Κλέφτης και Αμαρτωλός

Έκλεβε. Δεν ήξερε να κάνει τίποτα άλλο. Έκλεβε λόγια, ιδέες, φράσεις από βιβλία, χαμόγελα, μυστικά, «σ’ αγαπώ», χειρονομίες, χρόνο. Οι άλλοι δεν τον έπαιρναν χαμπάρι συνήθως, παρότι το έκανε απροκάλυπτα, σχεδόν αδιάντροπα, σαν να ήθελε να τον ανακαλύψουν, να του πετάξουν στα μούτρα πόσο κάλπικος ήταν. Τίποτα όμως. Κι έτσι συνέχιζε να κλέβει. Το βασικό του πρόβλημα βέβαια ήταν πού θα έβαζε τα κλοπιμαία που συσσωρεύονταν όλο και πιο πολύ στις αποθήκες της ψυχής και του μυαλού του. Άρχισε λοιπόν να τα στιβάζει παντού, ακόμη και στα πιο προφανή μέρη αφού ήξερε ότι δε θα τα αναγνώριζε κανείς εκεί (αυτό το είχε κλέψει από τον Poe): στα μάτια του, και τότε δάκρυζε σαν κλόουν, στα χείλη του, που ξεχείλιζαν έπειτα κοινοτοπίες (οι άλλοι βέβαια τις έπαιρναν για πρωτότυπες σκέψεις), στα δάχτυλά του,  πομπούς αγγιγμάτων δήθεν εκ βαθέων.

Ξύπνησε ένα κρύο πρωί να τουρτουρίζει δίπλα στο σώμα του. Στα αυτιά του αντηχούσαν ακόμη οι κραυγές των κλεμμένων από κάθε μεριά του -ξένου πια- σαρκίου του: «Έξω οι κλέφτες! Έξω οι κλέφτες!»

Από τότε περιφέρεται στα μέρη που οι ψυχές γίνονται λεπτές, σχεδόν διάφανες, προσδοκώντας να κλαπεί, σαν πορτοφόλι που φουσκώνει δελεαστικά στην κωλοτσέπη επαρχιώτη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s