Δημοψύχισμα

Κατά βάθος ήταν τυχερός. Η κρίση γύρω του -οικονομική, κοινωνική, πολιτική, πες την όπως θες- συμβάδιζε με την κρίση στη ζωή του. Συμβάδιζε; Ούτε καν. Περιέγραφε, νοηματοδοτούσε, σχολίαζε. Ένιωθε ότι η κρίση βρισκόταν εκεί, όχι εξαιτίας όλων αυτών των περίπλοκων αιτίων που περισπούδαστοι οικονομολόγοι παρέθεταν μαζί με λίγο δωδεκάχρονο ουίσκι στα χνώτα τους μέσα από δέκτες πάσης φύσεως, αλλά επειδή κάτι -ή κάποιος- έπρεπε να μιλήσει εξ ονόματός του. Όπως τα πουλιά υπάρχουν στον ορίζοντα επειδή θέλουμε τόσο να πετάξουμε.

Όλα ξεκίνησαν δυο χρόνια πριν, με εκείνη την υπόσχεση ότι «λεφτά υπάρχουν» που ήρθε λίγο πριν την υπόσχεση στη ζωή του ότι «αισθήματα υπάρχουν.» Επένδυσε σ’ αυτήν όπως είχε επενδύσει κάθε φορά σε υπόσχέσεις που του έταζαν την ευτυχία -ακόμη κι αν αυτή περνούσε μέσα από την κατανάλωση.

Έπειτα ήρθαν οι κλυδωνισμοί, τα ταξίδια στο εξωτερικό για τη διατήρηση της αισιοδοξίας, οι πρώτες υπόνοιες ότι οι ξένοι δεν θα επέτρεπαν αμαχητί αυτή την πολλά υποσχόμενη ευτυχία, και ένας χειμώνας γεμάτος δάκρυα -είτε από θλίψη αυθεντική για μια αγάπη που δεν απέδιδε καρπούς είτε από χημικά σύννεφα (ένα από αυτά μάλιστα στο οργισμένο πρόσωπο του παππουλή μας).

Μετά τη νίκη του Απρίλη -του ενός στο ακριτικό νησί, η δική του στην Εσπερία- επικράτησε η Εφορία και η ευφορία, σε μια κυκλική πάντα σειρά. Καιροφυλακτούσε όμως ο Μάιος με τις πίκρες κρυμμένες σε καμμένες τράπεζες αίματος και σπέρματος. Την ίδια μέρα, το πρωί το κίνημα ήταν έτοιμο να πάρει τα θερινά ανάκτορα και το απόγευμα είχε πάρει το θάνατο. Τον ίδιο μήνα ο έρωτάς του είχε δώσει θερινά χαμόγελα κι έπειτα τα σκότωσε ένα γκρίζο πληκτρολόγιο.  Προς το τέλος εκείνου του μήνα άρχισε να υποψιάζεται ότι έπαιζε ένα περίεργο παιχνίδι στη μοίρα του. Το έχανε. Μνημόνια και μνημόσυνα έχουν κοινό αριθμητή. Και τα διαιρεί το α της απουσίας.

Ηούνιος, Ηούλιος, με ήτα παντού. Ήττα και παράλυση. Κι εδώ κι εκεί. Και μέσα του και έξω. Τη μια μέρα να απολαμβάνει τη θάλασσα και τον ήλιο και την άλλη να τους μισεί γιατί δεν μπορούσε να τους απολαύσει. Μονάχα όταν ήρθε το φθηνόπωρο χαλάρωσαν κάπως οι φόβοι και πίστεψε ότι τα χειρότερα είχαν περάσει. Πίστεψε ή ήθελε να το πιστέψει. Κι όπως τα χειρότερα έρχονται όταν δεν τα περιμένεις (γι’ αυτό είναι και χειρότερα) έτσι ήρθε και η κατάρρευση στη συνέχεια.

Εκείνο το Δεκέμβρη η προδοσία τον είχε μολύνει μέχρι το τελευταίο του κύτταρο και ήταν τόσο απόλυτη, τόσο καταστροφική, που ένιωθε μια κρυφή χαρά γιατί ήξερε ότι κανείς γύρω του δεν είχε νιώσει (ακόμη) τόσο προδωμένος, ακόμη κι αν ορμούσε με βία σε κεφάλια βουλευτών.

Στην καρδιά του χειμώνα είδε λίγο φως από τους άλλους 300 που ζητούσαν να μπορούν να φεύγουν και να έρχονται ελεύθερα. Το ίδιο ζητούσε και μία ακόμη, μα όπως πολλοί παρεξήγησαν τους 300  έτσι κι αυτός δεν κατάλαβε τη μία και νόμισε πως ήρθε για να μείνει.

Όσο θέριευε ξανά η άνοιξη, θέριευε ξανά κι ο έρωτας μέσα του, θέριευε και το χρέος. Κάπου στο τέλος της φάνηκε να γεννιέται ένα φως, που πνίγηκε κι εκείνο τελικά σε αβεβαιότητες, πισωγυρίσματα και δάκρυα. Όπως ακριβώς και στη ζωή του.

Από τότε η μοναξιά των αριθμών και των αρρύθμων. Μειώσεις παντού. Στα χαμόγελα, στα χάδια, στους μισθούς, στα επιδόματα, στις ελπίδες εντός και εκτός. Οι περικοπές ενός απόκρυφου Ευαγγέλου μπήκαν στην ημερήσια διάταξη. Η εσωτερική στάση πληρωμών και αισθημάτων είχε αρχίσει. Μονάχα τα λόγια περίσσευαν. Τα λόγια από και προς κάθε κατεύθυνση. Μιλούσε, μιλούσαν. Είχε χάσει όμως κάθε εμπιστοσύνη πλέον. Σαν την κυβέρνηση, δεν πίστευε ούτε τον ίδιο του τον εαυτό. Μιλούσε γιατί μόνο έτσι δεν θυμόταν διαρκώς πόσο μόνος είχε μείνει.

Του είπαν ότι είχε γλιτώσει την χρεοκοπία και ότι αυτό που μετρούσε ήταν ότι παρέμενε ζωντανός. Αρκετά ζωντανός για να βλέπει την απόρριψη, τους γυρολόγους να βγάζουν σακούλες απ’ τους κάδους, τις Αφρικάνες να κάνουν πιάτσα, τις μπύρες να τελειώνουν το ίδιο άσκοπα με τα λόγια, τις νύχτες. Αρκετά.

Τελευταία, δοκίμαζε διάφορες ερωτήσεις ολικής αγνοίας στο μυαλό του. Απαντήσεις δεν έδινε. Αυτό που μετρούσε ήταν το δίλημμα. Το ότι συσσώρευε τη ζωή του, τις επιλογές του, το μέλλον του, σε δεκάδες ασπρόμαυρα πιθανά ΝΑΙ και ΟΧΙ του έδινε μια αίσθηση τάξης, ξεκαθαρίσματος λογαριασμών. Στο κάτω-κάτω ήξερε ότι όλες οι ερωτήσεις έχουν διατυπωθεί και απαντηθεί χιλιάδες φορές.

Απόψε πείστηκε ότι η κρίση μιμείται τη ζωή του.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s