Ψύχουλα

…Εκείνη φορούσε ένα ψάθινο καπέλο που κατέβαινε ως τα μάτια της. Περιφερόταν στους δρόμους, με ένα μωβ σακουλάκι, σαν φόβο. Έβρισκε μια πλατεία κι ένα παγκάκι πράσινο, κατά προτίμηση φρεσκοβαμμένο. Καθόταν εκεί με τις ώρες. Τάιζε τα περιστέρια με κάτι σπόρους λέξεων που έβγαζε από το σακούλι της, κάτι αγάπ, κάτι ρωτ, μερικά ευθερ, (τ)ρήματα όπως το δίνω ή το πάρε, και όταν ήταν σε μεγάλα κέφια ακόμα και ολόκληρα κομμάτια από προτάσεις, σαν το «μα πού γύριζες;» ή το «άφησέ με να ‘ρθω μαζί σου.» Οι περαστικοί την ερωτεύονταν. Απέφευγε να τους κοιτάξει: ήταν εγγονή της Μέδουσας και τους λυπόταν.

Όταν άδειαζε ο φόβος της -το σακουλάκι, θέλω να πω- σηκωνόταν και έφευγε. Όχι προς τον ουρανό.  Απλώς έφευγε, όπως φεύγει ένα κρύωμα ή μια επιθυμία. Χωρίς να αφήσει τίποτα πίσω.

2 thoughts on “Ψύχουλα

  1. Πάλι θα μας πάρει το πρωί φίλε μέχρι να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε τα γραφέντα. Εύγε σε σένα που τα σκέφτεσαι, ντροπή σε μας που δεν κατεβάζει η γκλάβα μας…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s