Άγγελος Εξάγγελος

savopoulos-to-perivoli-2

(Πρώτη δημοσίευση 14/10/16 στο greek cloud)

Μπομπ Ντίλαν δεν έχω ακούσει και πολύ πέρα από τα 10-15 πασίγνωστα κομμάτια του, τα Νόμπελ Λογοτεχνίας και Ειρήνης δεν μου λένε σχεδόν τίποτα (ούτε τα άλλα μου λένε, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή δεν έχω τις αντίστοιχες γνώσεις στις σχετικές επιστήμες), η βράβευση όμως του Ντίλαν από τη σουηδική ακαδημία αποτέλεσε αληθινή αποκάλυψη για μένα· πριν από αυτή δεν ήξερα πόσο πολλοί θεωρητικοί της λογοτεχνίας ζουν ανάμεσά μας και περιμένουν υπομονετικά κάτι τέτοιες στιγμές για να αναδειχθούν.
Από την ώρα λοιπόν που έγινε γνωστή η είδηση, όλοι αυτοί οι παραγνωρισμένοι ακαδημαϊκοί κηρύττουν, ορμώμενοι προφανώς από τις μακρές και επιστημονικές αναζητήσεις τους στο χώρο της γραμματολογίας και των λογοτεχνικών ειδών, ότι τα στιχάκια των τραγουδιών δεν είναι λογοτεχνία, ότι είναι απόλυτα συνυφασμένα με τη μουσική, ότι άλλο στιχουργική και άλλο ποίηση και διάφορα άλλα τέτοια εμβριθή, που διατυπώνονται μάλιστα σε ύφος «όπως-ξέρουμε-όλοι».
Από την άλλη μεριά, ο νεοελληνιστής φιλόλογος Γιώργος Βελουδής, καθηγητής στα Πανεπιστήμια του Μονάχου και των Ιωαννίνων, έγραφε το 1994 στηΓραμματολογία του:
«…Παρά το διαζύγιο της έντεχνης ποίησης από τη μουσική, η πανάρχαιη σύζευξη των δύο αυτών αδελφών τεχνών δε θα επιβιώσει μόνο, και στον αιώνα μας, στο παραδοσιακό δημοτικολαϊκό τραγούδι σ’ όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, ακόμα και στις πιο εκβιομηχανισμένες ανάμεσά τους (Ιρλανδία, Λατινική και Βόρεια Αμερική). Η συνύπαρξη στο ίδιο το πρόσωπο του ποιητή, του συνθέτη και, πολύ συχνά, του εκτελεστή θα ξαναβρεί στον αιώνα μας την ανανεωμένη δικαίωσή της, μετά τα σποραδικά προανακρούσματά της με το νέο Brecht, μερικούς αξιόλογους εκπροσώπους, μοντέρνους τροβαδούρους, ιδιαίτερα για την ποιητική/λυρική συνέκφραση (Popsong/Protestsong) των αντιαυταρχικών, όχι μόνο φοιτητικών, κινημάτων στη δεκαετία του 1960 (Beatles, Bob Dylan, Joan Baez, Leonard Cohen, Wolf Biermann κ.α.). Μια επιστημονική και όχι κανονιστική γραμματολογία είναι υποχρεωμένη να συμπεριλάβει και αυτά, αλλά και τ’ αναρίθμητα εκείνα δείγματα του σύγχρονου μαζικού, λαϊκού ή ψευτολαϊκού, λογοτεχνικού ή παραλογοτεχνικού τραγουδιού στην ιστορία και τη θεωρία της λυρικής ποίησης. Η ενδεχόμενη εφαρμογή ποιοτικών-αξιολογικών κριτηρίων στον τομέα θα ήταν ενέργεια εντελώς ανιστόρητη και θα οδηγούσε, οπωσδήποτε, στον αποκλεισμό από τη γραμματολογική και ποιητολογική έρευνα όχι μόνο ένός μέρους της παραδοσιακής δημοτικολαϊκής, αλλά κ’ ενός μεγαλύτερου τμήματος της -νεότερης ή παλαιότερης, παραδοσιακής ή μοντέρνας- έντεχνης ποίησης«. [Η έμφαση δική μου]
Θεωρητικούρες, θα μου πείτε. Έχουμε διαβάσει όλοι λογοτεχνία αφού.
Advertisements

Η λογοτεχνία στο ντιβάνι

being-john-malkovich

Πρώτη δημοσίευση 30/09/16 στο greekcloud

Όποτε επιχειρώ να πω στις μαθήτριες και τους μαθητές μου (γυμνασίου/λυκείου) ότι στη λογοτεχνία δεν μας νοιάζει “τι θέλει να πει ο ποιητής” με κοιτάζουν περίπου όπως όταν τυχαίνει να αναφέρω ότι δεν έχω τηλεόραση· πρόκειται για κάτι τελείως έξω από την εμπειρία και την κατανόησή τους. Όχι τυχαία. Από την πρώτη δημοτικού μέχρι την τρίτη λυκείου εθιστήκαμε, και δυστυχώς εθιζόμαστε μέχρι σήμερα, σε μια αντίληψη για τη λογοτεχνία που μετατρέπει την ανάγνωση ενός ποιήματος ή ενός πεζού σε ψυχαναλυτική διαδικασία με αντικείμενο τον συγγραφέα.
Καλούμαστε από πολύ νωρίς να παίξουμε το ρόλο ενός ψυχολόγου που δεν έχει μπροστά του τον άνθρωπο που θα αναλύσει, αλλά μόνο κάποια γραπτά του και, ενίοτε, το ιστορικό του (τα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα). Το λογοτεχνικό κείμενο δηλαδή δεν είναι εκεί για να ασχοληθούμε ουσιαστικά μαζί του, για να μας αρέσει ή να μη μας αρέσει, για να δούμε τι καταλαβαίνουμε από αυτό ή τι μας κάνει να νιώσουμε, αλλά για να χρησιμοποιηθεί ως τεκμήριο για το τι “είχε μέσα του” ο λογοτέχνης όταν το έγραφε (όλο αυτό βέβαια δεν είναι άσχετο με την αντίληψη ότι ένα έργο τέχνης αποτελεί πηγαίο και αυθεντικό δείγμα της ψυχής του δημιουργού του).
Αν η επικέντρωση της λογοτεχνικής ανάλυσης στη φόρμα, τη δομή, τους αφηγηματικούς τρόπους, τα εκφραστικά μέσα και όλα τα σχετικά βάζει το λογοτεχνικό κείμενο στο χειρουργικό τραπέζι (με κίνδυνο να μας μείνει στα χέρια), η επιμονή στην αναζήτηση της πρόθεσης του συγγραφέα βάζει σε αυτό το τραπέζι το φάντασμα του ίδιου του συγγραφέα. Και ως γνωστόν, τα φαντάσματα δεν μπορούν να απαντήσουν στις ερωτήσεις μας. Για τον φιλόλογο όμως αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα. Ξέρει τι θα απαντούσαν. Αυτό αρκεί.
Και δώστου οι παραναγνώσεις, και δώστου οι δίκες προθέσεων, και να ο Ρίτσος που γράφει έτσι “για να” υπογραμμίσει το τάδε, και να η Ζωρζ Σαρή που “θέλει να” τονίσει το δείνα, από δω και ο Ντίκενς που “προσπαθεί να” μας κάνει να νιώσουμε κάπως. Κι όταν ρωτάς προβοκατόρικα “Κι εσύ που το ξέρεις; Τον/Την ρώτησες;”, έρχεται το βραχυκύκλωμα. Και μετά το βραχυκύκλωμα, έρχεται και η ειλικρινής ερώτηση: “Μα αυτό που ήθελε να πει ο ποιητής δεν είναι το ίδιο με αυτό που λέει το κείμενο;”.
Ε, αν ήθελε να το πει, ας το έλεγε. Νισάφι.

Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!

3457
Να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Όταν μιλάμε για ρατσισμό δεν μας νοιάζει ούτε ο αυτοπροσδιορισμός (“Εγώ δεν είμαι ρατσιστής”) ούτε, πολύ περισσότερο, οι προθέσεις του οποιουδήποτε. Συμπεριφορές που επιδιώκουν, διεκδικούν ή επιβάλλουν τον αποκλεισμό ολόκληρων κοινωνικών ομάδων (ή μελών τους) από δραστηριότητες της κοινωνικής ζωής με βάση, ενδεικτικά, το χρώμα δέρματος, την καταγωγή, τη θρησκεία, το φύλο, τις σεξουαλικές προτιμήσεις, είναι ασυζητητί και εξ ορισμού ρατσιστικές. Όσο και να χτυπιούνται οι φορείς τέτοιων συμπεριφορών, όση σχετικοποίηση, εκλογίκευση ή “ρεαλισμό” και αν χρησιμοποιήσουν.
Ούτε αυτή η λανθάνουσα παραδοχή της ιδεολογικής τους ήττας, που κρύβεται στην άρνηση της ιδιότητας του ρατσιστή μας ενδιαφέρει (ακόμη κι ο Κασιδιάρης είχε πει σε τηλεοπτικό παράθυρο το 2012 ότι δεν είναι ρατσιστής, αλλά “φυλετιστής”, μπας και τον σώσει η μετάφραση της λέξης)· στην πραγματικότητα, η κινηματική, πολιτική και εκπαιδευτική κατάκτηση ότι ο ρατσισμός είναι κάτι αυτοτελώς κακό, χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις, τους αναγκάζει απλώς να τον βάζουν διαρκώς στην καθημερινή ζωή από το παράθυρο. Είναι σαν να λένε: “θα προχωράμε διαρκώς σε ρατσιστικές πράξεις αρνούμενοι επίμονα και απερίφραστα το ρατσισμό τους, γιατί εμάς δεν μας ενδιαφέρει, όπως εσάς, πώς χαρακτηρίζονται· μας ενδιαφέρει μόνο να πραγματοποιούνται, έτσι ώστε να κυριαρχήσει εκ των πραγμάτων η δική μας αντίληψη”.
Συζητήσεις λοιπόν σε επίπεδο ορολογίας, είτε με τους παραπάνω είτε με “μετριοπαθείς” και “ουδέτερους” που θέλουν τάχα να ακούσουν και την άλλη πλευρά, είναι άσκοπες, άκαιρες και κυρίως αντιπαραγωγικές. Όταν, απολύτως αναρμόδια, σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων δημοτικών σχολείων (ήδη σε Ωραιόκαστρο Θεσ/νίκης, Φιλιππιάδα Πρέβεζας, Αλεξάνδρεια Ημαθίας) “απαιτούν” ή “αποφασίζουν” να μη χρησιμοποιηθεί το σχολικό κτίριο όπου φοιτούν τα παιδιά τους για απογευματινά μαθήματα προσφυγόπουλων (γιατί στις συγκεκριμένες περιπτώσεις περί αυτού και μόνο πρόκειται δυστυχώς, και όχι για εγγραφή στο σχολείο και για -σταδιακή έστω- ένταξή τους στο πρωινό ωρολόγιο πρόγραμμα), το μόνο -ή τέλος πάντων το κύριο και πιο άμεσο- που πρέπει να μας απασχολεί είναι το να μην περάσει το δικό τους.
Η άποψη που έχουν οι ίδιοι για το τι συνιστά ρατσισμό ή το ποια είναι τα πραγματικά ή προσχηματικά κίνητρά τους, ακόμη και η αναγκαία προσπάθεια ώστε να μεταστραφεί η στάση τους, είναι θέματα που πρέπει να μας απασχολήσουν, πρακτικά και θεωρητικά, αλλά σε δεύτερο και τρίτο χρόνο. Αυτό που προέχει είναι τα προσφυγάκια να ξεκινήσουν να φοιτούν στο κοντινότερο σε αυτά σχολείο, είτε πρόκειται για σχολείο του οποίου ο σύλλογος γονέων και κηδεμόνων έχει “αποφασίσει” να μην τα δεχτεί είτε πρόκειται για οποιοδήποτε άλλο σχολείο της περιοχής είχε αρχικά επιλεγεί από το αρμόδιο υπουργείο (σε κάποια από τα σχολεία οι αποφάσεις των συλλόγων πάρθηκαν χωρίς να έχει υπάρξει καν τέτοια επιλογή).
Στην πρώτη περίπτωση θα έχει πολύ ενδιαφέρον να δούμε πόσο σοβαρά παίρνουν τις απειλές τους οι εν λόγω σύλλογοι και πόσο σοβαρά παίρνει η υπόλοιπη κοινωνία (δεν θα πω “το κράτος” σκέτο) τις διακηρύξεις περί δικαιωμάτων και αντιρατσιστικής εκπαίδευσης. Προσπαθώ να φανταστώ τη γελοιότητα της κατάληψης ενός σχολικού κτιρίου από γονείς για να μην κάνουν εκεί μάθημα παιδιά πρόσφυγες ή πλήθη γονιών να γιουχάρουν παιδάκια που προσέρχονται στο σχολείο. Δυσκολεύομαι. Και δυσκολεύομαι ακόμη περισσότερο να φανταστώ ότι μπροστά σε αυτό το απίθανο ενδεχόμενο είναι προτιμότερο η πλευρά που στέκεται απέναντι στις ρατσιστικές διακρίσεις να υποχωρήσει. Αυτό που δεν δυσκολεύομαι καθόλου να φανταστώ όμως είναι η άτακτη οπισθοχώρηση των ρατσιστών μπροστά σε εισαγγελική παρέμβαση (το είδαμε ήδη στο Ωραιόκαστρο) και μπροστά στην παγκόσμια κατακραυγή (ναι, ακόμη και στην αυτοαναφορική και μικροαστική ελληνική επαρχία θα έπαιζε αυτό κάποιο ρόλο).
Η δεύτερη περίπτωση είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Αν η απάντηση στους ντόπιους ναζί και ρατσιστές που έλεγαν “αν θέλετε τους πρόσφυγες/μετανάστες στην Ελλάδα, να τους πάρετε σπίτι σας” ήταν ότι πολλοί και πολλές τους πήραν όντως σπίτι τους, τότε η απάντηση σε όσους και όσες δεν θέλουν πρόσφυγες στα “δικά” τους σχολεία δεν μπορεί παρά να είναι ανοιχτές αίθουσες και φιλόξενο περιβάλλον σε άλλα σχολεία. Κι άσε τους άλλους να πνίγονται μέσα στην απομόνωση και το φαρμάκι τους. Μπορούμε και χωρίς αυτούς.
Εξάλλου, δεν έχει μόνο Ωραιόκαστρα και Φιλιππιάδες και Αλεξάνδρειες η χώρα. Οι υπόλοιποι -πλην Λακεδαιμονίων, κι ας μη νιώθεται καθόλου η στάση τους- έχουμε ιστορική ευθύνη, όσο βαρύγδουπο κι αν ακούγεται αυτό, να φερθούμε σε αυτά τα παιδιά και στους γονείς τους όπως δεν φέρθηκαν στους μαύρους οι αμερικανικές πολιτείες του Νότου, στους τουρκόσπορους παππούδες μας οι ντόπιοι, στους Εβραίους οι Γερμανοί και οι άλλοι Ευρωπαίοι πριν, κατά και μετά το Ολοκαύτωμα.

Ένας Προφήτης, μα τι Προφήτης, ή ο Αρκάς κι εμείς

14064233_879804745489022_2076360365699353947_n

(Πρώτη δημοσίευση 08/09/2016, στο alterthess)

Όσα λένε οι χαρακτήρες ενός δημιουργού δεν εκφράζουν υποχρεωτικά όσα πιστεύει ο ίδιος (πράγμα το οποίο ούτως ή άλλως δυσκολεύομαι να καταλάβω γιατί θα πρέπει να μας νοιάζει τόσο, πολύ περισσότερο όταν ο δημιουργός κρύβει επιμελέστατα την ταυτότητά του για δεκαετίες).

Αυτή η αυτονόητη συνθήκη ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση του Αρκά, που μας έχει συνηθίσει σε χαρακτήρες που διαρκώς αυτοσαρκάζονται και αυτοϋπονομεύονται (πχ. Ισοβίτης, Κόκορας, Σπουργίτι, Λουκρητία, η τριάδα από τη Ζωή Μετά). Φανταστείτε να παίρναμε τοις μετρητοίς όσα λέει στον πατέρα του το Σπουργίτι· ο απόλυτος οδηγός κωλοπαιδισμού! Ή να θεωρούσαμε ότι η αντίληψη της Λουκρητίας για το σεξ αποτελεί πρόταση του Αρκά για τη σεξουαλική μας ζωή.

Είναι λοιπόν συγκλονιστικά εντυπωσιακό το ότι, από όλους τους αντισυμβατικούς χαρακτήρες που έχει πλάσει ο Αρκάς, ο πρώτος του οποίου οι αφορισμοί εκλαμβάνονται τόσο κυριολεκτικά, από θαυμαστές και επικριτές αντάμα, είναι ο πρόσφατος Προφήτης. Εκεί που ο Ισοβίτης δεν ήταν ποτέ πρότυπο ισοβίτη, ο Κόκορας ποτέ δεν μας παρουσιάστηκε ως ο ιδανικός άντρας του κοτετσιού, η Λουκρητία η καταλληλότερη γάτα συντροφιάς μιας γηραιάς κυρίας, το Σπουργίτι το ιδανικό τέκνο, ο Προφήτης αίφνης αναγορεύτηκε ως ο ορισμός του τέλειου προφήτη που κάθε του λέξη είναι θέσφατο. Ξαφνικά, τόσο η αυτοσαρκαστική παράδοση του δημιουργού, όσο και όλοι οι σχετικοί δείκτες αυτοϋπονόμευσης στα συγκεκριμένα στριπάκια, παραμερίζονται ένθεν κακείθεν, προκειμένου αυτά να γίνουν αντιληπτά ως ένα είδος πολιτικής παρακαταθήκης του Αρκά προς τον ελληνικό λαό, δημιουργώντας ταυτόχρονα φανατικούς όψιμους οπαδούς, που κάποτε δεν ασχολούνταν καν μαζί του, και ορκισμένους πλέον εχθρούς, που κάποτε έπιναν νερό στο όνομά του.

Τι εννοώ όμως με τους «δείκτες αυτοϋπονόμευσης»; Στη συγκεκριμένη σειρά σκίτσων βλέπουμε έναν ηλικιωμένο Προφήτη, έναν εκπρόσωπο δηλαδή μιας θρησκείας που την έχει σατιρίσει όσο δεν παίρνει ο Αρκάς με τη «βλάσφημη» Ζωή Μετά, να μιλάει σε ένα μάλλον καημένο ποίμνιο κυριολεκτικά από καθέδρας, και να λέει, συχνά με το δάχτυλο υψωμένο, πράγματα που μοιάζουν να αναφέρονται στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, αλλά είναι ταυτόχρονα απολύτως κοινότοπα, αφού λέγονται από το «ακραίο κέντρο» (Σώτη, Θεοδωρόπουλο, Μανδραβέλη κτλ.) εδώ και έξι χρόνια –και από συντηρητικούς γέρους εδώ και 10.000 χρόνια.

Ο Προφήτης του Αρκά είναι ακριβώς αυτός ο «οργανικός» διανοούμενος που από την πρώτη σχεδόν στιγμή της κρίσης καταδέχθηκε να κατέβει από την απομόνωση του πνευματικού του ερημητηρίου για να κηρύξει στις απαίδευτες μάζες ότι φταίμε όλοι το ίδιο, ότι όλοι μαζί τα φάγαμε, ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Και όλα αυτά στο όνομα κάποιου υποτιθέμενου αντιλαϊκισμού, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μεταμφιεσμένος λαϊκισμός, αφού χαϊδεύει τα αυτιά αυτών που βολεύονται στην αδράνεια, την πολιτική απραξία, αλλά και στην αποποίηση ευθυνών -όταν φταίνε όλοι, δεν φταίει κανείς· όταν όλοι αδικούν, δεν πειράζει να αδικώ κι εγώ.

Ο τρόπος λοιπόν που θα προσλάβουμε τα σκίτσα είναι ο τρόπος που προσλαμβάνουμε αυτόν τον τύπο διανοούμενου και από το πόσο θετικά ή αρνητικά διακείμενοι είμαστε απέναντί του, αλλά και απέναντι στους δείκτες που υπάρχουν μέσα στα σκίτσα. Έτσι για μένα όσα λέει ο Προφήτης είναι οι ανόητες κοινοτοπίες μιας καρικατούρας, ενώ για έναν πχ. Ποταμίσιο ή φιλελεύθερο αποτελούν κανονικότατο πολιτικό μπούσουλα. Στην πραγματικότητα, ο Προφήτης «προφητεύει» περισσότερα για το πώς διαβάζουμε τον κόσμο εμείς οι ίδιοι, παρά για το πώς τον διαβάζει ο ίδιος ο Αρκάς.

Κι αν είμαστε σίγουροι για το πόσο δίκιο μπορεί να έχει ένας Προφήτης με άποψη επί παντός επιστητού, ας ξαναδιαβάσουμε -πιο υποψιασμένοι πια- τη γελοιογραφία που συνοδεύει το παρόν κείμενο.

Αυτό το κείμενο δεν είναι για τον ΟΑΣΘ, είναι για σένα

img_20150311_183918_0_0

(Πρώτη δημοσίευση 05/09/2016, στο alterthess)

Ναι, για σένα, που το πρώτο πράγμα που σου ήρθε να πεις ήταν “Καλά να πάθει η τζαμπατζού”, όταν είδες το βίντεο με την κοπέλα που τη στριμώχνει σε μια γωνιά του λεωφορείου ένας ελεγκτής με τα διπλά της κιλά.

Για σένα, που πιο σημαντικό θεωρείς το να πληρώσει πρόστιμο επειδή δεν έκοψε εισιτήριο, και όχι το ότι οι ελεγκτές προβαίνουν σε παράνομη κράτηση και ασκούν προφανέστατη λεκτική, ψυχολογική και σωματική βία.

Για σένα, που μπροστά σε ένα κεφαλοκλείδωμα από έναν άγνωστο σε μια κοπέλα λες “ναι, εντάξει, όχι κι έτσι, αλλά εμείς που πληρώνουμε εισιτήριο είμαστε κορόιδα;”, και για σένα, που αντί για τη βία των ελεγκτών, προτιμάς να κατακρίνεις τη “χαζομάρα” κάποιας πανικόβλητης γυναίκας που πάει να βγει από το παράθυρο του λεωφορείου.

Και βέβαια, για σένα, που ταυτίστηκες με τον άλλο ελεγκτή όταν, σαν παλιός γυμνασιάρχης, τη ρωτάει φωνάζοντας αν μιλάει έτσι στον πατέρα της, κουνώντας απειλητικά την παλάμη του.

Σου έχω νέα, μικρέ μου ανθρωποφάγε. Τα έχεις μπερδέψει λίγο. Και αυτό από μόνο του δεν θα ήταν και τόσο κακό, αν δεν μου δημιουργούσε τη φριχτή υποψία ότι θα φερθείς ανάλογα -χωρίς δηλαδή καμία αναλογικότητα ανάμεσα στη δράση του άλλου και στη δική σου αντίδραση- και ο ίδιος ή η ίδια αν, έχοντας μια οποιαδήποτε μεγάλη ή μικρή “εξουσία”, βρεθείς σε μια παρόμοια κατάσταση• με την προϋπόθεση ότι θα σε παίρνει βέβαια, αφού δεν είναι καιροί να τα βάζουμε με ανθρώπους στους οποίους το να επιβληθούμε δεν είναι εκ των προτέρων δεδομένο (σκέψου μόνο τι θα έκαναν οι αγαπημένοι σου ελεγκτές αν στη θέση της νεαρής βρισκόταν γυμνασμένος άντρας ύψους 1,90).

Επειδή ακριβώς λοιπόν το “μπέρδεμά” σου είναι κοινωνικά προβληματικό, ή μάλλον αντικοινωνικό αν θέλουμε να ακριβολογούμε, θα σου προτείνω κάτι• πάρε εκείνη την παλιά ζυγαριά την οποία είμαι σίγουρος ότι χρησιμοποιείς για να κρίνεις κάθε πράξη των άλλων (ξέρεις μωρέ ποια λέω, εκείνη που είναι σαν το σύμβολο του ζωδιακού Ζυγού και στη μια της μεριά βάζεις πάντα κάτι που μετριέται με λεφτά), και βάλε στη μια μεριά το απλήρωτο εισιτήριο του ενός ευρώ. Στην άλλη βάλε το άδειασμα του λεωφορείου από τους άλλους επιβάτες, το κλείσιμο των θυρών του λεωφορείου, την παράνομη κράτηση πολίτη, τον όγκο του ενός ελεγκτή πάνω από μια καταφανώς πιο μικρόσωμη γυναίκα, το κεφαλοκλείδωμά του, τις φωνές των ελεγκτών, την επίκληση της τυχόν συμπεριφοράς της κοπέλας προς τον πατέρα της (αλήθεια, αν η κοπέλα δεν είχε πατέρα, αν είχε πεθάνει, αν ήταν κατάκοιτος και χίλια δυο άλλα, πώς θα ένιωθε ο ελεγκτής;), το τράβηγμα των ποδιών της από τον ελεγκτή όταν εκείνη πάει να βγει από το παράθυρο, το “Ας πέσει, αν είναι τόσο χαζή” χωρίς καμία προσπάθεια να ηρεμήσει ένα άτομο που βρίσκεται σε πανικό.

Εντάξει, τα έβαλες; Τι λέει, πόσο βαραίνει εκείνο το εισιτήριο;

Πώς κλίνεται ο συντηρητισμός; (για την κατάργηση των αρχαίων στο γυμνάσιο)

Τα πράγματα έχουν ως εξής: πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε η αυτονόητη και λογικότατη πρόταση 56 πανεπιστημιακών να καταργηθεί στο γυμνάσιο η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο και ταυτόχρονα να αυξηθούν στην ίδια βαθμίδα οι ώρες διδασκαλίας της νέας ελληνικής, καθώς και της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από μετάφραση. Ουσιαστικά ζητούν επαναφορά στην κατάσταση που είχε διαμορφωθεί με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976 και ίσχυε ως το 1992. Η πρόταση υποστηρίζεται με μια σειρά από στέρεα επιχειρήματα που βασίζονται τόσο στην επιστήμη της γλωσσολογίας, όσο και σε ερευνητικά και εμπειρικά δεδομένα που προέρχονται από την εκπαιδευτική πρακτική τόσων χρόνων διδασκαλίας των αρχαίων στο γυμνάσιο (και τα οποία επιβεβαιώνονται και από τη δική μου διδακτική εμπειρία).

Το ΔΣ της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων (ΠΕΦ) όμως έχει διαφορετική γνώμη επί του θέματος· σε ανακοίνωσή του -που σημειωτέον έχει ημερομηνία πρότερη της δημοσιοποιημένης πρότασης των πανεπιστημιακών- δηλώνει την πλήρη αντίθεσή του στην πρόταση, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα το ένα πιο αστείο από το άλλο, και καλεί εμάς τους φιλολόγους να αγνοήσουμε -επιδεικτικά μάλιστα!- τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία.

Ας κάνουμε λοιπόν το χατίρι των συναδέλφων και, αντί να ασχοληθούμε με την πρόταση των πανεπιστημιακών, ας καταπιαστούμε με αυτό το μνημείο ρητορικής που έγραψαν οι ίδιοι. Και μια και είμαι φιλόλογος κι εγώ, θα κάνω και λίγη φιλολογική κριτική μεταξύ άλλων.

Ας πάρουμε την ανακοίνωση παράγραφο-παράγραφο:

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων δηλώνει την πλήρη αντίθεσή του στην πρωτοβουλία πανεπιστημιακών κύκλων για συγκέντρωση υπογραφών υπέρ της αύξησης των ωρών διδασκαλίας της Νέας Ελληνικής Γλώσσας στο Γυμνάσιο, με παράλληλη μείωση των ωρών διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας.

Συνάδελφοι, είστε σε πλήρη αντίθεση ΚΑΙ με την προτεινόμενη αύξηση των ωρών διδασκαλίας της νέας ελληνικής; Θεωρείτε δηλαδή ότι διδάσκεται επαρκείς ώρες η ομιλουμένη στο γυμνάσιο; Μιλάτε για «πρωτοφανή πρωτοβουλία» στην επόμενη παράγραφο, αλλά εδώ βλέπουμε κάτι άλλο πρωτοφανές: μια ένωση διδασκόντων της επίσημης γλώσσας της χώρας να αντιτίθεται στην αύξηση των ωρών διδασκαλίας αυτής της γλώσσας. Και μη μας πείτε ότι αυτό που θέλετε να πείτε γίνεται ξεκάθαρο στη συνέχεια, γιατί αν το έγραφε έτσι ένας μαθητής σας θα μιλάγατε για «εκφραστικό λάθος». Α, γράφετε και ένα ψεματάκι εδώ: η πρόταση δεν μιλά για «μείωση των ωρών διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας», αλλά για «κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο και την αντικατάσταση των ωρών αυτών από διδασκαλία των νέων ελληνικών, καθώς και αρχαίων ελληνικών κειμένων από μετάφραση [Αρχαία Ελληνική Γραμματεία]».

Πρόκειται για μια πρωτοφανή εξωθεσμική πρωτοβουλία, η οποία παρακάμπτει τα εκλεγμένα επιστημονικά όργανα των φιλολόγων και θέτει ένα σοβαρό εκπαιδευτικό ζήτημα στην πρόχειρη κρίση μιας συχνά τυχαίας υπογραφής .

Φυσικά, οι παρεμβάσεις (δημόσιες και μη) για την επαναφορά των αρχαίων από το 1976 ως το 1992 (στις οποίες πρωταγωνιστούσε η ΠΕΦ) ήταν πάντα θεσμικές και συνήθεις. Να θυμίσουμε βέβαια πως η ΠΕΦ δεν είναι επιστημονικό όργανο κανενός, αλλά απλώς ένωση επιστημόνων· καταλαβαίνετε τη διαφορά φαντάζομαι. Το «σοβαρό εκπαιδευτικό ζήτημα» πάντως είχε κριθεί πολύ πιο εμπεριστατωμένα το 1976, αλλά αυτό εσάς δεν σας πτόησε ποτέ -πού να σας πτοήσει τώρα η υπογραφή κάποιων πανεπιστημιακών σε ένα δημόσιο κείμενο, για την οποία μάλιστα εκφέρετε την καθόλου πρόχειρη κρίση ότι είναι συχνά τυχαία.

Λυπούμαστε διπλά που η κίνηση αυτή γίνεται σε εποχή κατά την οποία τα ανθρωπιστικά μαθήματα δέχονται ολόπλευρη επίθεση από το Υπουργείο Παιδείας (κατάργηση της διδασκαλίας του Επιταφίου στο Λύκειο, μείωση των ωρών διδασκαλίας της Λογοτεχνίας, αφαίρεση της διδασκαλίας της Τοπικής Ιστορίας από τους καθ’ ύλην αρμόδιους φιλολόγους).

Εδώ βλέπουμε μεταξύ άλλων ότι  το αίτημα για κατάργηση των αρχαίων από το γυμνάσιο και αύξηση των νέων ελληνικών συσχετίζεται με την επίθεση στα ανθρωπιστικά μαθήματα, ότι η κατάργηση της ώρας του παιδιού που λεγόταν «Επιτάφιος Γ΄ Λυκείου» συνιστά επίσης επίθεση σε αυτά, και ότι αφαιρέθηκε η διδασκαλία της Τοπικής Ιστορίας από τους φιλολόγους (το πόσο καθ’ ύλην αρμόδιοι είναι άνθρωποι που δεν έχουν επιμορφωθεί ποτέ σε ένα αντικείμενο είναι μια άλλη ιστορία). Για την (τοπική) ιστορία πάντως, φέτος δίδαξα κανονικότατα το συγκεκριμένο μάθημα.

Οι συντάκτες του κειμένου, που αιτούνται μάλιστα τις υπογραφές των φιλολόγων, αντί να εργασθούν υπέρ της αναγκαίας αύξησης της διδασκαλίας της νέας ελληνικής γλώσσας, στην πραγματικότητα συναινούν στην υποβάθμιση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, καθώς μάλιστα επιχειρούν να στηρίξουν την πρότασή τους με αντιεπιστημονικά επιχειρήματα τα οποία αρνούνται τη σημασία της ανάδειξης, κατά τη διδασκαλία, της διαχρονικής συνέχειας της ελληνικής γλώσσας ανά τους αιώνες.

Όχι, πείτε μου ειλικρινά, αν έγραφε μαθητής αυτή την παράγραφο πώς θα την χαρακτηρίζατε από πλευράς σύνταξης και επιλογής των κατάλληλων λέξεων; Τη διαβάζω τόση ώρα προσπαθώντας να βγάλω νόημα: «αντί να εργασθούν, […] στην πραγματικότητα συναινούν» (το «εργασθούν» από μόνο του φανερώνει πολλά για το ποια γλωσσική μορφή αγαπάτε πιο πολύ)· τι θέλει να πει το ερίτιμο ΔΣ; Αμ εκείνη η πρόταση που αρχίζει με το «καθώς»; Το καλύτερο όμως είναι  ο χαρακτηρισμός «αντιεπιστημονικά» για τα επιχειρήματα των πανεπιστημιακών (για τον Saussure λέει), τα οποία οι επιστήμονες που συνέταξαν την ανακοίνωση δεν κάνουν ουδεμία προσπάθεια να τα ανασκευάσουν. Εδώ μιλάμε για τη σημασία της ανάδειξης της διαχρονικής συνέχειας της ελληνικής γλώσσας ανά τους αιώνες, αντεπιχειρήματα θα γράφουμε τώρα;

Και το αριστούργημα κλείνει με την προτροπή στους φιλολόγους που αναφέραμε στην αρχή, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία «απαράδεκτη».

Συμφωνούμε απόλυτα για τον χαρακτηρισμό, μόνο που εγώ ως φιλόλογος τον επιφυλάσσω μόνο για την ανακοίνωση της ΠΕΦ, τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς την έκφραση. Λέτε τελικά οι συντάκτες της να μη διδάχτηκαν αρχαία στο γυμνάσιο;

ΥΓ. Ανάλογη, και πολύ χειρότερη από πλευράς επιχειρημάτων, ανακοίνωση έβγαλε και ο Πανελλήνιος Σύλλογος Αναπληρωτών Φιλολόγων, αλλά δεν θα μπω στον πειρασμό να ασχοληθώ με τις ανοησίες που γράφει ένα κείμενο το οποίο περιέχει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Σήμερα, στα πλαίσια της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας επιχειρείται αφελληνισμός γλωσσικός και δη σ’ ένα έθνος γλωσσικά ανάδελφο.»