Ι

Κάθε μέρα γι’ αυτόν ήταν η πρώτη μέρα του χρόνου. Τόσο πολύ το πίστευε που έσπαζε  κάθε πρωί ένα κατακόκκινο ρόδι στο κατώφλι των ονείρων του. Μετά μάζευε ένα-ένα τα σπυριά από κάτω (σαν να μάζευε αναμνήσεις μέσα από βιβλία) και τα σκορπούσε έξω. Τα πρώτα σπουργίτια που έφταναν τα κοιτούσε από το παράθυρο της τουαλέτας. Η ανόητη μακαριότητά τους τον γέμιζε ανεξήγητη χαρά και οι βρυσούλες των ματιών του φούσκωναν με δάκρυα την άβολη μπανιέρα του.

Έπειτα βούλιαζε μέσα της, ίδιος με αταξίδευτο Τιτανικό, και έμενε εκεί με τις ώρες σχεδιάζοντας το μέλλον -κάθε μέρα το ίδιο. Σκεφτόταν ταξίδια σε μαγευτικά νησιά, αγκαλιές άδειες από αρνήσεις, μυστικά που δεν θα τα ήξερε μόνο αυτός. Έφτιαχνε σχέδια, μου είπε κάποιος που θα ήθελε να τον γνωρίσει, όπως οι ναυαγοί φτιάχνουν σχεδία.

Κάποια στιγμή σουρούπωνε και θυμόταν. Ξεκρέμαγε το παλιό τσεκούρι του παππού, έβγαινε έξω και άπλωνε το κεφάλι του στο κούτσουρο της αυλής. Μάταια περίμενε κάθε βράδυ -μέχρι που πιανόταν ο λαιμός του- κάποιον δήμιο. Δεν του είχε πει κανείς ότι για να χάσεις το κεφάλι σου πρέπει πρώτα να κερδίσεις έστω και ένα σπυρί ζωής.

Χάθηκε, είπαν. Εσύ που ξέρεις καλύτερα όμως, ακούς καμιά φορά τα ουρλιαχτά του μαζί με τον άνεμο που έρχεται απ’ το Βορρά.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s