Ποια Αμερική;

«Δεν υπήρχε πια το χωνευτήρι, αυτή ήταν η τραγωδία. Υποτίθεται ότι θα τους δεχόμασταν όλους, θα τους καλωσορίζαμε με ανοιχτές αγκάλες, θα τους σφίγγγαμε πάνω μας, με τη στοργή που δείχνουμε στους δικούς μας ανθρώπους, θα σφυρηλατήσουμε από χιλιάδες φυλές, μια μοναδική δυνατή, παλλόμενη φυλή. Αυτή ήταν η αρχική ιδέα. Καθόλου κακή, εδώ που τα λέμε. Ένας λαός. Μια καλή, ευπρεπής, τολμηρή και έντιμη φυλή.

Κάπου όμως στα μισά του δρόμου η ιδέα άρχισε να ξεφτάει. Είχε κρατήσει πιο πολύ από τις περισσότερες ιδέες στην Αμερική, όπου όλα τελούν υπό καθεστώς μονίμου μεταβολής. Στην Αμερική υπάρχει πάντα ένας καινούριος πρόεδρος ή ένας καινούριος πόλεμος ή ένα καινούριο σίριαλ ή ένα καινούριο τοκ-σόου ή ένας καινούριος καταπληκτικός συγγραφέας. Μπροστά στον συντριπτικό πλούτο ιδεών που κατακλύζουν συνεχώς την Αμερική, μέρα και νύχτα, νύχτα και μέρα, δεν ήταν τόσο αξιοπερίεργο που οι άνθρωποι άρχισαν να σκέφτονται ότι η ιδέα να συγχωνεύσουμε όλα αυτά τα διαφορετικά χρώματα, τις γλώσσες και τους πολιτισμούς, ίσως να μην ήταν τελικά και τόσο καταπληκτική. Πιθανότατα τότε άρχισε να σβήνει και η δυνατή ζεστή φλόγα που έκανε να βράζει το θεόρατο καζάνι -όπως θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς αυτή την πόλη-λιμάνι εισόδου- ώσπου χαμήλωσε τόσο ώστε δεν έφτανε για την τήξη.

Η τρέχουσα καταπληκτική ιδέα ήταν να διατηρήσουμε ιερή και ξεχωριστή την κληρονομιά των μακρινών τόπων και των ξένων γλωσσών. Όχι να συνεισφέρουμε τους θησαυρούς αυτούς στη μοναδική φυλή, όχι να μοιραστούμε αυτόν τον πλούτο με τα άλλα μέλη αυτής της μεγάλης φυλής, αλλά να προστατέψουμε την κάθε ορδή από τις άλλες ορδές, να κρατήσουμε αυτή την περιουσία παντού και πάντα τεμαχισμένη.

Ενώ το “χώρια αλλά ίσοι” ήταν κάποτε μια περιφρονημένη έννοια, τώρα την βλέπαμε σαν κάτι που θα μπορούσε να αποτελέσει κίνητρο για έναν ολόκληρο λαό. Χώρια, φίλε! Φτάνει όμως να είμαστε ίσοι. Ενώ κάποτε το ευγενές ιδανικό του “Συνασπισμού του Ουράνιου Τόξου”(Rainbow Coalition) πυροδοτούσε μιαν εικόνα με στρώματα διαφορετικών χρωμάτων να διασχίζουν μαζί τον ουρανό σε μια αδιάρρηκτη ενότητα που οδηγούσε στον κοινό θησαυρό, η απονευρωμένη έκφραση “τεράστιο μωσαϊκό” πυροδοτούσε τώρα ένα περιορισμένο όραμα με μικρές ψηφίδες χρωμάτων, χωρισμένων μεταξύ τους, με την κάθε μονάδα ασφαλή μέσα στη δική της λάμψη και ομορφιά, χωρίς καμιά να συνεισφέρει στην ευρύτερη σύλληψη ενός μοναδικού και αξιόλογου συνόλου.

Ενώ κάποτε οι άνθρωποι χτυπούσαν την πόρτα της ευκαιρίας και φώναζαν “ξεχάστε ότι είμαστε μαύροι, ξεχάστε ότι είμαστε Λατίνοι, ξεχάστε ότι είμαστε Ασιάτες!”, οι ίδιοι άνθρωποι φώναζαν τώρα “μην ξεχνάτε ότι είμαστε μαύροι, μην ξεχνάτε ότι είμαστε Λατίνοι, μην ξεχνάτε ότι είμαστε Ασιάτες!” Ενώ κάποτε ένιωθες περηφάνια και τιμή και αξιοπρέπεια και ελπίδα που ήσουν Αμερικάνος, τώρα ένιωθες μόνο απόγνωση γι’ αυτό που έγινε η Αμερική. Δεν ήταν λοιπόν καθόλου αξιοπερίεργο που οι μετανάστες θυμούνταν τα πάτρια εδάφη τους πιο ήσυχα και σταθερά απ’ ό,τι είχαν υπάρξει ποτέ στην πραγματικότητα. Δεν ήταν καθόλου αξιοπερίεργο που προτιμούσαν να αγκιστρώνονται από μια εθνική ταυτότητα που την ένιωθαν αιωνίως ίδια και απαράλλαχτη, αντί να παρασύρονται από τις μαλακίες του ενός και αδιαίρετου έθνους, με ελευθερία και δικαιοσύνη για όλους.»

Ed McBain, Ειδύλλιο (Romance), μτφρ. Πέτρος Μάρκαρης, σσ. 307-309

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s