Άσε με

Η πρώτη μου αντίδραση μόλις την είδα να έρχεται από μακριά  ήταν να κρυφτώ. Είχα ακούσει για εκείνη και δεν ήθελα να την πλησιάσω. Τριγυρνούσε πάντα νύχτα, έλεγαν, στα σοκάκια της παλιάς αγοράς, ανάμεσα σε κλειστά μυροπωλεία και μεταμεσονύκτια μπαρ, σέρνοντας ένα παμπάλαιο σακί. Κανείς δεν ήξερε ποια ήταν. Άλλοι έλεγαν πως ήταν κάποια από τους πολλούς άπορους που είχε γεμίσει αυτή η πόλη και έβγαινε κάθε βράδυ προς εύρεση τροφής, άλλοι απέρριπταν την ιδέα, λέγοντας ότι έμοιαζε πολύ περιποιημένη για ρακοσυλλέκτρια, και υποστήριζαν ότι ήταν κάποια εκκεντρική καλλιτέχνης που μάζευε υλικά για τα έργα της, ενώ κυκλοφορούσε και ένα μακάβριο αστείο ότι επρόκειτο για κάποια παρανοϊκή που μέσα στο σακί κουβαλούσε ό,τι είχε απομείνει από τον άντρα της.

Την κοιτούσα από την κρυψώνα μου να περιφέρεται στο στενό πηγαίνοντας από πόρτα σε πόρτα -μια από τη μια μεριά του δρόμου και μια από την άλλη. Σε κάποιες από αυτές κοντοστεκόταν σαν να μύριζε τον αέρα και έπειτα προχωρούσε στην επόμενη βγάζοντας έναν αναστεναγμό ανημπόριας, σφίγγοντας λίγο πιο πολύ το σακί της που έμοιαζε να πάλλεται με έναν αφύσικο τρόπο. Ακαθόριστης ηλικίας και ακαθόριστης ομορφιάς, άρχισε να μου ασκεί σιγά-σιγά μια ανεξήγητη έλξη και ήμουν έτοιμος να της φανερωθώ και να της μιλήσω, όταν από το απέναντι σχεδόν κακοφωτισμένο ξενυχτάδικο βγήκε τρεκλίζοντας ένας νεαρός. Έμοιαζε να έχει πιει πολύ και, χωρίς να την πάρει είδηση, έκατσε στο κρύο μάρμαρο της εισόδου με το κεφάλι σκυφτό ανάμεσα στα χέρια του.

Μόλις που πρόλαβα να δω την αλλαγή στο πρόσωπό της, αλλά αυτό που είδα ήταν αρκετό για να με κάνει να ανατριχιάσω. Ήταν σαν να έβλεπα την Πείνα την ίδια σε μια γκροτέσκα αλληγορία, αχόρταγη και αδυσώπητη. Όμως αυτό κράτησε μόνο μια απειροελάχιστη στιγμή και έπειτα πήρε μια έκφραση γεμάτη κατανόηση και αλτρουισμό πλησιάζοντας ολοένα τον νεαρό.

Όταν έφτασε δίπλα του, έκατσε κι αυτή στο μάρμαρο και άρχιζε να του ψιθυρίζει κάτι με έναν μονότονο, υπνωτιστικό τρόπο. Μιλούσε πολύ σιγά και δε μπορούσα να διακρίνω λέξεις, αλλά ο τόνος της θύμιζε μητρικό νανούρισμα. Ο άλλος στην αρχή δεν αντιδρούσε, σε λίγο όμως άρχισε να κουνάει το κεφάλι του με κατανόηση και μετά από δύο-τρία λεπτά τα μάτια του γέμισαν με δάκρυα. Εκείνη τότε, σαν να το περίμενε, άπλωσε τα χέρια της και τα ακούμπησε στα μάτια του. Τα άφησε εκεί μερικές στιγμές και έπειτα τα τράβηξε σφιγμένα πια σε γροθιές. Ο άλλος ξανάσκυψε και η γυναίκα στράφηκε προς το σακί που είχε αφήσει λίγο πιο πέρα.

Πριν αρχίσω να τρέχω σαν τρελός χωρίς να κοιτάξω στιγμή πίσω μου, πρόλαβα να την δω να ανοίγει τις χούφτες της και να ακουμπά στο πεζοδρόμιο -έτοιμη να ανοίξει το σακί της- δύο μικρές σφαίρες που είχαν κολλημένο επάνω τους κάτι που έμοιαζε με μικρή κόκκινη κορδέλα. Ακόμη και τότε όμως δε θα καταλάβαινα ότι ήταν μάτια αν η μία από αυτές δεν με κοιτούσε -επικριτικά λες- με μια διεσταλμένη κόρη στο χρώμα της νύχτας.

2 thoughts on “Άσε με

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s