Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλι, Ντ. Χ. Λόρενς

Γραμμένος περίπου 100 χρόνια πριν, ο «Εραστής της Λαίδης Τσάτερλι» έχει πια περάσει -και λόγω των περιπετειών του με τη λογοκρισία- στο οροπέδιο της κλασικής λογοτεχνίας, εκεί όπου η ανάγνωση όσων βιβλίων το κατοικούν είναι πολύ δύσκολο να είναι αδιαμεσολάβητη και να μη λαμβάνει υπόψη της τη συζήτηση που έχουν προκαλέσει ήδη. Το μόνο πράγμα που έχω ανακαλύψει ότι μπορεί κάπως να μετριάσει αυτή την προκατειλημμένη πρόσληψη τέτοιων βιβλίων είναι να αποφεύγω να διαβάσω πράγματα για αυτά πριν τα ξεκινήσω.

Έτσι λοιπόν ξεκίνησα τον «Εραστή» γνωρίζοντας μόνο ότι αφηγείται τον έρωτα μιας αριστοκράτισσας, της οποίας ο σύζυγος έμεινε ανάπηρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τον δασοφύλακα του κτήματός του συζύγου της (και ότι έχει γυριστεί σε ταινία με τη Σίλβια Κριστέλ -κατά κόσμον Εμμανουέλα 😉 ). Είχα επίσης υπόψη μου ότι είχε χαρακτηριστεί μέχρι και πορνογραφικό και βρόμικο λόγω των τολμηρών ερωτικών σκηνών που περιλαμβάνει. Ευτυχώς για μένα όμως το βιβλίο τελικά είναι πολύ περισσότερο από ένα τολμηρό ρομάντσο για της κοινωνίας τη διαφορά, ενώ διαπίστωσα ότι οι -ελάχιστες- περιγραφές της ερωτικής πράξης και η χρήση «απαγορευμένων» λέξεων μόνο πρόφαση ήταν για να γίνει κόκκινο πανί στην Αγγλία όταν εκδόθηκε, αφού είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι άλλα στοιχεία του βιβλίου ενόχλησαν τότε.

Ο Ντ. Χ. Λόρενς παίρνει τη φαινομενικά απλή ιστορία που ανέφερα πιο πάνω και με αφορμή αυτή αναπτύσσει μια σειρά από θέματα που ξεφεύγουν αρκετά από το αυτονόητο ζήτημα της γυναικείας μοιχείας και της ταξικής ανισότητας στον έρωτα: γυναικεία χειραφέτηση, γάμος, κοινωνικές συμβάσεις, ταξική πάλη, καπιταλισμός, αγγλική εργατική τάξη, κατάθλιψη, ερωτική απόλαυση κοκ. Εξάλλου, πολύ νωρίς στο βιβλίο η αναπηρία (κινητική και σεξουαλική) του Σερ Κλίφορντ, του συζύγου της Λαίδης Κόνστανς Τσάτερλι, δίνει τη δυνατότητα να απογυμνωθεί από την ηθική του διάσταση το ίδιο το σαρκικό ζήτημα της μοιχείας -αρκεί αυτή να μη μαθευτεί και να διαπραχθεί με κάποιον κοινωνικά ισότιμο. Ο Σερ Κλίφορντ μάλιστα φλερτάρει έντονα με την ιδέα να αποκτήσει παιδί η σύζυγός του με άλλον ώστε να υπάρξει διάδοχος στο Ράγκμπι, τη βαρονία του.

Παρότι ο τίτλος του βιβλίου θα μπορούσε να μας οδηγήσει στη σκέψη ότι κεντρικός χαρακτήρας του είναι ο εραστής, δηλαδή ο δασοφύλακας Μέλορς, στην πραγματικότητα στο μεγαλύτερο μέρος του κυριαρχεί η ίδια η λαίδη Τσάτερλι, τις πράξεις και τις σκέψεις της οποίας κατά βάση παρακολουθούμε, με ετεροδιηγητική τριτοπρόσωπη εσωτερική εστίαση, και με ελάχιστες εξαιρέσεις όταν ο αφηγητής εστιάζει στον Μέλορς και τον Κλίφορντ. Ο Λόρενς αφιερώνει αρκετό χώρο -χωρίς όμως να γίνει φλύαρος- ώστε να αναπτύξει με αληθοφάνεια την προσωπικότητα της Κόνστανς, τις ιδέες, τις επιθυμίες και τους φόβους της, και να αιτιολογήσει με επάρκεια τη συμπεριφορά της. Δημιουργεί έναν γοητευτικό χαρακτήρα, με προτερήματα και ελαττώματα, χωρίς να την εξιδανικεύει ή να εκπίπτει σε ωμό νατουραλισμό.

Εδώ ακριβώς τίθεται ένα ζήτημα όμως: βρίσκω μεν αληθοφανή την ανάπτυξη της προσωπικότητας της Κόνστανς, αλλά από την άλλη εγώ είμαι ένας cis άντρας που διαβάζει το μυθιστόρημα ενός άλλου άντρα, ο οποίος επιλέγει να μιλήσει για τα μύχια που έχει στο μυαλό της μια γυναίκα. Με άλλα λόγια, δεν ξέρω αν αυτό που αντιλαμβάνομαι ως ρεαλιστικό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή απλώς στην εικόνα που έχουμε ως άντρες για τη γυναικεία ψυχοσύνθεση. Σίγουρα πάντως ο Λόρενς προσεγγίζει με σεβασμό και χωρίς καμία διάθεση πατερναλισμού ή συγκατάβασης την ηρωίδα του, όπως και τον εραστή της, που θυμίζει ιδιαίτερα ως προς την κοσμοθεωρία του τον καζαντζακικό Αλέξη Ζορμπά.

Η εξέλιξη του έρωτα μεταξύ τους έρχεται σταδιακά, μακριά από τις γλυκερές φαντασιώσεις της πρώτης ματιάς, με τους δύο εραστές να διανύουν σημαντικές ψυχικές και κοινωνικές αποστάσεις για να συναντηθούν, να έχουν πισωγυρίσματα και αμφιβολίες που χάνονται και επανέρχονται, ακόμη και για τον ίδιο τους τον εαυτό, αλλά να υπερισχύει πάντα η σωματική επιθυμία και η διάθεση να είναι με κάποιον που τους καταλαβαίνει. Ή μάλλον, για να είμαι ειλικρινής, αυτό που υπερισχύει είναι κάτι άφατο και άπιαστο, αυτό που δυσκολευόμαστε να περιγράψουμε όταν προσπαθούμε να εξηγήσουμε -όπως κάνουν σε διάφορα σημεία του βιβλίου οι δυο τους- γιατί είμαστε ερωτευμένοι με κάποιον ή με κάποια.

Αυτός που αναδύεται σαν μια μάλλον απεχθή φιγούρα μέσα από τις πράξεις και τα λόγια του, χωρίς ο ίδιος ο αφηγητής να προβαίνει σε ευθείς αρνητικούς χαρακτηρισμούς, είναι ο ίδιος ο Κλίφορντ Τσάτερλι και όσα αντιπροσωπεύει: αρχικά τον κούφιο, δήθεν πνευματικό, διανοουμενισμό, τον μοντερνισμό ως μανιέρα (ο Κλίφορντ είναι επιτυχημένος συγγραφέας), έπειτα το επιχειρηματικό πνεύμα μιας αριστοκρατίας που πάσχιζε μέσα από την εμπλοκή της σε διάφορες οικονομικές δραστηριότητες να μην ξεπέσει ακόμη πιο πολύ (ο Κλίφορντ είναι ιδιοκτήτης ανθρακωρυχείων που λόγω εξάντλησης των κοιτασμάτων αρχίζουν να γίνονται οικονομικά ασύμφορα), και, σε όλο το βιβλίο, τον αριστοκράτη που περιφρονεί βαθιά την εργατική και αγροτική τάξη και πιστεύει στην ανωτερότητα του ίδιου και της τάξης του, που, όπως δηλώνει, την έφερε η τύχη -δεν έχει αυταπάτες περί ευγενικής καταγωγής- να οδηγεί τους υπόλοιπους στην πρόοδο. Ένα απωθητικό μείγμα αριβισμού, καθωσπρεπισμού και ψυεδιασθήσεων μεγαλείου, που δεν ξεπέφτει όμως ποτέ σε καρικατούρα, αντίθετα προβάλλει ιδαίτερα σύνθετο -και γι’ αυτό ενοχλητικά ρεαλιστικό.

Σε αυτή την απεικόνιση, αλλά και στη γενικότερη περιγραφή της αγγλικής αστικής και αριστοκρατικής τάξης και του καθωσπρεπισμού της, κρύβεται μάλλον και ο βασικός λόγος που πολεμήθηκε το βιβλίο, το οποίο δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως πορνογράφημα ακόμη κι από τον πιο σεμνότυφο αναγνώστη, με τις λίγες ερωτικές σκηνές μάλιστα να είναι πλήρως ενταγμένες στην αφήγηση, χωρίς να επιδιώκουν τον ερεθισμό ή τον «ερεθισμό». Ο Λόρενς γράφει για το σεξ απαλλαγμένος από κάθε σοβαροφάνεια ή αχρείαστη ντροπή και έτσι πουθενά δεν νιώθει κανείς ότι διαβάζει κάτι χυδαίο. Όπως είπα πιο πάνω όμως, χυδαίος είναι ο Κλίφορντ και ο κόσμος του, που μάλλον δεν συγχώρησε τον Λόρενς για αυτή του την τολμηρότητα.

Εντέλει, πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον και καλογραμμένο βιβλίο, που διαβάζεται αργά για μεγαλύτερη απόλαυση, και αξίζει πολύ περισσότερο από αυτά που του έχει αποδώσει η φήμη του. Εξαιρετική η μετάφραση του Γιώργου Τζήμα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.