Όταν η Κυριολεξία Πάει Θέατρο
[Το παρακάτω απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο του Terry Pratchett, Wyrd Sisters, που διαδραματίζεται, όπως και άλλες 3 ντουζίνες βιβλία του ιδίου συγγραφέα, σε έναν φανταστικό κόσμο δικής του επινόησης, τον Δισκόκοσμο, ο οποίος είναι ταυτόχρονα τόσο διαφορετικός και τόσο όμοιος με την δική μας Υδρόγειο Σφαίρα. Μέσα σε αυτό το σκηνικό με μάγους, μάγισσες, πρωτοπόρους του κινηματογράφου και της ροκ, βαμπίρ που κάνουν αποτοξίνωση από το αίμα, βασιλιάδες, φανταστικά όντα, τρολ, νάνους, ξωτικά, δημοσιογράφους, αστυνομικούς, λωποδύτες κτλ, κτλ., ο Pratchett σε κάθε βιβλίο του στήνει και μια ξεκαρδιστική παρωδία της ζωής στον πλανήτη μας εξερευνώντας κάθε φορά διαφορετικές πτυχές της παγκόσμιας κουλτούρας.
Στη σκηνή που ακολουθεί, τρεις μάγισσες, που στον Δισκόκοσμο χρησιμοποιούν περισσότερο τεχνικές ψυχολογικού πολέμου (την περίφημη “κεφαλολογία”) παρά αληθινά μάγια, πηγαίνουν να παρακολουθήσουν μια θεατρική παράσταση από ένα μπουλούκι (ο θιασάρχης είναι ο αντίστοιχος Σέξπιρ του Δισκόκοσμου). Τα πράγματα όμως περιπλέκονται όταν η de facto αρχηγός τους (οι μάγισσες δεν έχουν επισήμως “αρχιμάγισσα”) αδυνατεί να κατανοήσει τις βασικές αρχές του θεάτρου.]
Η Μάγκρατ είχε εκστασιαστεί, ως συνήθως. Το θέατρο δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μερικές λινάτσες με ζωγραφιές επάνω τους, μια σανιδένια σκηνή που στηριζόταν πάνω σε βαρέλια, και μισή ντουζίνα πάγκους, στημένα στην πλατεία του χωριού. Ταυτόχρονα όμως όλα αυτά είχαν κατορθώσει να γίνουν Το Κάστρο, Κάπου Αλλού στο Κάστρο, Το Ίδιο “Αλλού” Λίγο Αργότερα, Το Πεδίο της Μάχης και τώρα ήταν Ένας Δρόμος Έξω από την Πόλη. Θα ήταν ένα υπέροχο απόγευμα αν δεν ήταν εκεί και η Γιαγιάκα Κερολίβανου.
Μετά από αρκετές διαπεραστικές ματιές προς τη μεριά της τριμελούς ορχήστρας μπας και καταλάβει ποιο απ’ όλα τα όργανα ήταν αυτό το “θέατρο”, η γριά μάγισσα έστρεψε επιτέλους την προσοχή της στη σκηνή, και τότε άρχισε να γίνεται προφανές στη Μάγκρατ ότι υπήρχαν ορισμένες θεμελιώδεις πτυχές του θεάτρου που η Γιαγιάκα δεν είχε ακόμα κατανοήσει πλήρως.
Τώρα χοροπηδούσε πάνω κάτω στον πάγκο της με μανία.
“Τον σκότωσε,” τσίριξε. “Γιατί δεν κάνει κάποιος κάτι γι’ αυτό; Τον σκότωσε! Και μάλιστα μπροστά σε όλους!”
Η Μάγκρατ τράβηξε απεγνωσμένα τη συνάδελφό της από το χέρι καθώς εκείνη προσπαθούσε να σηκωθεί όρθια.
“Δεν πειράζει,” ψιθύρισε. “Δεν είναι νεκρός!”
“Με αποκαλείς ψεύτρα, κορίτσι μου;” την έκοψε η Γιαγιάκα. “Τα είδα όλα!”
“Κοίτα, Γιαγιάκα, δεν είναι στ’ αλήθεια αληθινό, δε βλέπεις;”
Η Γιαγιάκα Κερολίβανου ηρέμησε λιγάκι, αλλά συνέχισε να μουρμουρίζει χαμηλόφωνα. Είχε αρχίσει να αισθάνεται ότι τα φαινόμενα προσπαθούσαν να την απατήσουν.
Στη σκηνή ένας άντρας τυλιγμένος με σεντόνι απήγγειλε έναν πνευματώδη μονόλογο. Η Γιαγιάκα τον άκουσε με προσοχή για μερικά λεπτά και έπειτα σκούντησε τη Μάγκρατ στα πλευρά.
“Τι τσαμπουνάει τώρα;” ρώτησε.
“Λέει πόσο λυπάται που ο άλλος είναι νεκρός,” είπε η Μάγκρατ, και σε μια απόπειρα να αλλάξει όπως-όπως συζήτηση πρόσθεσε, “Πολλές βασιλικές κορόνες, ε;”
Η Γιαγιάκα δεν το έβαζε κάτω. “Τότε τι πήγε και τον σκότωσε, μου λες;”
“Ε, να, είναι λίγο περίπλοκο-” είπε αδύναμα η Μάγκρατ.
“Είναι ξεδιάντροπο!” πετάχτηκε η Γιαγιάκα. “Και ο καημένος ο νεκρός ακόμα κείτεται εκεί μπροστά!”
Η Μάγκρατ κοίταξε παρακλητικά την Βάβω Εύγω, που τσιμπολογούσε ένα μήλο και παρατηρούσε τη σκηνή με το βλέμμα ενός επιστήμονα-ερευνητή.
“Υποθέτω,” είπε αργά, “υποθέτω ότι όλα αυτά τα κάνουν στα ψέμματα. Κοίτα, εξακολουθεί να αναπνέει.”
Το υπόλοιπο κοινό, που ήδη είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όλα αυτά τα σχόλια ήταν κομμάτι του έργου, γύρισε σαν ένα σώμα για να κοιτάξει το πτώμα. Εκείνο κοκκίνισε.
“Και κοίτα και τις μπότες του,” είπε η Βάβω επικριτικά. “Ένας αληθινός βασιλιάς θα ντρεπόταν αν είχε τέτοιες μπότες.”
Το πτώμα προσπάθησε να κρύψει τα πόδια του πίσω από έναν χαρτονένιο θάμνο.
Η Γιαγιάκα, διαισθανόμενη κάπως αόριστα ότι είχαν κατηγάγει έναν μικρό θρίαμβο ενάντια στους υπηρέτες του ψεύδους και της απάτης, πήρε ένα μήλο από την τσάντα της και άρχισε να παρακολουθεί με ανανεωμένο ενδιαφέρον. Η Μάγκρατ χαλάρωνε σιγά-σιγά και ετοιμάστηκε να χαρεί το έργο. Αλλά όχι, όπως αποδείχθηκε, για πολύ. Η εκούσια αποδοχή εκ μέρους της της θεατρικής ψευδαίσθησης διακόπηκε από μια φωνή:
“Τι είναι αυτό τώρα;”
Η Μάγκρατ αναστέναξε. “Να,” τόλμησε να πει, “αυτός νομίζει ότι αυτός είναι ο πρίγκηπας, αλλά στην πραγματικότητα είναι η άλλη κόρη του βασιλιά, μεταμφιεσμένη σε άντρα.”
Η Γιαγιάκα υπέβαλλε τον ηθοποιό σε ένα μακρύ, εξονυχιστικό βλέμμα.
“Είναι άντρας,” είπε. “Με αχυρένια περούκα. Κάνει τη φωνή του τσιριχτή.”
Της Μάγκρατ της σηκώθηκε η τρίχα. Η ίδια κάτι ήξερε για τις θεατρικές συμβάσεις. Φοβόταν ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε. Η Γιαγιάκα Κερολίβανου είχε Άποψη.
“Ναι, αλλά,” είπε απελπισμένα, “έτσι είναι το Θέατρο. Όλες τις γυναίκες τις παίζουν άντρες.”
“Γιατί;”
“Δεν επιτρέπονται γυναίκες στη σκηνή,” είπε ξεψυχισμένα η Μάγκρατ και έκλεισε τα μάτια.
Στην πραγματικότητα, δεν υπήρξε κανένα ξέσπασμα από τη θέση που βρισκόταν στα αριστερά της. Τόλμησε να ρίξει μια κλεφτή ματιά.
Η Γιαγιάκα μασούσε ήσυχα την ίδια μπουκιά από το μήλο της ξανά και ξανά, χωρίς να παίρνει το βλέμμα της από τη δράση.
“Μην κάνεις φασαρίες, Έσμε,” είπε η Βάβω, που είχε επίσης υπόψη της τις Απόψεις της Γιαγιάκας. “Αυτό το μέρος του έργου είναι ωραίο. Νομίζω ότι αρχίζω να το πιάνω.”
Κάποιος χτύπησε απαλά την Γιαγιάκα στον ώμο και μια φωνή είπε, “Κυρία, μπορείτε σας παρακαλώ να βγάλετε το καπέλο σας;”
Η Γιαγιάκα γύρισε αργά-αργά όπως καθόταν στον πάγκο, σαν να περιστρεφόταν χάρη σε κάποιο κρυμμένο μηχανισμό, και κεραυνοβόλησε αυτόν που τη διέκοψε με ένα βλέμμα εκατό κιλοβάτ. Ο τύπος ζάρωσε και μαζεύτηκε πάλι στον πάγκο του, με το πρόσωπό της να τον ακολουθήσει μέχρι κάτω.
“Όχι,” του είπε.
Εκείνος εξέτασε τις εναλλακτικές του. “Εντάξει,” της είπε.
Η Γιαγιάκα γύρισε μπροστά της και έγνεψε στους ηθοποιούς που είχαν σταματήσει και την χάζευαν.
“Τι κοιτάτε, δεν ξέρω,” μούγκρισε. “Άντε, τελειώνετε.”
[...]
Σιωπή γέμισε και πάλι το πρόχειρο θέατρο εκτός από τις διστακτικές φωνές των ηθοποιών, που κοίταζαν συνεχώς προς την αγέρωχη μορφή της Γιαγιάκας Κερολίβανου και εκτός από το περιστασιακό μασούλημα των μήλων από τις δύο μεγαλύτερες μάγισσες. Ξαφνικά η Γιαγιάκα είπε, με μια διαπεραστική φωνή που έκανε έναν από τους ηθοποιούς να ρίξει κάτω το ξύλινο σπαθί του, “Είναι κάποιος εκεί στο πλάι που τους ψιθυρίζει διάφορα!”
“Είναι υποβολέας,” είπε η Μάγκρατ. “Τους λέει τι να πουν.”
“Δεν ξέρουν;”
“Μου φαίνεται ότι χάνουν τα λόγια τους,” απάντησε καυστικά η Μάγκρατ. “Για κάποιον παράξενο λόγο.”
Η Γιαγιάκα σκούντηξε τη Βάβω.
“Τι συμβαίνει τώρα;” είπε. “Γιατί είναι όλοι αυτοί οι βασιλιάδες και ο κόσμος εκεί πάνω;”
“Κάνουν μια τελετή,” είπε η Βάβω Εύγω με σιγουριά. “Για το νεκρό βασιλιά, αυτόν με τις μπότες -θυμάσαι- μόνο που άμα προσέξεις, τώρα κάνει τον στρατιώτη, και όλοι βγάζουν λόγους για το πόσο καλός ήταν και αναρωτιούνται ποιος τον σκότωσε.”
“Αλήθεια;” είπε άγρια η Γιαγιάκα. Κοίταξε ερευνητικά όλο τον θίασο επί σκηνής, ψάχνοντας για το δολοφόνο.
Προσπαθούσε να καταλήξει σε μια απόφαση.
Έπειτα στάθηκε όρθια.
Ο μαύρος της μανδύας φούσκωσε γύρω της σαν τα φτερά ενός τιμωρού αγγέλου, που ήρθε για να απαλλάξει τον κόσμο από όλα όσα ήταν ανοησία και υποκρισία και απάτη και ψευτιά. Με κάποιον τρόπο έδειχνε πολύ μεγαλύτερη από το κανονικό. Έστρεψε ένα οργισμένο δάχτυλο προς τον ένοχο.
“Αυτός το έκανε!” κραύγασε θριαμβικά. “Όλοι μας τον είδαμε! Το έκανε με ένα στιλέτο!”
Terry Pratchett, Wyrd Sisters,σσ. 23-25, μτφρ. Αντώνης Γαζάκης
πολλῶν δ᾽ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω
“Γιατί φεύγουμε από έναν τόπο; Για να μπορέσουμε να επιστρέψουμε σ’ αυτόν. Για να μπορέσουμε να δούμε τον τόπο από όπου καταγόμαστε με καινούρια μάτια και διαφορετικά χρώματα. Και οι άνθρωποι στον τόπο σου σε βλέπουν κι αυτοί διαφορετικά πια. Το να επιστρέφεις εκεί από όπου ξεκίνησες δεν είναι το ίδιο με το να μην έχεις φύγει ποτέ.”
Terry Pratchett, A Hat Full of Sky, σελ. 349, προσωπική μεταφραστική απόπειρα
Σπινόζα για Αρχάριους
“…Κάποτε ήμασταν άμορφες μάζες μέσα στη θάλασσα, και έπειτα ψάρια, και έπειτα σαύρες και αρουραίοι, και έπειτα πίθηκοι, και εκατοντάδες πράγματα ενδιάμεσα. Αυτό το χέρι ήταν κάποτε πτερύγιο, αυτό το χέρι είχε κάποτε νύχια αρπακτικού! Στο ανθρώπινο στόμα μου έχω τους κυνόδοντες του λύκου και τους κοπτήρες του κουνελιού και τους μασητήρες της αγελάδας! Το αίμα μας είναι τόσο αλμυρό όσο η θάλασσα στην οποία ζούσαμε κάποτε! Όταν τρομάζουμε, μας σηκώνεται η τρίχα, ακριβώς όπως όταν είχαμε γούνα. ΕΙΜΑΣΤΕ ιστορία! Είμαστε ακόμα και τώρα όλα όσα υπήρξαμε στην πορεία μας μέχρι να γίνουμε αυτό που είμαστε σήμερα. [...] Είμαι πλασμένη από τις μνήμες των γονέων μου και των παππούδων μου, όλων των προγόνων μου. Φανερώνονται στην όψη μου, στο χρώμα των μαλλιών μου. Και είμαι πλασμένη από τον καθένα που έχω συναντήσει και άλλαξε τον τρόπο που σκέφτομαι. Ποια είμαι λοιπόν “εγώ”;…”
Terry Pratchett, A Hat Full of Sky, σελ. 304, προσωπική μεταφραστική απόπειρα (ευχαριστώ Δήμητρα)
Μάγ(κ)ισσα
«Πωπω, γεννημένη μάγισσα είσαι, σ’ το λέω και να το ξέρεις», [...] «Έχεις εκείνο το κατιτίς μέσα σου που δεν το βάζει κάτω, σωστά; Εκείνη την τόση δα φακίδα που επιβλέπει όλα τα υπόλοιπα κομμάτια σου. Είναι η ενόραση σου, η πρώτη εικόνα που έχεις για τα πράγματα και οι δεύτερες σκέψεις που κάνεις γι’ αυτά, κι αυτό για σένα είναι ένα μικρό χάρισμα και μια μικρή κατάρα συνάμα. Βλέπεις και ακούς αυτά που οι άλλοι δεν μπορούν να δουν ούτε ν’ ακούσουν, ο κόσμος σού ανοίγει τα μικρά του μυστικά, όμως εσύ είσαι πάντα σαν κάτι τύπους που πάνε στα πάρτι και κάθονται σε μια γωνιά μ’ ένα ποτό στο χέρι χωρίς να μπορούν να μπούνε ποτέ στο κλίμα. Υπάρχει ένα μικρό, ένα τόσο δα κομματάκι μέσα σου που δε λέει να λιώσει, να κυλήσει προς τους άλλους. [...]“
The Wee Free Men (Χιλιάδες Νάνοι κι ένα Τηγάνι), Terry Pratchett, μτφρ. Άννα Παπασταύρου (με μικρές αλλαγές), σσ. 150-151
Πώς ν’ Αντέξεις Δίχως Μύθο…
[Η ανάρτηση αυτή θα ήταν περισσότερο επίκαιρη σε κάνα δίμηνο, αλλά θα την ξεχνούσα ως τότε.] Πριν λίγο λοιπόν είδα την τηλεοπτική διασκευή (άνιση) ενός μυθιστορήματος του Terry Pratchett και θυμήθηκα έναν καταπληκτικό διάλογο προς το τέλος του βιβλίου. Το βιβλίο είναι το “Hogfather” και διαδραματίζεται και αυτό στον Δισκόκοσμο.
Στον κόσμο αυτόν λοιπόν ο Hogfather είναι κάτι αντίστοιχο με τον δικό μας Άγιο Βασίλη (ελληνιστί Santa Claus), μόνο που αυτός είναι διασταύρωση του γνωστού μας κοκκινοφορεμένου τύπου από τη διαφήμιση της Coca-Cola με αγριογούρουνο. Η ιστορία διαδραματίζεται τη νύχτα της παραμονής του Hogswatch (η Πρωτοχρονιά-τα Χριστούγεννα του Δισκόκοσμου). Κάποιες σκοτεινές δυνάμεις του πολυσύμπαντος που λατρεύουν την τάξη και την τετράγωνη λογική θέλουν να ξεκάνουν τον Hogfather γιατί τους ενοχλεί η πίστη των ανθρώπων σε κάτι τόσο παράλογο. Έχουν, θα λέγαμε απλά, αλλεργία στη φαντασία. Προσλαμβάνουν λοιπόν έναν αδίστακτο επαγγελματία από τη Συντεχνία των Δολοφόνων ο οποίος υπόσχεται να εξαφανίσει στην ανυπαρξία τον Hogfather πριν τελειώσει η νύχτα.
Αντίπαλους στα σχέδιά τους θα βρουν τον Χάρο (βασικός χαρακτήρας σε αρκετά από τα μυθιστορήματα του Δισκόκοσμου και μάλλον ο πιο αγαπητός στους αναγνώστες) και την εγγονή του (μεγάλη ιστορία…). Ο ίδιος ο Χάρος αναλαμβάνει τον αγιοβασιλιάτικο ρόλο (μπαίνει από τις καμινάδες και αφήνει δώρα σε κάλτσες, ταξιδεύει με έλκηθρο, φοράει κατάλληλα για την περίσταση ρούχα, ένα μαξιλάρι για κοιλιά και ψεύτικη γενειάδα) και ταυτόχρονα πείθει την εγγονή του, τη Susan, που έχει κάποιες από τις δυνάμεις του παππού της, να σώσει τον Hogfather. Το βασικό επιχείρημα του Χάρου είναι ότι αν δεν σωθεί, ο ήλιος δεν θα ανατείλει ποτέ ξανά.
Φυσικά, μετά από πολλές ευτράπελες περιπέτειες, η Susan θα σώσει τον Hogfather, αλλά, λίγο πριν την γυρίσει ο παππούς της στο σπίτι της, του λέει:
“[...] Τώρα… πες μου…”
ΤΙ ΘΑ ΕΙΧΕ ΣΥΜΒΕΙ ΑΝ ΔΕΝ ΤΟΝ ΕΣΩΖΕΣ;
“Ναι! Ο ήλιος θα είχε ανατείλει κανονικά, έτσι δεν είναι;”
ΟΧΙ.
“Α, έλα τώρα. Δε γίνεται να περιμένεις να το πιστέψω αυτό. Πρόκειται για αστρονομικό φαινόμενο.“
Ο ΗΛΙΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΧΕ ΑΝΑΤΕΙΛΕΙ.
Γύρισε και τον κοίταξε.
“Ήταν μεγάλη η νύχτα, Παππού! Είμαι κουρασμένη και χρειάζομαι ένα μπάνιο! Δεν χρειάζομαι χαζομάρες!”
Ο ΗΛΙΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΧΕ ΑΝΑΤΕΙΛΕΙ.
“Αλήθεια; Τότε, τι θα είχε γίνει, παρακαλώ;”
ΜΙΑ ΑΠΛΗ ΣΦΑΙΡΑ ΦΛΕΓΟΜΕΝΩΝ ΑΕΡΙΩΝ ΘΑ ΦΩΤΙΖΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.
[...]
“Εντάξει,” είπε η Susan. “Δεν είμαι χαζή. Λες ότι οι άνθρωποι χρειάζονται τις… φαντασίες για να κάνουν τη ζωή υποφερτή.”
ΑΛΗΘΕΙΑ; ΣΑΝ ΝΑ ΗΤΑΝ ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΡΟΖ ΧΑΠΙ; ΟΧΙ. ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ. ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΟΠΟΣ ΟΠΟΥ Ο ΠΕΠΤΩΚΩΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΟΝ ΟΡΘΟΥΜΕΝΟ ΠΙΘΗΚΟ.
“Νεράιδες; Αγιοβασίληδες; Καλικάντ-”
ΝΑΙ. ΓΙΑ ΕΞΑΣΚΗΣΗ. ΠΡΕΠΕΙ ΑΠΟ ΚΑΠΟΥ ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΕΤΕ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΑΘΕΤΕ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΨΕΜΑΤΑ.
“Ώστε να μπορούμε να πιστέψουμε και τα μεγάλα;”
ΝΑΙ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. ΕΛΕΟΣ. ΚΑΘΗΚΟΝ. ΤΕΤΟΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ.
“Δεν είναι καθόλου το ίδιο!”
ΕΤΣΙ ΝΟΜΙΖΕΙΣ; ΤΟΤΕ ΠΑΡΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΚΑΙ ΑΛΕΣΕ ΤΟ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ Η ΠΙΟ ΨΙΛΗ ΣΚΟΝΗ ΚΑΙ ΚΟΣΚΙΝΙΣΕ ΤΟ ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΟΣΚΙΝΟ ΚΑΙ ΕΠΕΙΤΑ ΔΕΙΞΕ ΜΟΥ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΕΝΑ ΜΟΡΙΟ ΕΛΕΟΥΣ. ΚΙ ΟΜΩΣ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙΤΕ ΣΑΝ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΙΔΕΑΤΗ ΤΑΞΗ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΣΑΝ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΕΙΔΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΤΟ ΚΡΙΝΕΤΕ.
“Ναι, αλλά οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να το πιστεύουν αυτό, αλλιώς ποιο το νόημα…” [what's the point...]
ΑΥΤΟ ΕΝΝΟΩ ΑΚΡΙΒΩΣ. [ΜY POINT EXACTLY.] [...]
“Μιλάς για μας σαν να είμαστε τρελοί.”[...]
ΟΧΙ. ΕΧΕΤΕ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΑ. ΠΩΣ ΑΛΛΙΩΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΤΕΛΙΚΑ ΝΑ ΒΓΟΥΝ ΑΛΗΘΙΝΑ;
Τα σχόλια δικά σας…
Η Κόλαση Είναι οι Άλλοι
Στο The Truth, το 25ο μυθιστόρημα του Δισκόκοσμου, δύο από τους χαρακτήρες που δημιουργεί ο Terry Pratchett είναι ο Mr Tulip και ο Mr Pin. Αδίστακτοι κακοποιοί που αποτελούν παρωδία αρκετών ανάλογων εγκληματικών ζευγαριών (μάλιστα κάποιες στιγμές παρωδούν ευθέως τους χαρακτήρες του Samuel Jackson και του John Travolta στο Pulp Fiction), ο πρώτος είναι ένας θηριώδης και φαινομενικά άξεστος τύπος με δολοφονικά ένστικτα που κάθε πρότασή του την διανθίζει με την περίεργη βρισιά -ing, π.χ. -We -ing hate noises! (δεν είναι τίποτα άλλο παρά η λογοκριμένη μορφή του “fucking”, αλλά στους διαλόγους του βιβλίου όλοι τον ακούν να λέει -ινγκ). Παρότι δεν διστάζει να σκοτώσει όποιον και ό,τι βρεθεί μπροστά του έχει εξαιρετικές ικανότητες στον τομέα της καλλιτεχνικής κριτικής, αφού ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά την Ιστορία της Τέχνης του Δισκόκοσμου, μπορεί να αναγνωρίσει με μια ματιά τις δημιουργίες οποιουδήποτε καλλιτέχνη και καταλαβαίνει αμέσως τα πλαστά έργα.
Αυτός λοιπόν ο πωρωμένος εγκληματίας κάποια στιγμή πεθαίνει και έρχεται αντιμέτωπος με τον Χάρο (ο Χάρος στα βιβλία του Pratchett είναι η κλασική φιγούρα του σκελετού με το μαύρο μανδύα και το δρεπάνι και τα λόγια του αποδίδονται στο κείμενο μόνο με κεφαλαία γράμματα). Εκείνος δείχνει στον Mr Tulip τις κλεψύδρες με τις ζωές όσων έχει σκοτώσει ο κακοποιός και αρχίζει να απαριθμεί τα ονόματα των θυμάτων του και τον τρόπο με τον οποίο τους είχε σκοτώσει. Τότε ο Mr Tulip τον ρωτά:
“Αυτό είναι που λένε ότι θα περάσει όλη μου η ζωή μπροστά από τα μάτια μου;”
“ΟΧΙ, ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ.”
“Πότε πριν;”
“ΑΠΟ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕΣ. ΟΧΙ, ΑΥΤΟ… MR TULIP ΕΙΝΑΙ ΟΛΗ ΣΟΥ Η ΖΩΗ ΟΠΩΣ ΠΕΡΑΣΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ…”
Εσείς Διχοτομείστε;
Τι συμβαίνει όταν στον Δισκόκοσμο ένα τσούρμο ευτραφών, καλοπερασάκηδων, μισογύνηδων μάγων-μελών ΔΕΠ του Αθέατου Πανεπιστημίου -ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος φτιαγμένου όχι για να ανοίγει νέους ορίζοντες στη μαγεία αλλά για να την περιορίζει- βρίσκονται κατά έναν μαγικό τρόπο στο Μονονήσι , ένα νησί όπου όλη η χλωρίδα και η πανίδα αποτελείται από ένα δείγμα κάθε είδους, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα και χρόνια μακριά από την έδρα τους; Μα φυσικά συναντούν τον θεό της Εξέλιξης των ειδών στο εργαστήριό του και έχουν μαζί του μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για το ρόλο της αναπαραγωγής, μιας και δεν την έχει εφεύρει ακόμα:
“Καταπληκτική κατασκευή,” είπε ο Ridcully, προβάλλοντας από τον ελέφαντα. Πολύ καλές ρόδες. Αυτά τα κομμάτια τα βάφεις πριν τη συναρμολόγηση, έτσι δεν είναι;”
“Δεν πρόκειται για μοντελισμό, κύριε,” είπε ο Ponder, παίρνοντας ένα νεφρό από τα χέρια του και στερεώνοντάς το πίσω. “Είναι ένας αληθινός ελέφαντας υπό κατασκευή!”
“Α.”
“Που φτιάχνεται, κύριε,” είπε ο Ponder, αφού ο Ridcully δε φαινόταν να έχει μπει στο νόημα. “Πράγμα που δεν είναι σύνηθες.”
“Α. Πώς φτιάχνονται κανονικά, λοιπόν;”
“Από άλλους ελέφαντες, κύριε.”
“Α, ναι…”
“Αλήθεια; Έτσι φτιάχνονται;” είπε ο θεός. “Πώς; Αυτές οι προβοσκίδες είναι αρκετά πρακτικές, αν μου επιτρέπετε να ευλογήσω τα γένια μου, αλλά όχι ιδιαίτερες καλές για λεπτεπίλεπτη δουλειά.”
“Α, δε φτιάχνονται έτσι, κύριε, προφανώς. Με το… ξέρετε… το σεξ…” είπε ο Ponder και ένιωσε να κοκκινίζει.
“Σεξ;”
Τότε ο Ponder σκέφτηκε: Μονονήσι. Ωχ…
“Εεε… θηλυκά κι αρσενικά…” τόλμησε να πει.
“Τι είναι αυτά λοιπόν;” είπε ο θεός. Οι μάγοι σώπασαν.
“Συνεχίστε, Κύριε Stibbons,” είπε ο Αρχιπρύτανης Ridcully. “Είμαστε όλοι αυτιά. Ιδίως ο ελέφαντας.”
“Λοιπόν…” Ο Ponder ήξερε ότι γινόταν κατακόκκινος. “Εεε, λοιπόν, πώς δημιουργείτε λουλούδια και άλλα τέτοια ως τώρα;”
“Τα φτιάχνω,” είπε ο θεός. “Και έπειτα τα παρακολουθώ και βλέπω πώς λειτουργούν και όταν μαραθούν φτιάχνω μια βελτιωμένη έκδοση βασισμένη στα αποτελέσματα της παρατήρησης.” Συνοφρυώθηκε. “Αν και τώρα τελευταία τα φυτά δείχνουν πολύ παράξενη συμπεριφορά. Ποιος ο λόγος για αυτούς τους σπόρους που παράγουν ολοένα; Προσπαθώ να τα αποθαρρύνω, αλλά δε μ’ ακούνε.”
“Νομίζω ότι…ε… προσπαθούν να εφεύρουν το σεξ, κύριε,” είπε ο Ponder.”Εεε…με το σεξ μπορείς… μπορούν… τα πλάσματα μπορούν… να φτιάξουν τα επόμενα… πλάσματα.”
“Εννοείς ότι… οι ελέφαντες μπορούν να φτιάξουν κι άλλους ελέφαντες;”
“Μάλιστα, κύριε.”
“Σώπα! Αλήθεια;”
“Ω, ναι.”
“Πώς τα καταφέρνουν; Η ρύθμιση του κουνήματος των αυτιών είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα. Χρησιμοποιούν ειδικά εργαλεία;”
Ο Ponder είδε τον Κοσμήτορα να κοιτά την οροφή, ενώ και οι υπόλοιποι μάγοι ανακάλυπταν κάτι δήθεν συναρπαστικό για να ασχοληθούν μαζί του έτσι ώστε να αποφεύγουν ο ένας το βλέμμα του άλλου.
“Εμ, κατά κάποιον τρόπο,” είπε ο Ponder. Ήξερε ότι μπροστά του βρισκόταν ένα αγκαθωτό μονοπάτι και αποφάσισε να τα παρατήσει. “Αλλά στ’ αλήθεια δεν ξέρω και πολλά γύρω από -”
“Και εργαστήρια, το δίχως άλλο,” είπε ο θεός. Έβγαλε ένα βιβλίο από την τσέπη του και πήρε το μολύβι που είχε στο αυτί του. “Σε πειράζει να κρατήσω σημειώσεις;”
“Τα πλάσματα… εεε… το θηλυκό…” προσπαθησε να πει ο Ponder.
“Το θηλυκό,” είπε ο θεός υπάκουα, σημειώνοντάς το.
“Να, το θηλυκό… ένας διαδεδομένος τρόπος… το θηλυκό… φτιάχνει κατά μία έννοια το επόμενο… μέσα της.”
Ο θεός σταμάτησε να γράφει. “Τώρα, είμαι βέβαιος ότι αυτό δεν είναι σωστό,” είπε. “Δεν μπορείς να φτιάξεις έναν ελέφαντα μέσα σε έναν άλλο ελέφαντα-”
“Εεε… μια μικρότερη έκδοση…”
“Α, για άλλη μια φορά πρέπει να επισημάνω το ψεγάδι. Μετά από μερικές τέτοιες κατασκευές θα κατέληγες σε έναν ελέφαντα σε μέγεθος λαγού.”
“Ε, μεγαλώνει αργότερα…”
“Αλήθεια; Πώς;”
“Κατά κάποιον τρόπο… αναπτύσσεται… ε… από μέσα προς τα έξω.”
“Και το άλλο, αυτό που δεν είναι το, εεε, θηλυκό;” Ποιος είναι ο ρόλος του σε όλο αυτό; Είναι άρρωστος ο συνάδελφός σας;”
Ο Μαθηματικός χτύπησε τον Κοσμήτορα δυνατά στην πλάτη.
“Είμαι εντάξει,” τσίριξε ο Κοσμήτορας, “με πιάνουν… συχνά… αυτές οι κρίσεις βήχα…”
Ο θεός σημείωσε επιμελώς για κάποια δευτερόλεπτα, και έπειτα σταμάτησε και μάσησε σκεφτικός την άκρη του μολυβιού του.
“Και όλο αυτό το, εεε, το σεξ γίνεται από ανειδίκευτους εργάτες;”
“Ω, ναι.”
“Κανένας ποιοτικός έλεγχος οποιασδήποτε μορφής;”
“Εεε, όχι.”
“Πώς το κάνει το δικό σας είδος;” είπε ο θεός. Κοίταξε ερωτηματικά τον Ponder.
“Το… εεε… εμείς… εεε…” τραύλισε ο Ponder.
“Το αποφεύγουμε,” είπε ο Ridcully. “Άσχημος βήχας σε έχει πιάσει, Κοσμήτορα.”
“Αλήθεια;” είπε ο θεός. “Πολύ ενδιαφέρον. Τι κάνετε αντί γι’ αυτό; Διχοτομείστε; Αυτό δουλεύει μια χαρά στις αμοιβάδες, αλλά οι καμηλοπαρδάλεις το βρίσκουν εξαιρετικά δύσκολο, το ξέρω καλά.”
“Τι; Όχι, επιδιδόμαστε σε υψηλότερα πράγματα,” είπε ο Ridcully. “Και κάνουμε κρύα μπάνια, υγιεινούς πρωινούς περιπάτους, τέτοια πράγματα.”
“Θεέ μου, καλύτερα να το σημειώσω αυτό,” είπε ο θεός, ψαχουλεύοντας το μανδύα του. “Πώς ακριβώς λειτουργεί η διαδικασία; Τα θηλυκά σας συνοδεύουν; Αυτά τα υψηλότερα πράγματα… Πόσο ψηλά ακριβώς; Αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα. Να υποθέσω ότι απαιτούνται επιπλέον οπές;”
“Τι; Παρντόν;” είπε ο Ponder.
“Να βάλω τα πλάσματα να φτιάχνουν τους εαυτούς τους, ε; Νόμιζα ότι όλη αυτή ιστορία με τους σπόρους ήταν απλώς υπερβάλλων ζήλος, αλλά, ναι, βλέπω ότι θα με γλίτωνε από πολύ δουλειά, πολύ δουλειά. Φυσικά, θα πρέπει να δουλέψω λίγο παραπάνω στο στάδιο του σχεδιασμού, σίγουρα, αλλά υποθέτω ότι έπειτα θα λειτουργεί στην ουσία από μόνο του.” Το χέρι του θεού είχε πάρει φωτιά καθώς έγραφε και ο ίδιος συνέχισε, “Χμμ, ορμές και ένστικτα, θα είναι μάλλον ζωτικής σημασίας… ε…[...] Το μόνο πράγμα που δεν καταλαβαίνω πολύ καλά είναι το γιατί οποιοδήποτε πλάσμα θα επιθυμούσε να ξοδέψει χρόνο σε όλο αυτό το…” έριξε μια ματιά στις σημειώσεις του, “το σεξ, όταν θα μπορούσαν να διασκεδάζουν με την ψυχή τους…”
Terry Pratchett, The Last Continent, σσ. 231-235



My StumbleUpon Page
