“Μεγάλοι Δρόμοι”, ελπιδοφόροι δρομείς

foto5_1601

Ένα μόνιμο ερώτημα κάθε φορά που πρόκειται να δούμε μια παράσταση βασισμένη σε κάποιο διήγημα, μυθιστόρημα ή ποιητικό κείμενο είναι το πώς θα μετατραπεί σε θεατρικό ένα λογοτεχνικό κείμενο που δεν ήταν προορισμένο να παιχτεί στη σκηνή. Αφήνοντας κατά μέρος φυσικά το θεατρικό αναλόγιο, η συνηθέστερη επιλογή είναι η διασκευή του αρχικού κειμένου με την αφαίρεση των αφηγηματικών και περιγραφικών σημείων του και την ανάδειξη και τον εμπλουτισμό των όποιων διαλόγων υπάρχουν σε αυτό, η δραματοποίησή του δηλαδή.

Μπροστά σε δυο χαρακτηριστικά διηγήματα της Λένας Κιτσοπούλου, η νεοσύστατη ομάδα T.d.S. (Terre de Semis) τριών νέων ηθοποιών (Ειρήνη Φαναριώτη, Άρης Λάσκος και Μυρτώ Γράψα), από τους οποίους η Ειρήνη Φαναριώτη ανέλαβε και το κύριο βάρος της σκηνοθεσίας, απάντησε στο παραπάνω ερώτημα με έναν, αν και όχι πρωτόγνωρο, σίγουρα ασυνήθιστο τρόπο, στηριζόμενη και στην αμεσότητα του λόγου της συγγραφέως. Το κείμενο μεταφέρεται αυτούσιο στο σανίδι και παρουσιάζεται στο κοινό μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του πρωταγωνιστή του κάθε διηγήματος (Άρης Λάσκος στο πρώτο, Ειρήνη Φαναριώτη στο δεύτερο), με τους άλλους δύο ηθοποιούς κάθε φορά να παίζουν το ρόλο της φωνής της συνείδησης του ήρωα, του εσωτερικού του καθρέφτη, πολλαπλασιάζοντας, ενισχύοντας, αλλά και παραμορφώνοντας τις μύχιες σκέψεις του.

Κι όλα αυτά χωρίς η παράσταση να γίνεται ούτε στιγμή φλύαρη ή βαρετή, καθώς η Φαναριώτη στήνει μια παράσταση γεμάτη ρυθμό, με σκηνοθετικά ευρήματα που αξιοποιούν στο έπακρο τόσο το κείμενο της Κιτσοπούλου, όσο και τις εκφραστικές δυνατότητες των ηθοποιών, αλλά και το μινιμαλιστικό σκηνικό, μια απλή τετράγωνη εξέδρα στην οποία ξετυλίγεται η κωμωδία και το δράμα των ανθρώπινων σχέσεων. Με μια κινησιολογία, αλλά και εκφορά του λόγου, που αποδίδει πλήρως το εσωτερικό χάος του ανθρώπου, τον κατακερματισμό της ψυχής, τον πόνο, τη μικρότητα και το μεγαλείο των ηρώων, χορογραφούνται για μια ώρα περίπου οι “μεγάλοι δρόμοι” που βρίσκονται μέσα μας και δεν ξέρουμε που μπορεί να μας οδηγήσουν.

Το πρώτο και μεγαλύτερο μέρος της παράστασης αποτελείται από το διήγημα “Αθήνα, Εννέα Δεκεμβρίου” στο οποίο παρακολουθούμε τον εσωτερικό αγώνα ενός 45άρη να ανακοινώσει, κατά τη διάρκεια ενός δείπνου σε εστιατόριο, στη σύζυγό του ότι την εγκαταλείπει. Ο Άρης Λάσκος μας δίνει με πειστικότητα, χωρίς η σκηνοθεσία να καταφεύγει πάντα στον ωμό ρεαλισμό, έναν άνθρωπο ανασφαλή, αναποφάσιστο, γεμάτο μεταπτώσεις, που θέλει να αποφύγει τα δύσκολα, ακόμη κι όταν οι συνθήκες του τα επιβάλλουν. Οι δύο γυναίκες ηθοποιοί, ως σύζυγοι ή ως συνείδηση, άλλες φορές βάζοντάς του εμπόδια κι άλλες φορές σπρώχνοντάς τον σε δράση, συμπληρώνουν με τον καλύτερο τρόπο, αυτά που ο ήρωας επιχειρεί να κρύψει ακόμη κι από τον ίδιο του τον εαυτό, θυμίζοντας με τις παρεμβάσεις τους το ρόλο του χορού του αρχαίου δράματος. Μετά από όλα αυτά, η ανατροπή στο τέλος της ιστορίας προκύπτει τελείως φυσιολογικά, καθώς ο θεατής έχει ήδη πειστεί πως μόνο έτσι θα μπορούσαν να γίνουν τα πράγματα.

Το δεύτερο διήγημα που παρουσιάζει η ομάδα είναι το “Μεγάλοι Δρόμοι” που έδωσε και το όνομά του στην παράσταση. Εδώ μια γυναίκα (Ειρήνη Φαναριώτη) μετά το θάνατο του πολυαγαπημένου της άντρα, πλανόδιου ακορντεονίστα, βάζει έναν στόχο για να τιμήσει τη μνήμη του. Κεντρικό θέμα εδώ, όχι ο εκφυλισμός και η διάλυση των ερωτικών σχέσεων, αλλά ο απόλυτος, ο παράλογος έρωτας. Παρότι φαινομενικά ασύνδετο με το προηγούμενο, το κοινό τους σημείο έγκειται στους μεγάλους δρόμους του νου, μέσα στους οποίους περιπλανώνται και χάνονται (ή βρίσκονται) οι πρωταγωνιστές και των δύο διηγημάτων. Λιτό στο σπαραγμό του, σπαρακτικό στη λιτότητά του, το τελευταίο αυτό μέρος της παράστασης αφήνει μια γλυκόπικρη αίσθηση που προσπαθεί να τη διασκεδάσει ίσως μια απρόσμενη παρουσία που εμφανίζεται τα τελευταία δευτερόλεπτα στη σκηνή.

Μεγάλο ατού της παράστασης πέρα από τα καταπληκτικά κείμενα της Κιτσοπούλου είναι οι τρεις ηθοποιοί που δίνουν με μια γλυκιά φρεσκάδα ειλικρινείς ερμηνείες, ακροβατώντας ανάμεσα στο ρεαλισμό και στο στυλιζάρισμα, ισορροπώντας ανάμεσα σε πολλά και αντιφατικά (ή μήπως όχι;) συναισθήματα, με την ερμηνεία, την κίνηση και την εκφορά του λόγου της Ειρήνης Φαναριώτη να ξεχωρίζει.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει και στη μουσική επένδυση της παράστασης (Φώτης Σιώτας) που χρησιμοποιεί αυτούσιες ή πειραγμένες μελωδίες του Τσιτσάνη, υπενθυμίζοντας διακριτικά ότι όλα αυτά που βλέπουμε στις δύο ιστορίες είναι σαν ένα παλιό λαϊκό τραγούδι: το ίδιο βαριά και ταυτόχρονα το ίδιο ελαφρά.

Είδαμε αυτή την πολύ όμορφη παράσταση στο Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς “Μελίνα Μερκούρη” όπου συμμετείχε για δυο βραδιές στις Θεατρικές Συναντήσεις ’15 μετά από το πολύ επιτυχημένο ανέβασμά της στο Θέατρο του Νέου Κόσμου στην Αθήνα.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Ειρήνη Φαναριώτη, ομάδα T.d.S. (Terre de Semis)

Σκηνικά: Γιάννης Αρβανίτης

Κοστούμια: ομάδα T.d.S.

Πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Φώτης Σιώτας

Επιμέλεια κίνησης: Αμάλια Μπένετ, Χαρά Κότσαλη

Φωτισμοί: Γιώργος Ταμπακάκης

Βοηθός σκηνοθέτη: Νάντια Μαργαρίτη

Παίζουν οι ηθοποιοί:

Μυρτώ Γράψα, Άρης Λάσκος, Ειρήνη Φαναριώτη

Facebook Page: https://www.facebook.com/megaloidromoi

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s