Η Καρέκλα

…άλλοτε πάλι καθόταν απέναντι από την άδεια καρέκλα και της μιλούσε με τις ώρες. Ήξερε πως δεν θα του απαντούσε. Γι’ αυτό της μιλούσε. Της έλεγε για κάτι ταξίδια που δεν είχε κάνει ακόμα, για έναν έρωτα που τον είχε ζήσει όπως κοιτάμε έναν καθρέφτη, για βασίλεια αρνήσεων, για λατομεία ψεμάτων. Όταν κουραζόταν -αυτός, όχι η καρέκλα- σηκωνόταν για να κάνει κάποια δουλειά του σπιτιού. Μονάχα που ποτέ δεν έκανε αυτό που είχε σκεφτεί αρχικά: αντί να πλύνει τα πιάτα, έπλενε τα λόγια του. Αντί να τινάξει τις κουβέρτες, τίναζε τον θάνατο από τα όνειρά του. Αντί να σκουπίσει το πάτωμα, σκούπιζε τα δάκρυά του.

Η καρέκλα εκεί. Με τη σιωπή της συγκατάνευε σε κάθε του κίνηση. Μονάχα όταν κάρφωνε το βλέμμα σε κείνη τη γωνία του παρελθόντος, ένιωθε τη βουβή της αποδοκιμασία.

Μια μέρα την σκέπασε με ένα κάλυμμα στο χρώμα του χώματος. Συνέχισε να της μιλά βέβαια.

Κι αυτή συνέχισε να τον ακούει.

2 thoughts on “Η Καρέκλα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s