ΦΙΛΙΑ ΣΤΟ ΧΑΟΣ

image

Είχα πει ότι θα απέχω από τα ίντερνετς κατά την παραμονή στη Σαμοθράκη, αλλά αυτό το σύνθημα που είδα γραμμένο σε μια κολώνα εδώ και μερικές μέρες δεν με αφήνει ν’ αγιάσω.

Και πώς αλλιώς αφού οι τρεις του λέξεις, όλες με κεφαλαία γράμματα, ανοίγουν τόσους ερμηνευτικούς δρόμους…
Να στέλνει άραγε φιλιά στο χάος το πρόσωπο που το έγραψε; Κι αν ναι, γιατί; Φιλιά στέλνουμε συνήθως σε κάποιον γνωστό μας που έχουμε καιρό να τον δούμε, μέσω κάποιου τρίτου που θα τον συναντήσει πριν από μας. Τι σχέση έχει λοιπόν με το χάος ο ανώνυμος επιγραφοποιός; Πώς κατάφερε να μείνει μακριά του; Τι ρόλο έπαιξε το νησί σε αυτό; Γιατί πιστεύει ότι οι διαβάτες θα έρθουν σε επαφή με το χάος νωρίτερα;

Μπορεί όμως η φράση αυτή να μην είναι προτρεπτική, αλλά περιγραφική και να μας λέει ότι κάποια φιλιά δόθηκαν στο χάος. Νέος μπελάς όμως εδώ: το χάος είναι ο παραλήπτης των φιλιών, οπότε έχουμε να κάνουμε με κάποιον/α αρκετά τολμηρό/ή που όχι απλά κοιτά κατάματα το χάος, αλλά το φιλά κιόλας, ή ειναι ένας ανάστατος, άναρχος χωροχρόνος μέσα στον οποίο δίνονται αυτά τα φιλιά, σαν μια όαση αρμονίας μέσα σε έναν χαοτικό κόσμο;

Κι αν η λέξη ΦΙΛΙΑ δεν είναι παρά η λέξη «φιλία»; Τότε έχουμε μπροστά μας είτε την κυνική ομολογία για την κατάρρευση μιας φιλίας που δεν έχει πια πού να σταθεί και διαλύεται στα εξ ων συνετέθη είτε το χάος και πάλι ειναι το φόντο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται μια εύθραυστη ισορροπία όπως αυτή που συναντά κανείς σε μια φιλία.

Βέβαια, η φράση μπορεί να μην είναι τίποτα άλλο παρά μια διαφήμιση για ένα μπαρ που λέγεται Χάος στο οποίο μπορείτε να βρείτε τον έρωτα.

Διακόπτης

6 χρόνια μετά, ισχύουν όλα, εκτός από τις 7-8 μέρες: καλώς εχόντων των πραγμάτων θα είναι τουλάχιστον 30 😉

Μεσα στη Νυχτα

Παρότι ο χρόνος με κυνηγάει σαν τρελός (ή το ανάποδο -αλλά δεν είναι ώρα για τέτοια), αφού σε 50 λεπτά φεύγω για την Αλεξανδρούπολη και από εκεί αύριο το πρωί για Σαμοθράκη, θα αποπειραθώ να τον κλέψω λιγάκι τώρα γιατί εδώ και ώρα τριβελίζουν στο μυαλό μου όλα εκείνα που θέλω να διακόψω ή να διακοπούν για τις επόμενες 7-8 μέρες.
Διακόπτω λοιπόν:
  • την καθημερινή χρήση του Η/Υ, του Διαδικτύου και τη μπλογκότσαρκα.

  • τη σταθερή χρήση ηλεκτρικού ρεύματος.

  • τη χρήση του κινητού για τηλεφωνικές επαφές και μηνύματα εκτός διακοπόσφαιρας (εξαιρούνται οι περιπτώσεις ανωτέρας βίας).

  • τη μιζέρια και τη γκρίνια.

  • το διάβασμα μόνο στα μέσα μαζικής μεταφοράς.

  • το καθισιό και την ξάπλα.

  • Ό,τι μου τη σπάει σε μένα (θα ‘θελα).

Αυτό που θα διακόψω όμως κυρίως, για να δω αν βοηθάει, είναι το να σκέφτομαι και να αναλύω τα πάντα (ευχαριστώ)…

Θα τα πούμε μετά τον Δεκαπενταύγουστο ελπίζω!

—————-
Now playing:

Δείτε την αρχική δημοσίευση 5 επιπλέον λέξεις

Μια φωτοτυπική σχέση

Στην αρχή της πήγαινε αθώα πράγματα. Σημειώσεις για τα μαθήματά του («μονής όψης, θερμοκόλληση»), βεβαιώσεις σπουδών («να φαίνονται όλα καθαρά»), συγγράμματα και πραγματείες («σε σπιράλ παρακαλώ»). Αθώα ήταν και η επικοινωνία τους. Καλημέρα, καλησπέρα και μετά από λίγο καιρό ένα αμοιβαίο «πώς είσαι;» Δυο-τρεις φορές είχαν αστειευτεί κιόλας για ανώδυνα θέματα.

Αργότερα άρχισε να της φέρνει πιο προσωπικά έγγραφα: ταυτότητα («Είσαι τόσο; Αποκλείεται!»), ένα καταταλαιπωρημένο διαβατήριο, πολιτικές μπροσούρες, λίστες από βιβλία και ταινίες («Αστυνομικά δεν είναι όλα αυτά;»), στίχους από τραγούδια γεμάτα νύχτα. Κι ακόμη, ποιήματα ποιητών που το όνομά τους ξεκινούσε από Ε, ένα φύλλο συκιάς, φωτογραφίες από παλιές διακοπές, σελίδες από κάτι που έμοιαζε με ημερολόγιο γραμμένο από ένα πυρετώδες και άναρχο χέρι με ημερομηνίες όλο και πιο πρόσφατες.

Του τα φωτοτυπούσε όλα χωρίς ερωτήσεις, σαν να της έμοιαζε αυτονόητο οτιδήποτε της έφερνε. Μόλις τελείωνε κάθε φορά, του έδινε πρωτότυπα και αντίγραφα με ένα χαμογελαστό «ορίστε» και τον χρέωνε πάντα λιγότερο από τους άλλους. Εκείνος έφευγε ψελλίζοντας την πρώτη εξυπνάδα που του ερχόταν υποσχόμενος μέσα του ότι θα αργούσε να ξανάρθει. Ποτέ δεν τήρησε την υπόσχεσή του.

Μια μέρα πήγε στο Βιβλιοπωλείο-Χαρτικά χωρίς να κρατά τίποτα στα χέρια. Της είπε ότι θα έφευγε από τη γειτονιά και της ζήτησε μια χάρη.

Στο καινούριο του σπίτι η φωτοτυπημένη παλάμη της είναι κορνιζαρισμένη πάνω από το γραφείο του.

Μεταφεστιβαλικόν

Αυτά που θέλουν να κρυφτούνε πιο βαθιά

-σπαράγματα του πιο ανόητου εαυτού μας-

τελάλης η φωνή μας και τα λέει,

σε δρόμους που μακραίνουν ολοένα,

σε αυτιά σχεδόν αγνώστων.

 

Το «γιατί;» που ρώτησες

ζευγάρωσε με τη νύχτα.

Είχες δώσει εξάλλου ρεπό

στο φεγγάρι

από νωρίς.