Η όψη και η κόψη

Απ’ των Σχολειών τις Αυλές (2008)

Εθνικό ό,τι Είναι Βολικό; (2009)

Ζήτω (2011)

Μέρα που είναι σήμερα, τρεις παλιότερες αναρτήσεις μου για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου σε σχολεία που έχω εργαστεί μέχρι σήμερα. Φέτος γλιτώσαμε από τα περισσότερα από όσα αναφέρονται σε αυτές, εκτός από την Άλωση της Πόλης και την Αγια-Σοφιά, την φανταστική σύνθεση όπου ο Π.Π. Γερμανός δήθεν ευλογεί τα όπλα των αγωνιστών και τις γνωστές κορόνες περί ενότητας, ομόνοιας και ομοψυχίας. Για αντίβαρο βέβαια είχαμε τσάμικα που χόρεψαν μαθητές του συστεγαζόμενου Λυκείου μαζί με το οποίο κάνει τις γιορτές του το Γυμνάσιο στο οποίο εργάζομαι.

Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: οι μαθητές του Λυκείου που αυτοπροσδιορίζονται με την κραυγή «Χρυσή Αυγή, Χρυσή Αυγή» ήταν οι πιο βαριεστημένοι από όλους και αυτοί που περίμεναν πώς και πώς να τελειώσει η γιορτή για να πάνε να παίξουν παιχνίδια στο τοπικό net-cafe. Έπρεπε να τους μαζέψει ο διευθυντής τους για να μείνουν στον εθνικό ύμνο. Και του χρόνου.

«Εγώ χρειάζομαι χωρικούς κι εργάτες. Μόνο.»

Σήμερα έλειπαν από το γυμνάσιό μου οι μαθητές που μαθαίνουν γερμανικά για μια επίσκεψη στο Ινστιτούτο Γκαίτε κι έτσι έπρεπε να απασχολήσω καμιά εικοσαριά παιδιά της α΄και της γ΄ τάξης που παρακολουθούν τα γαλλικά. Παρακολουθήσαμε λοιπόν μαζί το Σκασιαρχείο, μια θαυμάσια γαλλική ταινία του 1949 όπου ένας δάσκαλος διορίζεται λίγο μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε ένα σχολείο της επαρχίας και αρχίζει να εφαρμόζει πρωτοποριακές μεθόδους διδασκαλίας κάνοντας τα ως τότε μονίμως σκαστά παιδιά να αγαπήσουν το σχολείο και τη μάθηση. Σε μια σκηνή της ταινίας ο δάσκαλος ζητά από τον πλούσιο γόνο αριστοκρατών της περιοχής, ο οποίος είναι, όπως διακηρύττει και ο ίδιος, νεωτεριστής και καινοτόμος, χρήματα για να φτιάξουν οι μαθητές μια μικρή τυπογραφική πρέσα και να τυπώσουν την σχολική εφημερίδα. Να ποια ήταν η απάντηση:

-Γιατί να σας δώσω λεφτά για να κάνετε σοφούς τους γιους των χωρικών μου; Τι θα κερδίσω; Εγώ χρειάζομαι χωρικούς κι εργάτες. Μόνο. Λίγη ιστορία και γεωγραφία, λίγη αριθμητική και φτάνει. Αλλιώς θα γίνουν όλοι «κύριοι.»

Ya Basta μπορεί και να σημαίνει Για Βάστα

Image

 

Την ώρα που ξεκίνησα να γράφω αυτές τις γραμμές τα ΜΑΤ έκαναν άλλη μια επίθεση στην Ιερισσό –ίσως κάτι να έχει πάρει το αυτί σας για τις Σκουριές- ρίχνοντας αυτή τη φορά δακρυγόνα ακόμη και μέσα στην αυλή του σχολείου. Δύο μέρες πριν διάβαζα για τρεις αυτοκτονίες στη Λάρισα. Τρεις μέρες πριν είδα δύο ρακοσυλλέκτες να μαλώνουν για το ποιος θα πάρει ένα πάκο χαρτόκουτα. Μια βδομάδα πριν πέθαναν νέοι άνθρωποι επειδή δεν έφταναν τα λεφτά για πετρέλαιο. Κάθε μέρα ασκείται βία κάθε είδους σε ανθρώπους γύρω μου επειδή είναι φτωχοί, σκουρόχρωμοι, ανάπηροι, αδύναμοι. Σχεδόν παντού μιζέρια, άρνηση, παραίτηση. Ως πότε; Πόσο ακόμη θα το ανεχόμαστε; Τι περιμένουμε; Τον Μεσσία; Το κόμμα μας στην εξουσία; Το ωρίμασμα των συνθηκών για επανάσταση; Και μέχρι τότε; Θα καθόμαστε και θα κοιτάμε να αφαιρούν από μας και τους γύρω μας ένα κομματάκι αξιοπρέπειας κάθε μέρα;

Υπάρχει ένα ευρύ κάλεσμα στο FB για την Κυριακή 10/3 στο Σύνταγμα, στο Λευκό Πύργο και σε άλλες πλατείες της χώρας. Δεν είναι μια προσπάθεια επανεκκίνησης των Αγανακτισμένων –όχι περισσότερο από όσο είναι κάθε νέα λαϊκή κινητοποίηση συνέχεια μιας παλιότερης. Είναι το «Φτάνει Πια!» που σκαλώνει στο λαιμό μας όλο και πιο συχνά και θέλει να αρθρωθεί δημόσια και συλλογικά μαζί με τις φωνές των κοντινών μας ανθρώπων, αυτών που πονάνε τα ίδια πράγματα με μας και σκέφτονται περίπου σαν κι εμάς.

Μπορεί κανείς να διατυπώσει πολλές αντιρρήσεις, ενστάσεις και ερωτήματα για το μέρος, τον χρόνο, τον τρόπο, τις προοπτικές, τις πιθανότητες επιτυχίας του εγχειρήματος. Ποιος όμως μπορεί να αμφισβητήσει το ότι χωρίς τον κόσμο στους δρόμους δεν υπάρχει καμία ελπίδα; Πρέπει να βρεθούμε, να ξανασυναντηθούμε στο δημόσιο χώρο που μας τον στερούν μέτρο-μέτρο καθημερινά,  να μετατρέψουμε τα «Δεν πάει άλλος…» που λέμε συνέχεια σε «Δεν πάει άλλο!» και να ενώσουμε τις φωνές μας σε αυτά τα ελάχιστα, αλλά τόσο μεγάλα, στα οποία συμφωνούμε.

Οι λαοί της Βουλγαρίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας δείχνουν το δρόμο. Κι ο μόνος δρόμος είναι ο δρόμος.

Ναι, αλλά όμως…

Δεν θα ξεχάσω τον Φώτη, τον εξάχρονο ξάδερφο ενός παλιού συμφοιτητή, που ξεκινούσε την απάντησή του σε κάθε λογικό επιχείρημα των μεγάλων με τη σόλοικη φράση του τίτλου. «Ναι, αλλά όμως…» Ήταν φανερό ότι δεν άκουγε ποτέ τι λέγαμε και περίμενε να τελειώσουμε μόνο και μόνο για να πει το δικό του. Ήταν έξι χρονών όμως.

Τα τελευταία χρόνια, από τότε που ξέσπασε η κρίση, νιώθω να με περιτριγυρίζουν από παντού ενήλικες Φώτηδες. Οι σπουδαστές στη Λάρισα που χρησιμοποίησαν την αυτοσχέδια ψησταριά για να ζεσταθούν δεν είχαν λεφτά για πετρέλαιο. Ναι, αλλά όμως έπρεπε να ξέρουν τους κινδύνους του μονοξειδίου του άνθρακα. Τα υψωμένα χέρια που αρπάζουν πορτοκάλια είναι χέρια συνταξιούχων και νεόπτωχων. Ναι, αλλά όμως αν πριν την κρίση μοιράζανε τζάμπα κηπευτικά και τρόφιμα δε θα μαζευόταν κόσμος;  Νέοι με ή χωρίς πτυχία μένουν άνεργοι και φυτοζωούν για χρόνια. Ναι, αλλά όμως δουλειές υπάρχουν, αλλά οι Ελληνες δεν πάνε. Η Εφορία παίρνει χωρίς ειδοποίηση τις τελευταίες οικονομίες κάποιων από την τράπεζα. Ναι, αλλά όμως όσοι χρωστούν στην Εφορία δεν είναι νοικοκύρηδες. Έχουμε συνηθίσει στις μεγάλες πόλεις με το θέαμα ανθρώπων που ψάχνουν στα σκουπίδια. Ναι, αλλά όμως πολλοί από αυτούς ανήκουν σε οργανωμένες ομάδες που το κάνουν για να βγάλουν λεφτά. Άνθρωποι βασανίζονται και εξευτελίζονται. Ναι, αλλά όμως έκαναν ένοπλη ληστεία. Άνθρωποι απάγονται, τρομοκρατούνται, ψεκάζονται επειδή δεν θέλουν ένα ημιπαράνομο ορυχείο στον τόπο τους. Ναι, αλλά όμως δίνει θέσεις εργασίας. Κάποιος μαχαιρώθηκε καθώς πήγαινε ποδηλατώντας στη δουλειά του. Ναι, αλλά όμως τους έκλεισε το δρόμο. Ένας άλλος σκοτώθηκε στις γραμμές του ηλεκτρικού κυνηγημένος από τη Δημοτική Αστυνομία. Ναι, αλλά όμως γιατί δεν σταμάτησε να του κάνουν έλεγχο; Κάποιος, κάποια, κάποιοι παθαίνουν κάθε μέρα κάτι που συνέβαινε -αν συνέβαινε- μονάχα κατ’ εξαίρεση λίγο παλιότερα και η αντίδραση πολλών απέναντι σ’ αυτό ξεκινά πάντα με ένα ρητό ή άρρητο «Ναι, αλλά όμως…», το οποίο φυσικά χρησιμοποιείται και πιο ελεύθερα στα μάντρα: «Ναι, αλλά όμως είμαστε ακόμη μέλος της Ευρωζώνης», «Ναι, αλλά όμως δεν έχουμε Χούντα», «Ναι, αλλά όμως αληθινή φτώχεια και πείνα είχαν στην Κατοχή.»

Οι Ναιαλλαόμοι και οι Ναιαλλαόμες δεν είναι μια ομοιογενής κατηγορία συμπολιτών μας. Κάποιοι αντιδρούν έτσι με ξεκάθαρα ταπεινά κίνητρα, ανήκοντας σε αυτούς που ούτε τους αγγίζει η κρίση ούτε τη θεωρούν κάτι απαραιτήτως κακό. Η στάση τους λοιπόν δεν είναι παρά μια προσπάθεια να πειστούν και οι υπόλοιποι ότι όλα είναι καλώς καμωμένα και ουδείς λόγος ανησυχίας συντρέχει. Κομμάτι της προπαγάνδας τους δηλαδή. Ας πούμε λοιπόν ότι αυτοί ειδικά βρίσκονται ούτως ή άλλως απέναντί μας και είναι ειλικρινείς μέσα στην απάτη τους.

Υπάρχουν κι άλλοι όμως που, παρότι δεν είναι στην ίδια κατάσταση με τους προηγούμενους, συμμερίζονται την άποψή τους περί ατομικής ευθύνης και κοινωνικού δαρβινισμού: όποιος υποφέρει ή δεν καταφέρνει να επιβιώσει έχει το φταίξιμο όλο δικό του. Εγώ που είμαι πιο έξυπνος /ικανός/μάγκας/πονηρός κοκ. δεν την έχω πατήσει ακόμη κι ούτε πρόκειται. Ζούμε σε μια κοινωνία όπου η ελεύθερη βούληση αντιμετωπίζεται περίπου ως φετίχ -αυτό για όσους επιμένουν ακόμη περί αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας.

Ύστερα έχουμε και την περίπτωση της άρνησης -έχει τη δική του ειρωνεία το γεγονός ότι η συγκεκριμένη άρνηση ξεκινάει με ένα «Ναι». Πολλοί δεν θέλουν να αποδεχτούν είτε ότι η κατάσταση είναι τόσο άσχημη είτε ότι τα αίτιά της απαιτούν πολιτική δράση. Προσπαθούν να τεμαχίσουν την πραγματικότητα σε μικρά εκλογικευμένα περιστατικά που το καθένα τους μπορεί να έχει ελεγχόμενες εξηγήσεις και προεκτάσεις ώστε να μη βλέπουν το σύνολο και τρομάξουν. Από το «Υπερβολές! Δεν είναι τόσο χάλια τα πράγματα» μέχρι τον καναπέ είναι δυο «Ναι, αλλά όμως…» δρόμος.

Μπορούμε να βρούμε κι άλλες εξηγήσεις για αυτή τη θέση απέναντι σε ό,τι μας συμβαίνει κάθε μέρα. Πνευματική τεμπελιά, σύνδρομο της Στοκχόλμης, συνωμοσιολογία. Πείτε το όπως θέλετε. Το θέμα είναι ότι αν δεν απαντάμε κάθε φορά σε αυτό το «Ναι, αλλά όμως…» -με οποιονδήποτε τρόπο, αρκεί να απαντάμε- θα το ακούμε όλο και πιο πολύ από όλο και πιο πολλούς. Μέχρι να αρχίσουμε να το λέμε κι εμείς ή -έστω- μέχρι να γίνουμε κι εμείς θύματά του.