«…να τραγουδάνε πως υπάρχουμε ακόμα»

Έφτασα στο Σάρωθρον την ώρα που ακουγόταν το «Πάντα γελαστοί». Μόνο που δεν ακουγόταν από τα ηχεία του μαγαζιού, αλλά από δεκάδες στόματα θαμώνων που είχαν μαζευτεί από νωρίς εκεί για το προγραμματισμένο κυριακάτικο αφιέρωμα στο Μητροπάνο. Ήταν κάπως ανατριχιαστικό -με την καλή έννοια- να βλέπω αυτό τον κοινωνικό αχταρμά (φοιτήτριες, νεαρά ζευγάρια, ξανθιές που θα νόμιζες ότι ακούν μόνο Παντελίδη, τρέντηδες και τριαντάρηδες, μουσάτοι κουλτουριάρηδες και λαϊκοί τύποι, πενηντάρηδες με κοιλίτσα και ακριβά ρούχα) να τραγουδούν -να τραγουδάμε, για να ακριβολογώ, αφού μπήκα κι εγώ στο χορό αμέσως- με μια φωνή όχι μόνο το συγκεκριμένο τραγούδι, αλλά σχεδόν όλα τα τραγούδια που πρόλαβα να ακούσω στη μιάμιση ώρα που ήμουν εκεί. Σε κάποια μάλιστα ο κόσμος χειροκροτούσε όταν τελείωναν, ενώ άλλα τα ζητούσε ξανά και ξανά (το «Πατησίων και Παραμυθιού γωνία» πρόλαβα να το ακούσω τρεις φορές).

Έφυγα γύρω στις 02:30 και ακόμη ερχόταν κόσμος. Το πρόγραμμα θα τελείωνε με το χάραμα. Και καθώς περπατούσα στα υγρά στενά των Άνω Λαδάδικων αναρωτιόμουν τι είναι αυτό που βρίσκουν στον Μητροπάνο τόσοι τελείως ετερόκλητοι άνθρωποι. Γιατί αγαπάνε όλα αυτά τα συχνά διαφορετικού ύφους και ήθους τραγούδια που άκουσαν, ακούν και θα συνεχίσουν να ακούν από τη φωνή του. Τι είναι λαϊκός τραγουδιστής τελικά…

Δεν μπορώ ακόμη να απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα. Το μόνο που σκέφτηκα μόλις τώρα είναι ότι αν κάτι ενώνει όλους αυτούς τους ανθρώπους είναι μονάχα η αγάπη τους για τη φωνή και τα τραγούδια του Μητροπάνου. Και σε μια εποχή κατακερματισμένη, στην οποία κυριαρχεί το να ακούει ο καθένας «τα δικά του», χωρίς συχνά να δίνει δεκάρα για το τι ακούει ο διπλανός του, το να γίνεται μια φωνή ο τόπος και ο χρόνος όπου συναντιόμαστε όλοι εμείς δεν είναι και λίγο. Κι ο Μητροπάνος, όπως και ο Παπάζογλου με τον οποίο συμπτωματικά πέθαναν την ίδια μέρα με διαφορά ενός χρόνου, είναι μια από αυτές τις φωνές. Άλλες φωνές υπήρξαν ποτάμια, μεγάλα και τρανά, χωρίς αμφιβολία, και άλλες, όπως η δική του, γέφυρες. Γέφυρες πάνω στις οποίες στεκόμαστε συχνά άγνωστοι μεταξύ μας και τραγουδάμε, σαν να στέλνουμε ο ένας στον άλλο σινιάλα σε μια μυστική γλώσσα, τον «Χιονάνθρωπο» ή το «Κιφ» ή τη «Ρόζα» ή τις «Θάλασσες.»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s