Στην Κ.

Είδα τις αλήθειες σου, ίδιες με φίδια ιοβόλα, να σέρνονται στο πάτωμα, στο χώμα, στην άσφαλτο. Τις είδα βουβές και γυμνές, σαν κούκλες καταστήματος ρούχων που περιμένουν τη νέα παρτίδα για να ντυθούν. Άγγιξα το κορμί σου κι έψαξα για πληγές, αλλά μου είπες ότι αυτές που τσακίζουν είναι πιο βαθιά. Πήρα το πουγκί με τα αργύρια κι έσπασα μ’ αυτό τη βιτρίνα που λόγιαζες για άνθρωπο. Μπρος σου ήταν, όχι στο πλάι. Άκουσα αυτό που είχες να πεις πολύ πριν να μιλήσεις -είχα αγαπήσει ήδη το γέλιο και την ανάσα σου. Σε κράτησα στα χέρια μου μα ήταν πολύ αργά κι είχα βαθιά μεσάνυχτα. Φύλαξα την τρομαγμένη σου φωνή σαν κάτι μητρικό, σαν χάδι ή σαν ψίθυρο τη νύχτα που μας ξυπνά απότομα κάποιος εφιάλτης. Για σένα.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s