Ρωμαίος και Ιουλιέτα για 2, Σαίξπηρ για πολλούς

 02_high

Το ανέβασμα ενός κλασικού έργου (αρχαία τραγωδία, Σαίξπηρ, Μολιέρος κοκ.) έχει εξελιχθεί σήμερα σε μια πραγματική πρόκληση -τόσο για τους συντελεστές της παράστασης, όσο και για το κοινό. Η φόρμα, οι σκηνικές απαιτήσεις, το περιεχόμενο, το ύφος, η γλώσσα, αλλά και το γεγονός ότι είναι έργα πασίγνωστα, δημιουργούν τόσους περιορισμούς που, αν δεν ξεπεραστούν με ευφυΐα και καλλιτεχνική ευαισθησία, μπορούν να οδηγήσουν εύκολα σε μια “μουσειακή” παράσταση που δεν θα έχει να πει τίποτα σε κανέναν.

Στο ερώτημα πώς φτιάχνει κανείς μια παράσταση “ζωντανή” με τέτοιο υλικό έχουν προσπαθήσει να απαντήσουν αρκετοί σύγχρονοι σκηνοθέτες, με πιο επιτυχημένες τις παραγωγές του Σίμου Κακάλα και της ομάδας του (Ερωφίλη, Γκόλφω, Ορέστης), που αξιοποιεί πλήθος θεατρικών ειδών και ευρημάτων, ισορροπώντας εμπνευσμένα ανάμεσα στο σεβασμό στο αρχικό κείμενο και τον αυτοσχεδιασμό. Την ίδια συνταγή φαίνεται ότι ακολούθησε με επιτυχία και η Ομάδα Θεάτρου “Ιδέα” (Κώστας Γάκης, Αθηνά Μουστάκα και Κωνσταντίνος Μπιμπής) στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα για 2», μια παράσταση που συνεπαίρνει τον θεατή και εντυπωσιάζει από πολλές απόψεις, διαθέτοντας ελάχιστες επιμέρους αδυναμίες.

Είδαμε την παράσταση σε έναν νέο θεατρικό χώρο της Θεσσαλονίκης, το Βlackbox, στην ιδιαίτερη σκηνή του οποίου προσαρμόστηκαν άνετα τα εξαιρετικά σκηνικά της Έλλης Λιδωρικιώτη που δανείζονται στοιχεία από την arte povera και το μπρεχτικό θέατρο. Στα χέρια των δύο εξαιρετικών ηθοποιών γίνεται πειστικό σκηνικό αντικείμενο με την ίδια ευκολία ένα κομμάτι φελιζόλ, μια αλουμινένια σκάλα και δύο ξύλινα τετράγωνα κουτιά.Ο φωτισμός (Σάκης Μπιρμπίλης), λιτός και ατμοσφαιρικός, είναι απολύτως μέσα στο κλίμα της παράστασης.

Σε μια άκρη της σκηνής και ο ίδιος ο σκηνοθέτης (Κώστας Γάκης) που έπαιζε ζωντανά μουσική (δική του και του Κώστα Λώλου) και παρενέβαινε σε κρίσιμες (ή όχι) σκηνές του έργου, θυμίζοντας έντονα το ρόλο του Ηχολήπτη, αλλά και του Μουσικού, στη διασκευή των “Αχαρνών” του Αριστοφάνη από το Διονύση Σαββόπουλο, το μακρινό 1978 (με την παραγωγή εκείνη η σημερινή παράσταση έχει και άλλα κοινά, όπως τους ελάχιστους ηθοποιούς που μοιράζονται πολλούς ρόλους αλλάζοντας τις φωνές τους, ή τον ασυγκράτητο διονυσιασμό ορισμένων σκηνών). Η μουσική αυτή και τα τραγούδια εξυπηρετούσαν πλήρως τις ανάγκες του έργου, χωρίς να αποσπούν σε καμία περίπτωση το ενδιαφέρον ή να αποτελούν τρόπο για να γεμίσει ο χρόνος.

Δύο φαντάσματα λοιπόν, αυτά των δύο αιώνιων εραστών, μας συστήνονται στην αρχή του έργου για να μας πουν για άλλη μια φορά την ιστορία τους, αλλά λιγάκι αλλιώς. Στη συνέχεια θα μεταμορφωθούν και σε όλα τα άλλα πρόσωπα του έργου, με τη βοήθεια ευφάνταστων ευρημάτων, πέρα από φωνητικές ή ενδυματολογικές αλλαγές. Μεταμορφώσεις που οι δύο ηθοποιοί τις έχουν δουλέψει τόσο πολύ, ώστε συχνά γίνονται σε κλάσματα του δευτερολέπτου, χωρίς να ξενίζουν καθόλου το θεατή. Η πολύ καλή μετάφραση του Διονύση Καψάλη συμπλέκεται τόσο αρμονικά με τους αυτοσχεδιασμούς και τις προσθήκες του σκηνοθέτη και των δύο ηθοποιών που αρκετές φορές είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο.

Αυτές ακριβώς οι προσθήκες και οι αυτοσχεδιασμοί μετατρέπουν ένα παλιό κείμενο και μια μάλλον τετριμμένη πλέον ιστορία σε ένα ευφρόσυνο θεατρικό παιχνίδι γεμάτο χιούμορ, με σκηνές που γελάς σαν να βρίσκεσαι σε κωμωδία, με διακειμενικές αναφορές στο σήμερα ή σε άλλα έργα του Βάρδου, χωρίς να χάνεται βέβαια η κεντρική γραμμή του έργου, που είναι φυσικά ο έρωτας και η αντιπαλότητα των δύο οικογενειών. Αν και δε λείπουν τελείως, ελάχιστες είναι οι στιγμές που νιώθεις ότι οι ηθοποιοί προσπαθούν απλώς να βγάλουν γέλιο.

Οι δύο νέοι ταλαντούχοι ηθοποιοί είναι και το μεγάλο ατού της παράστασης. Η Αθηνά Μουστάκα και ο Κωνσταντίνος Μπιμπής διαθέτοντας απίστευτη σωματική ενέργεια, δεν σταματούν να αλωνίζουν τη σκηνή ανταποκρινόμενοι πλήρως στις απαιτήσεις της παράστασης, σε τέτοιο βαθμό που πιάνεις συχνά τον εαυτό σου να σκέφτεται ότι τους διαφορετικούς ρόλους του έργου τους παίζουν διαφορετικοί ηθοποιοί και όχι μόνο αυτοί οι δύο. Ελαφρώς πιο πειθαρχημένη η Μουστάκα, περισσότερο “by the book” -για να χρησιμοποιήσουμε μια φράση του έργου- οι ερμηνείες της, ασυγκράτητος και πολύ πιο εξωστρεφής ο Μπιμπής, σε τέτοιο βαθμό που ίσως σε κάποια σημεία να κούρασε παίζοντας για το κοινό λίγο παραπάνω από όσο έπρεπε. Σίγουρα οι δυο τους, και ιδιαίτερα ο δεύτερος, θα απασχολήσουν στο μέλλον ακόμη πιο πολύ το ελληνικό θέατρο, όπως σημείωσε και ο σκηνοθέτης στο τέλος της παράστασης.

Με ασφαλείς, λοιπόν, οδηγούς τους δύο ηθοποιούς και με τη βοήθεια ποικίλων θεατρικών τεχνικών (σωματικό θέατρο, μάσκα, παντομίμα, νέες τεχνολογίες), το κοινό παρακολουθεί με αμείωτο ενδιαφέρον και με ολοένα αυξανόμενη συγκίνηση μια παράσταση που κατορθώνει να αναμετρηθεί με ένα τόσο γνωστό κείμενο και να βγει νικήτρια. Νικητής βγαίνει, όμως, και το έργο του Σαίξπηρ που σε αυτή του τη διασκευή κατόρθωσε να ενθουσιάσει ακόμη και τους εφήβους από τα δύο σχολεία που παρακολούθησαν την παράσταση μαζί μας.

01_high

Τιμές: 12 ευρώ, 10 ευρώ (μειωμένο)

Τελευταίες παραστάσεις:

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: Τρίτη 31/3/2015

“BlackBox”

Βασ. Όλγας 65 και Φλέμινγκ 2, Θεσσαλονίκη

2310829254

ΑΘΗΝΑ:

Θησείον”

Τουρναβίτου 7,Ψυρρή
2103255444
3/4/ 9 μ.μ.

4/4/ 9.30 μ.μ.

5/4/ 7 μ.μ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s