Κεριά Αναμμένα
Εφτακόσιες χιλιάδες πράγματα είδα, ένα εκατομμύριο άκουσα, δισεκατομμύρια έζησα αυτές τις δέκα μέρες του ταξιδιού μου στην Αβινιόν, αλλά στο μυαλό μου έχει σκαλώσει μια σκηνή, τόσο μικρή που αν ήταν αντικείμενο θα ήταν πούπουλο ή πετραδάκι.
Ο ήλιος ήθελε κάνα δίωρο ακόμα για να δύσει, αλλά τα μεσαιωνικά σοκάκια της πόλης τον είχαν κρύψει ήδη, αφήνοντας μονάχα να διαχέεται αυτό το κίτρινο φως που σίγουρα κάποτε έκανε μεγάλη εντύπωση πάνω στις πανοπλίες των ιπποτών. Στρίψαμε από μια πύλη και πρώτα τους ακούσαμε. Δυο υπέροχες φωνές να τραγουδάνε εκεί, στην καρδιά της Δύσης, μια μελωδία σχεδόν δικιά μας.
Κάναμε δυο βήματα ακόμα, συντροφεύοντας τις φωνές τους με τις δικές μας και τους είδαμε: δύο άγγελοι, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, πανέμορφοι στην τελειότητα της νιότης τους, συγκλονιστικοί στο κυμάτισμα των φωνών τους.
Καθίσαμε στο απέναντι κράσπεδο, δίπλα στο ετερόκλητο πλήθος που είχε μα(ζ-γ)ευτεί, και έφτασε να ανταλλάξουμε ένα βλέμμα με τον Δ. για να πούμε το “εδώ είμαστε”.
Δεν ήθελα να πω όμως ούτε για το φως ούτε για τα γαλλικά πλακόστρωτα ούτε για τα παιδιά που ακούσαμε εκείνο το απόγευμα. Μονάχα για κείνο το κορίτσι που έχω ξεχάσει κιόλας το πρόσωπό του θέλω να πω. Θέλω να πω μόνο για τα παιδικά της δάχτυλα, φαγωμένα από αγχωμένα χείλια, για τα σπασμένα της αγγλικά, για την ερώτηση που μου έκανε δειλά μετά από λίγα λεπτά που καθόμασταν πλάι-πλάι:
-Αυτό το τραγούδι που τραγουδούσατε πριν πώς λέγεται; Μπορείτε να μου το γράψετε στο κινητό;
-Ederlezi, καλή μου… Ederlezi…
Επιθυμίες
Ζητήσαμε ουρανό και πήραμε θεούς
Ζητήσαμε έναν κόσμο και πήραμε το χτες
Ζητήσαμε ευτυχία και πήραμε ελπίδα
Ζητήσαμε ζωή και πήραμε ζωή
Με τον Τρόπο του Χιλιάνου
Κι αν ο Παράδεισος σε σένα παίρνει σάρκα
κι οστά στα μάτια σου που είναι ουρανοί
η κρύα Κόλαση ξανάρχεται εμπρός μου
σαν μου στερείς την όψη σου και τη φωνή.
Κι αν άγγελοι λευκοί στα χείλη σου φωλιάζουν
που υμνούν της ομορφιάς το μαύρο φως
Δαίμονες γίνονται οι λέξεις και μ’ αρπάζουν
όταν το “όχι” ή το “δεν” και πάλι μου το πεις.
Κι αν το άπειρο στα δάχτυλά σου κλείνεις,
κι αν δεν αφήνεις τη ζωή να σε χαρεί,
κι αν την αγάπη “ανάγκη” την προφέρεις,
στο τώρα μάθε την καρδιά σου να αφήνεις,
άσε το θάνατο τους άλλους να τρυγεί,
και την ανάγκη σου γι’ αγάπη να την ξέρεις.
Δεν σ’ Αγαπώ…
Soneto XVII (Sonnet 17), Pablo Neruda
Δεν σ’ αγαπώ σαν να ‘σουν θαλασσόροδο ή τοπάζι,
καν σαΐτα από γαρούφαλλα που τη φωτιά θεριεύει:
σ’ αγαπώ όπως κάποια πράγματα σκοτεινά αγαπιούνται,
μυστικά, στης σκιάς και της ψυχής τ’ ανάμεσο.
—
Σ’ αγαπώ όπως το φυτό που δεν ανθεί, μα κλείνει
μέσα του κρυφό το φως των λουλουδιών του.
Και, χάρη στην αγάπη σου, ζει στα σκοτάδια του κορμιού μου
μια πνιχτή ευωδιά που βγήκε από τη γης.
—
Σ’ αγαπώ χωρίς να ξέρω πώς, πότε ή από πού,
σ’ αγαπώ δια μιας, δίχως προβλήματα ή περηφάνια:
έτσι σ’ αγαπώ γιατί δεν ξέρω ν’ αγαπώ με άλλον τρόπο,
—
παρά μ’ ετούτον που δεν έχει “εγώ” μήτε “εσύ”,
τόσο σιμά που το χέρι σου στο στήθος μου είναι δικό μου,
τόσο σιμά που τα μάτια σου βαραίνουν σαν αποκοιμιέμαι εγώ.
(Προσωπική μεταφραστική απόπειρα με τη βοήθεια του πρωτότυπου και μιας αγγλικής μετάφρασης)
Ιστολογία Εαρινής Ισημερίας
Ξημερώνει ( ; )
Έξι και… Όλη τη νύχτα αλκοόλ, κρασί και μπύρες βαρελίσιες. Πρώτα στου Γάτου, μετά στον Καφεναί, στο Ziggy, στον Barωδό. Κουβέντες, διαπληκτισμοί, χωριατιές και οικειότητες, κι η μουσική μονάχα να σε σώζει… Άλλο ένα Σαββατόβραδο ρημάδι, άλλη μια κωμική επανάληψη των Μοιραίων του Βάρναλη, με τη βροχή στο τέλος της βραδιάς να υπογραμμίζει το αυτονόητο. Καλά το λέει ο Κώστας Μόντης σ’ εκείνο το ποίημά του που (κατά λάθος μάλλον) μπήκε πρώτο στο ανθολόγιο της Γ΄ Λυκείου:
…Όμως όταν τελειώσουν όλα
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,
και πουν οι φίλοι καληνύχτα,
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;
Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θα ‘σαι μονάχος.
Και τότες θα λογαριαστείτε.
Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα να λογαριαστείτε…
Ας είναι, που λέει και η γιαγιά Θεώνη… Ποτέ δε θα ‘μαι έτοιμος. Περιμένω λοιπόν, γυμνός και απροστάτευτος από τα θέατρα, τα κέντρα, τη δουλειά και τους φίλους, να λογαριαστώ. Μονάχα που η έγνοια μου αλλάζει κάθε τόσο σχήμα και μορφή και ξεφεύγει διαρκώς απ’ τη λαβή μου…
Ενοικιάζεται το Παρόν
Διαβάζοντας αυτό το ποστ και βλέποντας τη φωτογραφία που το συνοδεύει, θυμήθηκα κάτι σχετικό που είχα γράψει πριν δυόμιση περίπου χρόνια σε μια από τις ομορφότερες περιόδους της ζωής μου:
Ποιοι κόλλησαν παντού ενοικιαστήρια;
Έχουν γεμίσει οι τοίχοι, οι κολώνες, οι τζαμαρίες,
οι ψυχές.
Τώρα πια δε νοικιάζουν μόνο σπίτια, γραφεία, μαγαζιά.
Τώρα πια ήρθε η σειρά του χρόνου:
«Ενοικιάζεται το παρόν».
Αυτό γράφει πάνω στα λερά χαρτιά
-στο χρώμα της απελπισίας-
που βρίσκω κάθε τόσο εμπρός μου.
Ένας ζητιάνος
με τη χούφτα γυρισμένη προς τα κάτω
σαν να σκέπαζε ένα αόρατο λουλούδι
με είδε να κοιτώ ένα από αυτά:
- Τώρα τα βλέπεις κι εσύ,
ψιθύρισε βραχνά (σαν συνταξιούχος προφήτης)
κι έπειτα μου ‘δωσε ένα νόμισμα
κάλπικο,
ίδιο με λέξεις φορεμένες.
Έτσι ξεκίνησα να μαζεύω τα λεφτά
για το νοίκι.
Ενός Λεπτού Φυγή
Δεν θέλει πολύ. Όταν όλα βαραίνουν, όταν σε πνίγουν ακόμα και οι λέξεις, όταν νυχτώνει καταμεσήμερο, κλείσε τα μάτια. Για ένα λεπτό.
Φτάνει και περισσεύει για να σκεφτείς κάτι όμορφο: ένα τραγούδι, ένα παιδικό γέλιο, ένα χέρι πάνω στο δικό σου, μια χάντρα στην παλάμη σου. Ταξίδεψε κάπου που δεν έχεις πάει και θέλεις να πας, σε ένα άλλο τώρα, σε χίλια-δυο εκεί. Ψιθύρισε μια προσευχή ή μια βρισιά. Δάγκωσε τα χείλια σου, βάλε τα δάχτυλά σου στα μαλλιά σου, κάνε ό,τι θες, μα φύγε.
Μονάχα μην ξεχαστείς και φύγεις πάνω από ένα λεπτό. Μην ξεχαστείς και φύγει πάνω από ένα λεπτό. Θα χρειαστείς τα υπόλοιπα για να τους δώσεις ρέστα. Σαν έρθει η ώρα, πού να χαλάς καρδιονομίσματα…
Ο Δρόμος προς την Κόλαση
Τι θα ήταν η ποίηση χωρίς τις καθαρές προθέσεις;
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη να εύχεσαι.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους:
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο…
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για νά’χω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι και χαμογελώντας,
θα πεί
πως
τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν
στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.
“Αντιστέκομαι” Μπορεί να Σημαίνει και “Θυμάμαι”
Παίρνω την πάσα από τον Αταίριαστο να δημοσιεύσω ένα αγαπημένο ποίημα ως μια ελάχιστη πράξη αντίστασης ενάντια στη ζοφερή επικαιρότητα.
Δε χρειάστηκε να ψάξω πολύ: ο τίτλος του παρόντος (του ιστολογίου, αλλά και του σήμερα) προδίδει την προτίμησή μου. Το “Δρόμοι Παλιοί” του Μανώλη Αναγνωστάκη το γνώρισα και το αγάπησα πρώτα σαν τραγούδι (με εκείνη την υπέροχη μελωδία που γεμίζει το Σέρπικο) και με συντρόφεψε αμέτρητα βράδια στα νυχτερινά πλακόστρωτα των Ιωαννίνων και της Θεσσαλονίκης. Νομίζω ότι είναι από τα πιο όμορφα ποιήματα που έχω διαβάσει:
Δρόμοι Παλιοί
Δρόμοι παλιοί, που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του τόπου μου
Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ κρατώντας
Μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες
(Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα
Χωρίς να γνωρίζω κανένα κι ούτε
Κανένας με γνώριζε.)
Update
Με το τελευταίο του σχόλιο στο ποστ αυτό ο άμμος μου θύμισε ότι έπρεπε να κάνω πάσα σε πέντε συμμπλόγκερ για να αντισταθούν κι αυτοί με ένα ποίημα. Παράλειψή μου. Ζητώ λοιπόν από τους: άμμο, Σπύρο Σεραφείμ, Allu Fun Marx, Nefelia, steppenwolf να προσφέρουν το δικό τους αγαπημένο ποίημα στη μπλογκόσφαιρα…
My StumbleUpon Page
