Τα σταφύλια της οργής, Τζον Στάινμπεκ

Μεγάλο ποτάμι φουσκωμένο,
η οργή του λαού,
κυλάει πάνω απ’ τα χωράφια,
ποιος τη σταματάει, ποιος τη σταματάει,
ποιος, ποιος τη σταματάει.

(Από τη Μπαλάντα του Ξεσηκωμού
Τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη
Άλμπουμ: Φουέντε Οβεχούνα
Συνθέτης: Θάνος Μικρούτσικος
Στιχουργός: Γιάννης Μιχαηλίδης )

Τι μπορεί άραγε να γράψει κανείς για ένα βιβλίο σαν κι αυτό που να μην έχει ξαναγραφτεί; Νομίζω ότι το μόνο που μπορεί να κάνει πια είναι να καταθέσει την προσωπική του αναγνωστική εμπειρία (ή καλύτερα την προσωπική σχέση που ανέπτυξε μαζί του διαβάζοντάς το) γνωρίζοντας ότι μοιραία θα επαναλάβει πράγματα που έχουν ήδη ειπωθεί και γραφτεί χιλιάδες φορές μέχρι σήμερα. Στο κάτω-κάτω αυτή είναι και η ουσία του κλασικού έργου.

Τα Σταφύλια της Οργής λοιπόν είναι ένα βιβλίο που με συγκλόνισε με πολλούς τρόπους και σε διαφορετικά επίπεδα. Ένα βιβλίο που από τις πρώτες κιόλας αράδες σε αρπάζει στον κόσμο του με τέτοια ορμή και τέτοια πειστικότητα που σε κάνει να το σκέφτεσαι ακόμη και τις ώρες που δεν το διαβάζεις, ακόμη κι αν το αφήσεις για μέρες. Πολύ περισσότερο αν κατάγεσαι από αγροτική οικογένεια, όπως ο υποφαινόμενος, και έχεις ζήσει κι εσύ τη φτώχεια του αγρότη, την αγωνία για τη γη και τις καιρικές συνθήκες, τη γεωργική ζωή και τη συγκομιδή της σοδειάς (και του βαμβακιού).

Πιστό χρονικό του Dust-Bowl effect και της Μεγάλης Ύφεσης του ’30 όπως τη βίωσαν οι αγρότες των Μεσοδυτικών Πολιτειών των ΗΠΑ, ύμνος στην αγροτιά και τη μάνα, τοιχογραφία εποχής, κοινωνικό μυθιστόρημα, σοσιαλιστικός ρεαλισμός -είμαι σίγουρος ότι όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί έχουν ήδη αποδοθεί στα Σταφύλια της Οργής, και όλοι τους ισχύουν. Ο Στάινμπεκ κατόρθωσε να φτιάξει ένα μυθιστόρημα που ενεργοποιεί τόσο τις αισθήσεις που νιώθεις ότι βλέπεις, ακούς, μυρίζεις, γεύεσαι κι αγγίζεις το καθετί που περνά από τις σελίδες του.

Ταυτόχρονα, ακόμη κι όταν φλερτάρει με τα διαβόητα «μηνύματα» που υποτίθεται ότι πρέπει να έχουν τα σπουδαία έργα τέχνης, κατορθώνει να αποφύγει τον διδακτισμό και να αφήσει την ιστορία του να μιλήσει και τον αναγνώστη να βγάλει τα συμπεράσματά του. Είναι σχεδόν απίστευτη η πληθώρα των θεμάτων που θίγει και εξίσου απίστευτη η λεπτότητα με την οποία τα θίγει, ακόμη και στα εμβόλιμα μικρά κεφάλαια που αφηγούνται τη μεγάλη εικόνα, παράλληλα με την ιστορία της οικογένειας στην οποία επικεντρώνεται.

Αυτό όμως που διαπνέει πραγματικά όλο το έργο είναι η αγάπη και η κατανόησή του για τους απλούς ανθρώπους που εμφανίζονται περισσότερο ή λιγότερο στις σελίδες του, ακόμη κι αν πρόκειται για πρόσωπα που βρίσκονται απέναντι στους ήρωές του. Άνθρωποι ατελείς, με τις αδυναμίες τους, τους φόβους τους, τα λάθη τους, για τους οποίους υπάρχει όμως πάντα νοιάξιμο και ενσυναίσθηση από τη μεριά του αφηγητή. Η οργή εμφανίζεται μόνο απέναντι στην ξέχειλη αδικία, στο απρόσωπο κεφάλαιο, στα μεγάλα αφεντικά, στους σκληρόπετσους έχοντες και κατέχοντες.

Μεγαλύτερη κι από την οργή του όμως είναι η αισιοδοξία του και η πίστη του στον άνθρωπο (και τον Άνθρωπο), τόσο σαν άτομο, όσο και σαν κοινωνικό ον που υπάρχει δια της συνύπαρξης, της αλληλεγγύης και της αυτοοργάνωσης (πόσο χαρακτηριστική είναι η αντίστιξη κάποιων σελίδων του με το υπαρξιστικό «Η Κόλαση είναι οι άλλοι»). «Μερικοί από μας πεθαίνουμε, μα όσοι απομένουν, γίνονται πιο δυνατοί», καταλήγει η μάνα προς το τέλος του βιβλίου, καταπώς μεταφράζει τα λόγια της ο Κοσμάς Πολίτης.

Αξίζει πράγματι ξεχωριστή μνεία στον πρώτο σπουδαίο μεταφραστή του Στάινμπεκ στα ελληνικά. Λογοτέχνης ο ίδιος, επιφανές μέλος της γενιάς του ’30, ο Κοσμάς Πολίτης δίνει σε μια γλαφυρή δημοτική μια τόσο ζωντανή, τόσο χυμώδη και τόσο εύστοχη μετάφραση του έργου που πολλές φορές ξεχνάς ότι διαβάζεις ένα μεταφρασμένο έργο του Στάινμπεκ, και νομίζεις ότι έχεις μπροστά σου ένα ελληνικό μυθιστόρημα στο πρωτότυπο. Η διαχρονική δημοφιλία του συγκεκριμένου έργου, αλλά και γενικότερα του Στάινμπεκ, στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό οφείλει πολλά στον Κ. Πολίτη.

Ένα πραγματικά κλασικό έργο, που δεν είναι καθόλου παρωχημένο, ούτε λογοτεχνικά ούτε θεματικά, και δεν θα έπρεπε να γίνεται αντιληπτό μόνο ως εφηβικό ανάγνωσμα, όπως είναι η μοίρα πολλών ανάλογων κλασικών βιβλίων. Αν δεν το έχετε διαβάσει, μην το φοβάστε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.