωσαν αυτή την ψευτοδουλειά για να μπορεί να βγάζει ένα μεροκάματο…
Μπορεί να πέφτω τελείως έξω (το πιθανότερο), αλλά τουλάχιστον έτσι δίνω μια εξήγηση στο βλέμμα του που κοιτά με τέτοια λαχτάρα τα λεωφορεία που φεύγουν…
Μόνιμος σύνδεσμος
Γράψτε ένα σχόλιο
Χθες το μεσημέρι μετά την πορεία πήρα από το σταθμό το αστικό (19) για το σπίτι μου. Κάθισα στις τελευταίες θέσεις, αυτές που είναι αντικριστά και ευνοούν τις κοινωνικές συναναστροφές, παρότι κανείς δεν εκμεταλλεύεται το γεγονός. Απέναντί μου μια κυρία γύρω στα πενήντα με ελαφρώς χαμένο βλέμμα. Δίπλα μου στην άλλη σειρά, ένας άντρας και μια γυναίκα που μέχρι να ξεκινήσει το λεωφορείο έμοιαζαν με ζευγάρι που ζητά τις δουλειές της ημέρας.
“Έμοιαζαν” μόνο όμως… Μόλις ξεκίνησε το αστικό έβγαλαν από τις τσέπες του το σήμα του ελεγκτή και άρχισαν να ελέγχουν τα εισιτήρια. Η κυρία απέναντί μου πανικοβλήθηκε και προσπάθησε να προλάβει να χτυπήσει ένα εισιτήριο που έβγαλε από την τσάντα της. Μάταιος κόπος. Το γερακίσιο μάτι του ελεγκτή τη συνέλαβε και αυτός της είπε με αυστηρότητα ότι ήταν πλέον αργά, ότι την είχε ξαναπετύχει να κάνει κάτι τέτοιο και πως θα πλήρωνε πρόστιμο.
Δεν πρόκειται να ασχοληθώ με το αν πρέπει ή όχι να χτυπάμε εισιτήριο ή για το αν θα πρέπει να υπάρχει πρόστιμο για τους τζαμπατζήδες. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό που με εκνεύρισε ήταν η μουλωχτότητα των ελεγκτών, οι οποίοι ενήργησαν σαν under-cover ασφαλίτες. Σκοπός σας είναι, κυρίες και κύριοι του ΟΑΣΘ, να πιάσετε στα πράσα τους τζαμπατζήδες ή να κόβουν όλοι εισιτήριο; Αν ισχύει το πρώτο, τότε μπράβο, δικαιούστε παράσημο για τις υπηρεσίες που προσφέρετε στην πάταξη της εγκληματικότητας. Αν ισχύει το δεύτερο, τότε, αφού ανεβαίνετε από την αφετηρία και κάθεστε σαν επιβάτες στο λεωφορείο, δηλώστε την ιδιότητά σας πριν να ξεκινήσει το όχημα, είτε φορώντας σε εμφανή θέση τα σήματά σας είτε ανακοινώνοντάς ότι θα γίνει έλεγχος στους επιβάτες άμα τη εκκινήσει. Μπορεί κάποιος να είναι αφηρημένος, αλλά ακόμα και να θέλει να τη βγάλει τζάμπα δώστε του μια ευκαιρία να το ξανασκεφτεί…
Αυτή η απαράδεκτη συμπεριφορά, λες και έχουμε να κάνουμε με καφκικούς δημόσιους λειτουργούς, υιοθετείται και από την αστυνομία όταν στήνει καρτέρι για να πιστοποιήσει παραβάσεις υπερβολικής ταχύτητας και κρύβεται πίσω από διάφορα -φυσικά ή μη- εμπόδια έτσι ώστε να μην την δουν εγκαίρως οι οδηγοί και κόψουν ταχύτητα. Έτσι είναι όμως όταν ο σκοπός δεν είναι η ασφάλεια στους δρόμους, αλλά η είσπραξη προστίμων.
Μόνιμος σύνδεσμος
Γράψτε ένα σχόλιο
Από μικρός δυσκολευόταν να κάνει παρέες. Στο σχολείο κάθε φορά που πλησίαζε τους συμμαθητές του τον κορόιδευαν για τα μεγάλα του γυαλιά και για την αδεξιότητά του σε όλα τα παιχνίδια. Ακόμα και οι δάσκαλοι έμοιαζαν να τον αποφεύγουν. Τους τρόμαζε φαίνεται ένα παιδί που ορισμένες φορές έδειχνε ότι ήξερε περισσότερα και από τους ίδιους (αποτέλεσμα της ψυχαναγκαστικής ανάγνωσης ολόκληρων τόμων της Νέας Δομής), και ταυτόχρονα δυσκολευόταν να κρατήσει δίπλα του οποιοδήποτε παιδί πάνω από δέκα λεπτά. Ακόμα και στο θρανίο μόνος καθόταν.
Καθώς έμπαινε στην εφηβεία τα πράγματα δε βελτιώνονταν. Οι πολλές γνώσεις και τα άπειρα αναγνώσματα δεν εξασφαλίζουν δημοφιλία στο Γυμνάσιο και το Λύκειο, αλλά μάλλον ένα κράμα εξ αποστάσεως θαυμασμού και φθόνου. Προσθέστε σ’ αυτά κι ένα ανοικονόμητο κορμί που έμοιαζε να έχει επάνω του με φωτεινά γράμματα τη λέξη “ΑΧΑΡΟΣ” και θα μπείτε στο νόημα. Δεν ήταν ο φλώρος της τάξης, αλλά ένα “ήσυχο παιδί που διαβάζει παραπάνω απ’ όσο πρέπει, αυτά που δεν πρέπει,” όπως είχε πει ένας φιλόλογός του στη χήρα μάνα του, η οποία αδυνατούσε να χειριστεί μια κατάσταση που την ξεπερνούσε -όπως όλες σχεδόν οι καταστάσεις από τότε που ο άντρας της είχε πνιγεί σε ένα καζάνι με καυτή σοκολάτα στα ΜΠΙΣΚΟΤΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ.
Στις Πανελλήνιες πέρασε Βιβλιοθηκονομία -μια σχολή που του ταίριαζε κουτί, αλλά δεν ήταν και ιδιαίτερη πρόοδος στην κοινωνικοποίησή του. Περνούσε τις μέρες του ως σπουδαστής είτε μπροστά σε ταξινομικά προγράμματα είτε ανάμέσα σε σκονισμένα ράφια ξεχασμένων βιβλιοθηκών. Δεν ήταν ότι είχε πάψει να αποζητά φιλίες και γνωριμίες. Προσπαθούσε φιλότιμα, αλλά όλοι τον αγνοούσαν ή τον απέφευγαν μετά την πρώτη επαφή. Ίσως να έφταιγε που κάθε φορά που γνώριζε κάποιον ή κάποια του δήλωνε ευθύς εξαρχής ότι ήθελε να γίνει φίλος του/της. Ίσως πάλι να ευθυνόταν εκείνο το βλέμμα του που παραήταν καθαρό για να το κοιτάζουν οι άλλοι συνέχεια.
Πήγε φαντάρος μόλις τελείωσε τη σχολή του και εκεί η έλλειψη κοινωνικότητας του βγήκε σε καλό. Δεν τον ενοχλούσε κανείς, δεν έμπλεξε σε άσκοπους καβγάδες, έκανε την υπηρεσία του και όποτε έβρισκε χρόνο διάβαζε κάποιο βιβλίο. Μονάχα όταν χρειάζονταν οι απίθανες γνώσεις του για κάτι, έβγαινε απ’ το καβούκι για να δώσει τα φώτα του και έπειτα πάλι απομόνωση. Το μόνο που τον στενοχωρούσε λίγο ήταν ότι δεν θα είχε να αφηγείται ( σε ποιούς; ) “ιστορίες απ’ το στρατό” όταν θα απολυόταν και θα μεγάλωνε κι άλλο.
Μετά το στρατό η μάνα του τον βόλεψε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη στο Τμήμα Ταξινόμησης μακριά από το κοινό, τις απίθανες αναζητήσεις ανύπαρκτων βιβλίων και τις παρατηρήσεις για καθυστερημένες επιστροφές. Κάθε πρωί πήγαινε με το αστικό στο κτίριο της Βιβλιοθήκης, μοναχικός, αλλά χωρίς να νιώθει πολύ μόνος -εκτός από τις φορές που έβλεπε φίλους ή φίλες να συζητούν γύρω του στο λεωφορείο.
Εκείνη την ημέρα, καθώς γύριζε από τη δουλειά, από την ώρα που κοίταξε το εισιτήριό του τον είχε πιάσει μια αγωνία, ένα άγχος πρωτόγνωρο, σαν να πήγαινε πρώτη φορά στο σχολείο. Στριφογύριζε την απόφαση στο μυαλό του όπως το χαρτάκι στις υγρές του παλάμες -ίδρωνε πάντα πολύ- και αναρωτιόταν, όπως είχε κάνει χιλιάδες άλλες φορές στη ζωή του, αν θα έκανε το σωστό. Δεν κατέβηκε στη στάση του και συνέχισε μέχρι το τέρμα. Περίμενε να αποβιβαστούν όλοι και τότε πλησίασε τον οδηγό.
-Γεια σας, του είπε.
-Γεια σου φίλε, απάντησε εκείνος, ένας νεαρός με αλογοουρά και με τη χαρακτηριστική κοιλίτσα των οδηγών να στρογγυλεύει το σιέλ του πουκάμισο.
-Θέλετε να γίνουμε φίλοι; του είπε διστακτικά.
Ο οδηγός αν είχε πούρο στο στόμα θα το είχε καταπιεί, και αν έπινε κάτι θα πνιγόταν. Ήταν τυχερός που δεν συνέβαινε τίποτα από τα δύο. Γούρλωσε τα μάτια του και εξαγριωμένος του απάντησε:
-Από τόσο νωρίς αρχίζετε το ψωνιστήρι τώρα; Ξεκουμπίσου από δω ρε αδερφή, μην σε πλακώσω στις μπούφλες!!!
Απορημένος, κατέβηκε βιαστικά, σχεδόν τρέχοντας, χωρίς να κοιτάξει στιγμή πίσω του. Μονάχα όταν έστριψε στη γωνία σταμάτησε και ξανακοίταξε το χαρτάκι που είχε ακόμα στο χέρι του, μουσκεμένο πλέον από τον ιδρώτα. Τι είχε κάνει λάθος; Το εισιτήριο το έγραφε καθαρά:

Μόνιμος σύνδεσμος
Γράψτε ένα σχόλιο
Υπάρχουν μερικά πράγματα στην καθημερινή μας ζωή που μας ενοχλούν τόσο ώστε ποτέ να μην παίρνουμε δραστικά μέτρα εναντίον τους ή εναντίον όσων ευθύνονται γι’ αυτά. Σήμερα το πρωί ταξιδεύοντας με ένα λεωφορείο των ΚΤΕΛ Πέλλας έτυχε να έρθω αντιμέτωπος για άλλη μια φορά με δύο από αυτά, το κτελοντούρι και τον κλιμαπορρυθμισμό.
Το κτελοντούρι σύμφωνα με τον Λύο Καλοβυρνά είναι “ το είδος ελεεινής μουσικής που σε κρατά ξύπνιο σε νυχτερινά ταξίδια με τα ΚΤΕΛ. Το μεγαλύτερο μέρος της άγρυπνης νύχτας το περνάς αναρωτώμενος πώς είναι δυνατόν ο οδηγός να είναι στα ντουζένια του στις 4 η ώρα το πρωί.” Χρησιμοποιώ κατά κόρον ΚΤΕΛ διαφόρων νομών εδώ και 12 χρόνια περίπου και το κτελοντούρι (που δε θα το περιόριζα μόνο στα νυχτερινά ταξίδια, αφού μπορεί να είναι ενοχλητικότατο σε κάθε περίπτωση) είναι ο κοινός παρονομαστής. Σκυλάδικα, βλαχοπόπ, κλαρίνα ή ποντιακά κάκιστης ποιότητας, σαχλοί ραδιοφωνατζήδες και γλυκανάλατες νιαουρίστρες συνθέτουν ένα ηχητικό σκηνικό που συχνά με έχει φέρει στα όριά μου. Και εντάξει αν, όπως σήμερα, διαθέτω κάποια συσκευή με ακουστικά (ραδιόφωνο, mp3 player, κινητό). Αν όμως δε συμβαίνει αυτό, τι μπορώ να κάνω; Να σηκωθώ από τη θέση μου και να κάνω παρατήρηση στον οδηγό καθώς οδηγεί ή μήπως να “καταγγείλω” το γεγονός στο πρακτορείο των ΚΤΕΛ; Το πρώτο στη χειρότερη μπορεί να αποβεί έως και επικίνδυνο (ΜΗΝ ΕΚΝΕΥΡΙΖΕΤΕ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟ), ενώ το δεύτερο εμπίπτει στην κατηγορία “τζάμπα κόπος.”
Ο κλιμαπορρυθμισμός (αυτή τη φορά η λέξη είναι δικής μου παραγωγής) αναφέρεται στο συχνό φαινόμενο να επιβαίνει κανείς σε ένα λεωφορείο του οποίου ο οδηγός έχει βαλθεί να αρρωστήσει τους επιβάτες του, λες και έχει σύμβαση με την Ένωση Φαρμακοποιών Ελλάδας. Η μέθοδος που χρησιμοποιεί είναι εξίσου απλή όσο και σατανική: αν η εξωτερική θερμοκρασία κυμαίνεται π.χ. γύρω στους 10 βαθμούς Κελσίου αυτός βάζει τα καλοριφέρ στους 25+, με αποτέλεσμα να θες να μείνεις με το φανελάκι ή το σουτιέν, αναλόγως φύλου, ενώ σε περιπτώσεις που έξω σκάει ο τζίτζικας φροντίζει να παγώσεις αφού βάζει τον κλιματισμό στους 18-20 βαθμούς. Η αλήθεια είναι πως σε καταστάσεις κλιμαπορρυθμισμού τα πειραματόζωα-επιβάτες αντιδρούν συχνότερα και ο οδηγός συναινεί στο να χαμηλώσει την ένταση των καλοριφέρ ή του κλιματισμού. Μόνο που συνήθως το κάνει με το παραπάνω εφαρμόζοντας έναν ιδιότυπο σαδισμό του στυλ: “Έτσι μου είστε; Τώρα θα δείτε!”
Μόνιμος σύνδεσμος
1 σχόλιο
Σε είδα δυο ώρες πριν, έξι μήνες μετά.
Με είδες κι εσύ.
Εσύ στο λεωφορείο κι εγώ στη στάση.
Περίμενα άλλο λεωφορείο.
ΥΓ. Όταν πλάθουμε στο μυαλό μας μια σκηνή που υποθέτουμε πως θα συμβεί στο μέλλον, ποτέ δεν εξελίσσεται όπως την έχουμε σκεφτεί. Πάντα στο περίπου… Ευτυχώς.
Μόνιμος σύνδεσμος
5 σχόλια
Ωραία είναι που ένας κόμπος -όχι πολύ σφιχτός- ανεβαίνει στο λαιμό μου κάθε φορά που περνάω από τη γωνία Εγνατίας-Αντιγονιδών, εκεί που δίναμε τα αλλόκοτα ραντεβού μας…
“Ξέχασα” σημαίνει “πέθανα”, που είπε κάποτε κι ο Σαββόπουλος…
Μόνιμος σύνδεσμος
Γράψτε ένα σχόλιο

Όμως, καθώς διέσχιζα με το αστικό τη μουδιασμένη Τσιμισκή (ή ίσως εγώ να ήμουν ο μουδιασμένος από τις μπύρες που είχα πιει πριν), όλα αυτά τα σάρωσαν υπόγεια ρεύματα που τραγουδούσαν στ’ αυτιά μου κι ο αέρας που τάραζε τα δέντρα και τα μάτια μου…
I still got the blues for you, λέει ο Gary Moore. Απόψε -μετά από καιρό- είναι μια τέτοια νύχτα. Μόνο που δεν ξέρω ποια κρύβεται σ’ αυτό το “you”. Ποια ήσουν πραγματικά ή ποια είσαι απ’ όλες…
Δεν είμαι θλιμμένος: θυμάμαι γλυκά. Μόνο που θυμάμαι.
Ούτε θέλω κάτι περισσότερο. Μόνο να θυμάμαι.
Ο Σεπτέμβρης έχει γεύση κανέλας…
Μόνιμος σύνδεσμος
1 σχόλιο