Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!

3457
Να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Όταν μιλάμε για ρατσισμό δεν μας νοιάζει ούτε ο αυτοπροσδιορισμός (“Εγώ δεν είμαι ρατσιστής”) ούτε, πολύ περισσότερο, οι προθέσεις του οποιουδήποτε. Συμπεριφορές που επιδιώκουν, διεκδικούν ή επιβάλλουν τον αποκλεισμό ολόκληρων κοινωνικών ομάδων (ή μελών τους) από δραστηριότητες της κοινωνικής ζωής με βάση, ενδεικτικά, το χρώμα δέρματος, την καταγωγή, τη θρησκεία, το φύλο, τις σεξουαλικές προτιμήσεις, είναι ασυζητητί και εξ ορισμού ρατσιστικές. Όσο και να χτυπιούνται οι φορείς τέτοιων συμπεριφορών, όση σχετικοποίηση, εκλογίκευση ή “ρεαλισμό” και αν χρησιμοποιήσουν.
Ούτε αυτή η λανθάνουσα παραδοχή της ιδεολογικής τους ήττας, που κρύβεται στην άρνηση της ιδιότητας του ρατσιστή μας ενδιαφέρει (ακόμη κι ο Κασιδιάρης είχε πει σε τηλεοπτικό παράθυρο το 2012 ότι δεν είναι ρατσιστής, αλλά “φυλετιστής”, μπας και τον σώσει η μετάφραση της λέξης)· στην πραγματικότητα, η κινηματική, πολιτική και εκπαιδευτική κατάκτηση ότι ο ρατσισμός είναι κάτι αυτοτελώς κακό, χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις, τους αναγκάζει απλώς να τον βάζουν διαρκώς στην καθημερινή ζωή από το παράθυρο. Είναι σαν να λένε: “θα προχωράμε διαρκώς σε ρατσιστικές πράξεις αρνούμενοι επίμονα και απερίφραστα το ρατσισμό τους, γιατί εμάς δεν μας ενδιαφέρει, όπως εσάς, πώς χαρακτηρίζονται· μας ενδιαφέρει μόνο να πραγματοποιούνται, έτσι ώστε να κυριαρχήσει εκ των πραγμάτων η δική μας αντίληψη”.
Συζητήσεις λοιπόν σε επίπεδο ορολογίας, είτε με τους παραπάνω είτε με “μετριοπαθείς” και “ουδέτερους” που θέλουν τάχα να ακούσουν και την άλλη πλευρά, είναι άσκοπες, άκαιρες και κυρίως αντιπαραγωγικές. Όταν, απολύτως αναρμόδια, σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων δημοτικών σχολείων (ήδη σε Ωραιόκαστρο Θεσ/νίκης, Φιλιππιάδα Πρέβεζας, Αλεξάνδρεια Ημαθίας) “απαιτούν” ή “αποφασίζουν” να μη χρησιμοποιηθεί το σχολικό κτίριο όπου φοιτούν τα παιδιά τους για απογευματινά μαθήματα προσφυγόπουλων (γιατί στις συγκεκριμένες περιπτώσεις περί αυτού και μόνο πρόκειται δυστυχώς, και όχι για εγγραφή στο σχολείο και για -σταδιακή έστω- ένταξή τους στο πρωινό ωρολόγιο πρόγραμμα), το μόνο -ή τέλος πάντων το κύριο και πιο άμεσο- που πρέπει να μας απασχολεί είναι το να μην περάσει το δικό τους.
Η άποψη που έχουν οι ίδιοι για το τι συνιστά ρατσισμό ή το ποια είναι τα πραγματικά ή προσχηματικά κίνητρά τους, ακόμη και η αναγκαία προσπάθεια ώστε να μεταστραφεί η στάση τους, είναι θέματα που πρέπει να μας απασχολήσουν, πρακτικά και θεωρητικά, αλλά σε δεύτερο και τρίτο χρόνο. Αυτό που προέχει είναι τα προσφυγάκια να ξεκινήσουν να φοιτούν στο κοντινότερο σε αυτά σχολείο, είτε πρόκειται για σχολείο του οποίου ο σύλλογος γονέων και κηδεμόνων έχει “αποφασίσει” να μην τα δεχτεί είτε πρόκειται για οποιοδήποτε άλλο σχολείο της περιοχής είχε αρχικά επιλεγεί από το αρμόδιο υπουργείο (σε κάποια από τα σχολεία οι αποφάσεις των συλλόγων πάρθηκαν χωρίς να έχει υπάρξει καν τέτοια επιλογή).
Στην πρώτη περίπτωση θα έχει πολύ ενδιαφέρον να δούμε πόσο σοβαρά παίρνουν τις απειλές τους οι εν λόγω σύλλογοι και πόσο σοβαρά παίρνει η υπόλοιπη κοινωνία (δεν θα πω “το κράτος” σκέτο) τις διακηρύξεις περί δικαιωμάτων και αντιρατσιστικής εκπαίδευσης. Προσπαθώ να φανταστώ τη γελοιότητα της κατάληψης ενός σχολικού κτιρίου από γονείς για να μην κάνουν εκεί μάθημα παιδιά πρόσφυγες ή πλήθη γονιών να γιουχάρουν παιδάκια που προσέρχονται στο σχολείο. Δυσκολεύομαι. Και δυσκολεύομαι ακόμη περισσότερο να φανταστώ ότι μπροστά σε αυτό το απίθανο ενδεχόμενο είναι προτιμότερο η πλευρά που στέκεται απέναντι στις ρατσιστικές διακρίσεις να υποχωρήσει. Αυτό που δεν δυσκολεύομαι καθόλου να φανταστώ όμως είναι η άτακτη οπισθοχώρηση των ρατσιστών μπροστά σε εισαγγελική παρέμβαση (το είδαμε ήδη στο Ωραιόκαστρο) και μπροστά στην παγκόσμια κατακραυγή (ναι, ακόμη και στην αυτοαναφορική και μικροαστική ελληνική επαρχία θα έπαιζε αυτό κάποιο ρόλο).
Η δεύτερη περίπτωση είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Αν η απάντηση στους ντόπιους ναζί και ρατσιστές που έλεγαν “αν θέλετε τους πρόσφυγες/μετανάστες στην Ελλάδα, να τους πάρετε σπίτι σας” ήταν ότι πολλοί και πολλές τους πήραν όντως σπίτι τους, τότε η απάντηση σε όσους και όσες δεν θέλουν πρόσφυγες στα “δικά” τους σχολεία δεν μπορεί παρά να είναι ανοιχτές αίθουσες και φιλόξενο περιβάλλον σε άλλα σχολεία. Κι άσε τους άλλους να πνίγονται μέσα στην απομόνωση και το φαρμάκι τους. Μπορούμε και χωρίς αυτούς.
Εξάλλου, δεν έχει μόνο Ωραιόκαστρα και Φιλιππιάδες και Αλεξάνδρειες η χώρα. Οι υπόλοιποι -πλην Λακεδαιμονίων, κι ας μη νιώθεται καθόλου η στάση τους- έχουμε ιστορική ευθύνη, όσο βαρύγδουπο κι αν ακούγεται αυτό, να φερθούμε σε αυτά τα παιδιά και στους γονείς τους όπως δεν φέρθηκαν στους μαύρους οι αμερικανικές πολιτείες του Νότου, στους τουρκόσπορους παππούδες μας οι ντόπιοι, στους Εβραίους οι Γερμανοί και οι άλλοι Ευρωπαίοι πριν, κατά και μετά το Ολοκαύτωμα.
Advertisements

Ένας Προφήτης, μα τι Προφήτης, ή ο Αρκάς κι εμείς

14064233_879804745489022_2076360365699353947_n

(Πρώτη δημοσίευση 08/09/2016, στο alterthess)

Όσα λένε οι χαρακτήρες ενός δημιουργού δεν εκφράζουν υποχρεωτικά όσα πιστεύει ο ίδιος (πράγμα το οποίο ούτως ή άλλως δυσκολεύομαι να καταλάβω γιατί θα πρέπει να μας νοιάζει τόσο, πολύ περισσότερο όταν ο δημιουργός κρύβει επιμελέστατα την ταυτότητά του για δεκαετίες).

Αυτή η αυτονόητη συνθήκη ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση του Αρκά, που μας έχει συνηθίσει σε χαρακτήρες που διαρκώς αυτοσαρκάζονται και αυτοϋπονομεύονται (πχ. Ισοβίτης, Κόκορας, Σπουργίτι, Λουκρητία, η τριάδα από τη Ζωή Μετά). Φανταστείτε να παίρναμε τοις μετρητοίς όσα λέει στον πατέρα του το Σπουργίτι· ο απόλυτος οδηγός κωλοπαιδισμού! Ή να θεωρούσαμε ότι η αντίληψη της Λουκρητίας για το σεξ αποτελεί πρόταση του Αρκά για τη σεξουαλική μας ζωή.

Είναι λοιπόν συγκλονιστικά εντυπωσιακό το ότι, από όλους τους αντισυμβατικούς χαρακτήρες που έχει πλάσει ο Αρκάς, ο πρώτος του οποίου οι αφορισμοί εκλαμβάνονται τόσο κυριολεκτικά, από θαυμαστές και επικριτές αντάμα, είναι ο πρόσφατος Προφήτης. Εκεί που ο Ισοβίτης δεν ήταν ποτέ πρότυπο ισοβίτη, ο Κόκορας ποτέ δεν μας παρουσιάστηκε ως ο ιδανικός άντρας του κοτετσιού, η Λουκρητία η καταλληλότερη γάτα συντροφιάς μιας γηραιάς κυρίας, το Σπουργίτι το ιδανικό τέκνο, ο Προφήτης αίφνης αναγορεύτηκε ως ο ορισμός του τέλειου προφήτη που κάθε του λέξη είναι θέσφατο. Ξαφνικά, τόσο η αυτοσαρκαστική παράδοση του δημιουργού, όσο και όλοι οι σχετικοί δείκτες αυτοϋπονόμευσης στα συγκεκριμένα στριπάκια, παραμερίζονται ένθεν κακείθεν, προκειμένου αυτά να γίνουν αντιληπτά ως ένα είδος πολιτικής παρακαταθήκης του Αρκά προς τον ελληνικό λαό, δημιουργώντας ταυτόχρονα φανατικούς όψιμους οπαδούς, που κάποτε δεν ασχολούνταν καν μαζί του, και ορκισμένους πλέον εχθρούς, που κάποτε έπιναν νερό στο όνομά του.

Τι εννοώ όμως με τους «δείκτες αυτοϋπονόμευσης»; Στη συγκεκριμένη σειρά σκίτσων βλέπουμε έναν ηλικιωμένο Προφήτη, έναν εκπρόσωπο δηλαδή μιας θρησκείας που την έχει σατιρίσει όσο δεν παίρνει ο Αρκάς με τη «βλάσφημη» Ζωή Μετά, να μιλάει σε ένα μάλλον καημένο ποίμνιο κυριολεκτικά από καθέδρας, και να λέει, συχνά με το δάχτυλο υψωμένο, πράγματα που μοιάζουν να αναφέρονται στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, αλλά είναι ταυτόχρονα απολύτως κοινότοπα, αφού λέγονται από το «ακραίο κέντρο» (Σώτη, Θεοδωρόπουλο, Μανδραβέλη κτλ.) εδώ και έξι χρόνια –και από συντηρητικούς γέρους εδώ και 10.000 χρόνια.

Ο Προφήτης του Αρκά είναι ακριβώς αυτός ο «οργανικός» διανοούμενος που από την πρώτη σχεδόν στιγμή της κρίσης καταδέχθηκε να κατέβει από την απομόνωση του πνευματικού του ερημητηρίου για να κηρύξει στις απαίδευτες μάζες ότι φταίμε όλοι το ίδιο, ότι όλοι μαζί τα φάγαμε, ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Και όλα αυτά στο όνομα κάποιου υποτιθέμενου αντιλαϊκισμού, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μεταμφιεσμένος λαϊκισμός, αφού χαϊδεύει τα αυτιά αυτών που βολεύονται στην αδράνεια, την πολιτική απραξία, αλλά και στην αποποίηση ευθυνών -όταν φταίνε όλοι, δεν φταίει κανείς· όταν όλοι αδικούν, δεν πειράζει να αδικώ κι εγώ.

Ο τρόπος λοιπόν που θα προσλάβουμε τα σκίτσα είναι ο τρόπος που προσλαμβάνουμε αυτόν τον τύπο διανοούμενου και από το πόσο θετικά ή αρνητικά διακείμενοι είμαστε απέναντί του, αλλά και απέναντι στους δείκτες που υπάρχουν μέσα στα σκίτσα. Έτσι για μένα όσα λέει ο Προφήτης είναι οι ανόητες κοινοτοπίες μιας καρικατούρας, ενώ για έναν πχ. Ποταμίσιο ή φιλελεύθερο αποτελούν κανονικότατο πολιτικό μπούσουλα. Στην πραγματικότητα, ο Προφήτης «προφητεύει» περισσότερα για το πώς διαβάζουμε τον κόσμο εμείς οι ίδιοι, παρά για το πώς τον διαβάζει ο ίδιος ο Αρκάς.

Κι αν είμαστε σίγουροι για το πόσο δίκιο μπορεί να έχει ένας Προφήτης με άποψη επί παντός επιστητού, ας ξαναδιαβάσουμε -πιο υποψιασμένοι πια- τη γελοιογραφία που συνοδεύει το παρόν κείμενο.

Αυτό το κείμενο δεν είναι για τον ΟΑΣΘ, είναι για σένα

img_20150311_183918_0_0

(Πρώτη δημοσίευση 05/09/2016, στο alterthess)

Ναι, για σένα, που το πρώτο πράγμα που σου ήρθε να πεις ήταν “Καλά να πάθει η τζαμπατζού”, όταν είδες το βίντεο με την κοπέλα που τη στριμώχνει σε μια γωνιά του λεωφορείου ένας ελεγκτής με τα διπλά της κιλά.

Για σένα, που πιο σημαντικό θεωρείς το να πληρώσει πρόστιμο επειδή δεν έκοψε εισιτήριο, και όχι το ότι οι ελεγκτές προβαίνουν σε παράνομη κράτηση και ασκούν προφανέστατη λεκτική, ψυχολογική και σωματική βία.

Για σένα, που μπροστά σε ένα κεφαλοκλείδωμα από έναν άγνωστο σε μια κοπέλα λες “ναι, εντάξει, όχι κι έτσι, αλλά εμείς που πληρώνουμε εισιτήριο είμαστε κορόιδα;”, και για σένα, που αντί για τη βία των ελεγκτών, προτιμάς να κατακρίνεις τη “χαζομάρα” κάποιας πανικόβλητης γυναίκας που πάει να βγει από το παράθυρο του λεωφορείου.

Και βέβαια, για σένα, που ταυτίστηκες με τον άλλο ελεγκτή όταν, σαν παλιός γυμνασιάρχης, τη ρωτάει φωνάζοντας αν μιλάει έτσι στον πατέρα της, κουνώντας απειλητικά την παλάμη του.

Σου έχω νέα, μικρέ μου ανθρωποφάγε. Τα έχεις μπερδέψει λίγο. Και αυτό από μόνο του δεν θα ήταν και τόσο κακό, αν δεν μου δημιουργούσε τη φριχτή υποψία ότι θα φερθείς ανάλογα -χωρίς δηλαδή καμία αναλογικότητα ανάμεσα στη δράση του άλλου και στη δική σου αντίδραση- και ο ίδιος ή η ίδια αν, έχοντας μια οποιαδήποτε μεγάλη ή μικρή “εξουσία”, βρεθείς σε μια παρόμοια κατάσταση• με την προϋπόθεση ότι θα σε παίρνει βέβαια, αφού δεν είναι καιροί να τα βάζουμε με ανθρώπους στους οποίους το να επιβληθούμε δεν είναι εκ των προτέρων δεδομένο (σκέψου μόνο τι θα έκαναν οι αγαπημένοι σου ελεγκτές αν στη θέση της νεαρής βρισκόταν γυμνασμένος άντρας ύψους 1,90).

Επειδή ακριβώς λοιπόν το “μπέρδεμά” σου είναι κοινωνικά προβληματικό, ή μάλλον αντικοινωνικό αν θέλουμε να ακριβολογούμε, θα σου προτείνω κάτι• πάρε εκείνη την παλιά ζυγαριά την οποία είμαι σίγουρος ότι χρησιμοποιείς για να κρίνεις κάθε πράξη των άλλων (ξέρεις μωρέ ποια λέω, εκείνη που είναι σαν το σύμβολο του ζωδιακού Ζυγού και στη μια της μεριά βάζεις πάντα κάτι που μετριέται με λεφτά), και βάλε στη μια μεριά το απλήρωτο εισιτήριο του ενός ευρώ. Στην άλλη βάλε το άδειασμα του λεωφορείου από τους άλλους επιβάτες, το κλείσιμο των θυρών του λεωφορείου, την παράνομη κράτηση πολίτη, τον όγκο του ενός ελεγκτή πάνω από μια καταφανώς πιο μικρόσωμη γυναίκα, το κεφαλοκλείδωμά του, τις φωνές των ελεγκτών, την επίκληση της τυχόν συμπεριφοράς της κοπέλας προς τον πατέρα της (αλήθεια, αν η κοπέλα δεν είχε πατέρα, αν είχε πεθάνει, αν ήταν κατάκοιτος και χίλια δυο άλλα, πώς θα ένιωθε ο ελεγκτής;), το τράβηγμα των ποδιών της από τον ελεγκτή όταν εκείνη πάει να βγει από το παράθυρο, το “Ας πέσει, αν είναι τόσο χαζή” χωρίς καμία προσπάθεια να ηρεμήσει ένα άτομο που βρίσκεται σε πανικό.

Εντάξει, τα έβαλες; Τι λέει, πόσο βαραίνει εκείνο το εισιτήριο;