Ψάχναμε τη θάλασσα

Είδα ένα όνειρο·
ήμασταν λέει -δεν ξέρω ποιοι-
σε δρόμους με πολυκατοικίες
και πιλοτές.
Ψάχναμε τη θάλασσα.
Κάποια στιγμή βρεθήκαμε
στο λιμάνι.
Ένας από μας πετούσε βότσαλα
-Σταμάτα, του είπαμε,
θα χτυπήσεις αυτούς που κολυμπάνε,
και βουτήξαμε στα γαλαζοπράσινα
βρόμικα νερά
με εκείνη τη διαρκή έννοια
που 'χουμε στον ύπνο μας
ότι κάνουμε κάτι
λάθος.
Μετά συνάντησα μια γυναίκα.
Κρατούσε τρία παιδιά
στην αγκαλιά της,
ένα βρέφος
και δύο νήπια
-δίδυμα.
Νομίζω ότι πέρασα
το μικρότερο για αγόρι 
-ή μήπως για μεγαλύτερο από τα δίδυμα;-
και καθώς κουβεντιάζαμε
είδαμε 
τα γυμνά πόδια μας
να είναι γεμάτα με πολύχρωμα
γυαλιστερά 
ορθογώνια
σκαθάρια
σαν πούλιες ή σαν παγιέτες.

Τινάζοντάς τα,
 αναληφθήκαμε.

Στη φωλιά του κούκου, Κεν Κέισι

Παραδόξως, δεν έχω δει ακόμη την ταινία (ή τουλάχιστον θυμάμαι μόνο εικόνες, ίσως από κάποια φορά που την είδαν οι γονείς μου στην τηλεόραση), αν και η μορφή του Τζακ Νίκολσον στον ρόλο αυτό είχε χαραχτεί τόσο έντονα στη μνήμη μου που δεν μπορούσα να μην την ταυτίζω με τον -τελείως ανόμοιο εμφανισιακά- χαρακτήρα του βιβλίου που υποδυόταν. Αφού το διάβασα, δεν ξέρω αν θέλω να τη δω· όχι βέβαια επειδή δεν μου άρεσε, αλλά επειδή με τάραξε πολύ.

Μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός ιθαγενούς Αμερικανού («Ινδιάνου») τρόφιμου ενός ψυχιατρείου στο Όρεγκον, λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο στην Κορέα, παρακολουθούμε τη ζωή σε μια πτέρυγά του που διαφεντεύεται με σιδηρά πυγμή από την Προϊσταμένη νοσοκόμα Ρέιτσεντ, ενώ θεραπείες ηλεκτρικού σοκ πραγματοποιούνται συχνά, όχι μόνο με θεραπευτικό χαρακτήρα, αλλά και τιμωρητικό. Εκεί φτάνει ο ΜακΜέρφι, ένας ρωμαλέος άντρας ιρλανδικής καταγωγής, ψιλοαπατεώνας, λωποδύτης και χαρτοκλέφτης, που ξέρει να χαίρεται τη μέρα (μου θύμισε κατά κάποιον τρόπο τον Ζορμπά του Καζαντζάκη) και βρέθηκε εκεί θεωρώντας προτιμότερη την παραμονή εκεί από την υποχρεωτική αγροτική εργασία της σύντομης ποινής που εξέτιε.

Ο ΜακΜέρφι αναστατώνει και τους τροφίμους, που τον ηρωοποιούν και τον λατρεύουν για αυτό που είναι, και την Προϊσταμένη, που τον αντιλαμβάνεται σαν κάποιον που αγνοεί την ίδια και την εξουσία της, σαν κάποιον που πρέπει να τον τσακίσει για να μην κλονιστεί από τον θρόνο της.

Παράλληλα με την εξωτερική πλοκή, που σε αρκετά σημεία κρατάει σε αγωνία τον αναγνώστη για αυτό που πρόκειται να επακολουθήσει, σε αυτό το πολυεπίπεδο μυθιστόρημα εκτυλίσσεται ταυτόχρονα και μέσα στο μυαλό του αφηγητή ένας προσωπικός αγώνας με τους δικούς του δαίμονες, στον οποίο καταλύτης θα είναι ο ΜακΜέρφι. Σε έναν ευτυχέστατο συνδυασμό μορφής και περιεχομένου, βλέπουμε αυτόν τον αγώνα και μέσα από το ύφος της γραφής, που στην αρχή του βιβλίου ξεκινά από την αφέλεια ενός ασταθούς ψυχικά ανθρώπου και στη συνέχεια γίνεται όλο και πιο σύνθετο και οξύ.

Προφανώς, το μυθιστόρημα αυτό θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως μια καταγγελία ενάντια στις απάνθρωπες μεθόδους που χρησιμοποιούνταν παλιότερα για την αντιμετώπιση των ψυχικά ασθενών, αλλά νομίζω ότι δεν είναι αυτό ο κεντρικός του άξονας. Στην πραγματικότητα, η θεματική που το διαπερνά είναι η μάχη ανάμεσα στη ζωή και την εξουσία, ο αγώνας δηλαδή για την ελευθερία του ανθρώπου.

Βιβλίο-σταθμός, που πραγματικά ταρακουνάει τον αναγνώστη.

ΥΓ. Αν θυμηθούμε ότι ο κούκος δεν φτιάχνει δική του φωλιά (αφήνει τα αυγά του στη φωλιά άλλων πουλιών), ο τίτλος του βιβλίου («Ένα πέταξε πάνω από τη φωλιά του κούκου» στην πλήρη μετάφρασή του από το πρωτότυπο), που προέρχεται από ένα παιδικό τραγουδάκι, αποκτά μια νέα διάσταση.

Ο βιγκανισμός ως ηθική στάση

Αυτές τις μέρες διεξάγεται (και πάλι) στον διαδικτυακό μου κύκλο μια συζήτηση γύρω από τον βιγκανισμό, με αφορμή ένα παλιότερο ποστ του Σραόσα, το οποίο λίγο αφότου το ξαναανάρτησε στο FB πριν μερικές μέρες, δέχτηκε σφοδρή -για να είμαι ευγενικός- κριτική, ενώ το FB μπλόκαρε μετά από αναφορές τον λογαριασμό του.

Επειδή έχω εμπλακεί συχνά σε παρόμοιες συζητήσεις, θα επιχειρήσω να εξηγήσω γιατί αντιτίθεμαι προσωπικά στον προβληματισμό που θέτει ο βιγκανισμός (χωρίς να αντιτίθεμαι καθόλου στο να ακολουθεί κάποιος ατομικά τη φιλοσοφία που υπαγορεύει -παρότι μπορώ να αποδείξω ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί απόλυτα στο πλαίσιο του ανθρώπινου πολιτισμού), αφού πρώτα πω τι θεωρώ ως τον βασικό του προβληματισμό.

Ο βιγκανισμός λοιπόν έχει στον πυρήνα του την κάθετη εναντίωση σε αυτό που ονομάζει «εκμετάλλευση των ζώων από τον άνθρωπο» (και όχι μόνο τη βιομηχανική σφαγή τους) θέτοντας τον προβληματισμό ότι οποιαδήποτε (οποιαδήποτε όμως) μορφή της είναι ανήθικη, είναι καταπιεστική, είναι δολοφονική κοκ. Προφανώς, αν διαφωνούμε ότι είναι έτσι και λέμε ότι ο βιγκανισμός ασχολείται απλώς πχ. με τη βιομηχανοποιημένη κτηνοτροφία ή με τις συνθήκες ζωής σε αυτή ή με τις οικολογικές της συνέπειες (όλα ζητήματα με τα οποία έχει ασχοληθεί όλο το φάσμα της οικολογίας), δεν είναι εύκολο να συζητήσουμε πάνω σε μια κοινή βάση (να μας πουν όμως τι ισχύει όντως για να ξέρουμε κι εμείς).

Αν πάλι συμφωνούμε, τότε το πρόβλημά μου με τον βιγκανισμό είναι ακριβώς η ηθική (για να μην πω ηθικολογική) του διάσταση (πας μη βίγκαν, δολοφόνος/εκμεταλλευτής/δυνάστης), η οποία βέβαια είναι ταυτόχρονα και βαθιά υποκριτική γιατί αν οι μη βίγκαν είμαστε περίπου τέρατα που δεν έχουμε δει το φως το αληθινό και συμμετέχουμε σε μια παγκόσμια γενοκτονία, τότε οι ίδιοι οι βίγκαν θα έπρεπε να κάνουν κάτι λίιιιγο παραπάνω από ακτιβισμούς, meme, στόλισμά μας με χαρακτηρισμούς και αλλαγή των προσωπικών τους συνηθειών.

Επιπλέον, αυτό που εμφανίζει ως αντικειμενική αγάπη για τα ζώα και τη φύση δεν είναι τίποτα άλλο από χυδαίος (όσο και κρυφός) ανθρωποκεντρισμός, αφού ερμηνεύει τον κόσμο με καθαρά ανθρώπινα μέτρα και κόβει και ράβει τα πάντα στη φύση χρησιμοποιώντας πολιτικούς όρους που φτιάχτηκαν από τον άνθρωπο και αφορούν τον άνθρωπο.

Τέλος, όπως υπαινίχθηκα και στην αρχή, ο βιγκανισμός είναι βαθιά υποκριτικός γιατί η ίδια μας ύπαρξη -και πολύ περισσότερο ο πολιτισμός σε οποιαδήποτε μορφή του- κάνει «κακό» σε άλλες μορφές ζωής στον πλανήτη: ακόμη κι αν δεν καταναλώνουμε κανένα ζωικό προϊόν, οι ίδιοι καταλαμβάνουμε χώρο, βιοτόπους, χρησιμοποιούμε ορυκτά καύσιμα, σπάνιες γαίες, χημικά, φυσικούς πόρους. Αν ένας/μία βίγκαν ήθελε να είναι συνεπής σε όσα πρεσβεύει θα έπρεπε να ζει περίπου όπως εκείνοι οι περιπλανώμενοι βουδιστές καλόγεροι που είχαν μπροστά ένα παιδί με μια σκούπα για να διώχνουν τα έντομα στο δρόμο τους και να μην τα πατάνε.

Στην πραγματικότητα, ο βιγκανισμός, στον βαθμό που έχει στον πυρήνα του μια απόλυτη ηθική η οποία πηγάζει από μια μεταφυσική -σχεδόν ή και τελείως- αντίληψη ότι «όλα έχουν ψυχή και πονάνε, άρα δεν τα ακουμπάμε», έχει περισσότερα στοιχεία θρησκείας παρά πολιτικού κινήματος. Φυσικά, όλα τα επιστημονικά επιχειρήματα που έχει «δανειστεί» από την οικολογία για να νομιμοποιήσει αυτόν τον πυρήνα είναι απολύτως νόμιμα και σημαντικά, δεν χρειάζεται όμως να προσχωρήσει κανείς σ’ αυτόν για να τα συζητήσει και να προβληματιστεί.

Το Μαβί

Όταν ξεκίνησα το The Color Purple της Alice Walker (1982, ελλ. μτφρ. Το Πορφυρό Χρώμα· μάλλον ατυχές να αλλάζει ολόκληρο χρώμα στην ελληνική μετάφραση του τίτλου για να επιτευχθεί μια πιο εντυπωσιακή φράση), δεν ήξερα τίποτα για το βιβλίο και για τη συγγραφέα πέρα από το ότι βραβεύτηκε με Πούλιτζερ. Δεν είχα καν ιδέα ότι ο Σπίλμπεργκ το γύρισε ταινία που ήταν μάλιστα υποψήφια για 11 Όσκαρ (το έμαθα συζητώντας με έναν γνωστό μου για το βιβλίο). Καλύτερα· προτιμώ -όσο γίνεται- να διαβάζω ένα βιβλίο κυρίως για αυτό που λέει σε μένα και όχι για αυτό που έγινε αφότου εκδόθηκε.

Τι είπε σε μένα λοιπόν; Πρώτα-πρώτα, επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά ότι υψηλή λογοτεχνία μπορεί να γίνει με τα πιο απλά, τα πιο ταπεινά ή υποτιμημένα υλικά· εδώ η Σέλι (Celie), μια κακοποιημένη, σωματικά, σεξουαλικά και ψυχικά, αφροαμερικανή του μεσοπολέμου αφηγείται τη ζωή της, με έναν κυνικά ευθύ και αφοπλιστικά ειλικρινή τρόπο, μέσα από γράμματα που στέλνει αρχικά στον Θεό και έπειτα και στην αδερφή της. Και μόνο η δεξιοτεχνία στο πλάσιμο αυτής της αφηγηματικής φωνής θα αρκούσε για να μιλάμε για ένα σπουδαίο έργο. Η συγγραφέας «υποδύεται» τόσο πειστικά τη Σέλι που καθώς διάβαζα το πρωτότυπο δεν ήμουν σίγουρος σε κάποια σημεία αν είχα μπροστά μου τα λάθη μιας σχεδόν αγράμματης γυναίκας ή απλώς τυπογραφικές αβλεψίες της έκδοσης. Δεν μένει όμως σε αυτό το εύρημα, που στο κάτω-κάτω το έχουμε ξανασυναντήσει σε αρκετά βιβλία, αλλά κατορθώνει επιπλέον να εγκιβωτίσει πειστικά και άλλες αφηγηματικές φωνές που φωτίζουν από διαφορετικές οπτικές γωνίες το μυθιστορηματικό της σύμπαν.

Έπειτα είναι η ίδια η ιστορία· ξεκινά από μια κατάσταση απόγνωσης, ένα τέλμα όπου σανίδα σωτηρίας δεν φαίνεται να υπάρχει, και σταδιακά απλώνεται σε δρόμους που αρχικά ούτε να τους φανταστεί μπορούσε ο αναγνώστης. Καταλύτης σε αυτή τη σταδιακή αλλαγή η εμφάνιση στο προσκήνιο γυναικών που τολμούν να κάνουν τα πράγματα αλλιώς και να διεκδικήσουν, η καθεμιά με τον τρόπο τους, την ανεξαρτησία τους.

Γράφω «γυναικών» γιατί φυσικά μιλάμε για ένα μυθιστόρημα όπου πρωταγωνιστούν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, οι γυναίκες, με έναν πολύ ουσιαστικά φεμινιστικό τρόπο, χωρίς όμως, και αυτό είναι πολύ σημαντικό επειδή μιλάμε για λογοτεχνία, να μετατρέπεται το βιβλίο σε φεμινιστική μπροσούρα. Οι ηρωίδες, άλλη λιγότερο και άλλη περισσότερο, δεν φτάνουν μόνο μέχρι τη συνειδητοποίηση της θέσης τους στην κοινωνία ως γυναίκες, ούτε ξοδεύονται σε ένα αδιέξοδο μίσος εναντίον των αντρών, αλλά αλλάζουν, τόσο τη θέση τους, όσο και οι ίδιες -και κάποιες στιγμές μένουν έκπληκτες όταν διαπιστώνουν ότι συμβαίνει το ίδιο και με κάποιους άντρες γύρω τους.

Παράλληλα, θίγονται, χωρίς καμία διάθεση διδακτισμού -με μία εξαίρεση ίσως μόνο όταν γίνεται μια σπινοζικής αντίληψης συζήτηση περί Θεού- και πλήθος άλλων θεμάτων, πέρα από την πατριαρχία και τον ρατσισμό: η θρησκεία, η σχέση των πολιτισμών (ανώτεροι-κατώτεροι), η σχέση Αφρικανών και Αφροαμερικανών, η εκμετάλλευση της Αφρικής, η μουσική, η δημιουργικότητα, και, φυσικά, το μόνιμο ερώτημα: ποιος/α είμαι και ποιο το νόημα όλων των πραγμάτων. Η έμφαση πάντως πρέπει να δοθεί στο «θίγονται» γιατί αυτό ακριβώς συμβαίνει, χάρη στην ελλειπτική γραφή και την ελάχιστη μόρφωση της αφηγήτριας.

Πολύ δυνατό βιβλίο.

Μια σούπα ο κόσμος και ο νους τρύπιο κουτάλι… (για τον Θάνο Μικρούτσικο)

Σάββατο απόγευμα και το timeline στο Facebook γεμίζει πρώτα από την είδηση του θανάτου του και έπειτα από τα τραγούδια του. Όσο για τα μάτια μας, αυτά γεμίζουν δάκρυα. Ο Old Boy έγραψε: «είναι ίσως και λάθος και γελοίο κάθε φορά που πεθαίνει κάποιος να το συνδέουμε με προσωπικά μας βιώματα και να καταλήγουμε να μιλάμε ακόμη και τότε για τον εαυτό μας», αλλά νομίζω ότι είναι ο μοναδικός τρόπος να μιλήσουμε για κάποιον που έκανε αυτό που κάνουν οι πραγματικά μεγάλοι καλλιτέχνες: να μιλήσει εκ μέρους μας. Οπότε, για τον Θάνο:

Καθώς προερχόμουν από μια οικογένεια που δεν είχε και μεγάλη σχέση με την «μουσική» αριστερά, πέρα από τον Μάνο Λοΐζο και τον Θεοδωράκη, η πρώτη μου συνειδητή επαφή με τον Θάνο Μικρούτσικο έγινε κάπως ανάποδα, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90, με έναν δίσκο που ξένισε αρκετούς, αλλά έμελλε να μας αφήσει και την πιο εμβληματική μάλλον ερμηνεία του. Όχι ότι δεν είχα ξανακούσει τραγούδια του, εξάλλου οι δίσκοι του με την Αλεξίου, αλλά και η Πιρόγα (δηλαδή το Ερωτικό) με τον Μητσιά, όπως και ο δίσκος με τον Διονύση Θεοδόση, ακούγονταν παντού· έφηβος όντας όμως δεν έδινα και πολλή σημασία στους συνθέτες εκείνη τη δεκαετία της κυριαρχίας των τραγουδιστών.

Τα Χριστούγεννα του ’91 λοιπόν, μετά από προτροπή του πατέρα μου, απέκτησα τις Γραμμές των Οριζόντων, τη δεύτερη δηλαδή δισκογραφική ενασχόληση του Μικρούτσικου με τον Καββαδία (για την πρώτη, τον Σταυρό του Νότου, δεν είχα ιδέα, και θα άκουγα για πρώτη φορά εκείνον τον δίσκο μόλις πέντε χρόνια μετά, ως φοιτητής), όπου τραγουδούσαν οι αγαπημένοι μου τότε Νταλάρας και Β. Παπακωνσταντίνου, οι Κατσιμιχαίοι και ο ίδιος ο συνθέτης, του οποίου τη φωνή δεν είχα ξανακούσει.

Ακόμη θυμάμαι την πρώτη φορά που άκουσα τους Εφτά Νάνους· ένα πρωινό των χριστουγεννιάτικων διακοπών που δεν είχα σηκωθεί από το κρεβάτι, ξύπνησα από την τόσο χαρακτηριστική ερμηνεία του τραγουδιού (πρώτη πλευρά του πρώτου δίσκου, πέμπτο κομμάτι) που έπαιζε στο πικάπ. Από εκείνη την ημέρα, και για τους επόμενους μήνες, δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές έπαιξα με τ’ αδέρφια μου εκείνα τα δύο βινύλια του διπλού δίσκου, τραγουδώντας από ένα σημείο και μετά κάθε τους στίχο, με τους Εφτά Νάνους να έχουν γίνει το πιο αγαπημένο μου κομμάτι.

Μελοποίηση ποιημάτων με συχνά κρυπτικούς στίχους, ενορχηστρώσεις που μπλέκαν τη τζαζ με το ροκ και το λαϊκό, ευφάνταστες μελωδίες, εμφανής διδασκαλία των τραγουδιστών που δεν τους είχα ξανακούσει να δίνουν τέτοιες ερμηνείες και, φυσικά, η δική του φωνή με την ιδιότυπη βιβλικότητά της· συνειδητοποιώ εκ των υστέρων ότι εκείνο το έργο συμπυκνώνει τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά αυτής της τόσο δημιουργικής πορείας. Πιο πολύ όμως αναγνωρίζω ότι αυτός είναι ο δίσκος που σημάδεψε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, όχι μόνο την εφηβεία μου, αλλά και ολόκληρη τη ζωή μου· λέμε πιο συχνά από ό,τι το νιώθουμε ότι η μουσική, και η τέχνη γενικότερα, μας ταξιδεύει -οι Γραμμές των Οριζόντων για μένα δεν ήταν απλά ένα καράβι, αλλά ολόκληρη Κιβωτός, και θα αρκούσαν μόνο αυτές για να ξεκινήσω αυτό το κείμενο σχεδόν αμέσως αφότου έμαθα ότι ο Θάνος Μικρούτσικος πέθανε.

Την επόμενη χρονιά κοντά σε αυτά τα χαρακτηριστικά γνώρισα επιτέλους και τον «πολιτικό» Μικρούτσικο, στη δεύτερη συνεργασία του με τον Κώστα Τριπολίτη (και τον Γιώργο Νταλάρα), το Συγγνώμη για την Άμυνα. Τεράστιος δίσκος επίσης, χωρίς ούτε ένα αδιάφορο τραγούδι: Ανεμολόγιο (Έβγαλε βρόμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε…), Η Μοναξιά… Χιλιάδες Φύλλα, Χαίρε Φτώχεια, Βεελζεβούλ, το ομώνυμο κοκ., με τον συνθέτη να κρατάει γι’ αυτόν το ιδιότυπο Προσπέκτους (Χριστό δεν καταλάβαινα στα 15 μου), δίνοντας μια ερμηνεία πραγματικά συνταρακτική.

Ακολούθησε η υπουργοποίηση, ο δίσκος με τη Μίλβα (Θάλασσα, μάνα, αρμύρα μου εσύ κτλ.), μάλλον αδιάφορος για μένα τότε, τα πρώτα cd του ΜΕΤΡΟ, όπου ανακάλυψα το Άρλεκιν, εκτελέσεις των τραγουδιών του σε φοιτητικά λαϊβάδικα στα Γιάννενα, ανακάλυψη παλιότερων διάσπαρτων τραγουδιών του. Ώσπου, το 1996, ήρθε του Αιώνα η Παράγκα με τον Μητροπάνο και χαζέψαμε. Ένας φίλος που ακόμη επέμενε στο βινύλιο, είχε αγοράσει τον δίσκο σχεδόν μόλις είχε κυκλοφορήσει (ή τουλάχιστον πριν αρχίσει να παίζεται παντού) και με είχε καλέσει σπίτι του να τον ακούσουμε· νομίζω ότι το πρώτο άκουσμα της Ρόζας είναι η φορά που έχω νιώσει πιο έντονα στη ζωή μου το συναίσθημα του instant classic με ένα καινούριο τραγούδι. Ούτε κι εγώ θυμάμαι πόσες φορές τον έχω ακούσει ολόκληρο.

Μάλλον ο πιο ώριμος δίσκος του, η κορυφή στην οποία έφτασε -και μάλλον δεν ξεπέρασε ποτέ ξανά- μπαίνοντας στην τρίτη δεκαετία της καριέρας του. Για μένα, ο δίσκος που ενεργοποιεί περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο δίσκο του το θυμικό μου: Λούνα Παρκ για τα μάτια που έκλεισαν και μ’ άφησαν απ’ έξω, Ατάκες για πρόσωπα που αγάπησα, Τυμβωρύχος για τα περάσματα που όλο και στενεύουν, Πάντα Γελαστοί -και γελασμένοι. Και φυσικά, κι εδώ ο Μικρούτσικος κάνει, όπως εύστοχα γράφει ο Γιάννης Ανδρουλιδάκης, τα τραγούδια δικά του «χωρίς να τα οικειοποιείται: άνηκαν ταυτόχρονα πάντα πάρα πολύ σε αυτόν, πάρα πολύ στον στιχουργό τους, πάρα πολύ στον ερμηνευτή τους».

Μετά τον έχασα για λίγο καιρό -ή μάλλον δεν τον παρακολούθησα ιδιαίτερα- παρά τους δύο-τρεις πολύ επιτυχημένους δίσκους που έκανε: Ψάξε στ’ Όνειρό μας (σε στίχους Λάκη Λαζόπουλου), Θάλασσα στη Σκάλα (με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου σε ροκ κομμάτια όπως Μικρές Νοθείες και Έφηβα Γεράκια), Ο Άμλετ της Σελήνης (με τον Χρήστο Θηβαίο να ερμηνεύει τραγούδια του σε στίχους σπουδαίων στιχουργών)· είχα γνωρίσει τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και ταξίδευα για καιρό μόνο στον δικό του γαλαξία…

Μέχρι που έπεσε στα χέρια μου το Υπέροχα Μονάχοι, κι εκεί, ίσως λόγω Άλκη Αλκαίου που υπέγραφε τους στίχους, ξαναβρήκα τον Μικρούτσικο που ήξερα, και που θα (ξανα-)γνώριζα ακούγοντας τα επόμενα χρόνια την πρώτη περίοδο της δισκογραφίας του. Μόνο που εδώ, ο Μικρούτσικος, μαζί με τον φίλο του τον Άλκη, το έχει φιλοσοφήσει (εμείς ακόμη προσπαθούμε):

Μην πεις ποτέ πως όλα ήτανε μια πλάνη
Περιπλανήθηκα μαζί σου και μου φτάνει

Δεν είν’ ο χρόνος με το μέρος κανενός
Τις συμπληγάδες του περνά καθένας μόνος

Όπως έγραψα πιο πάνω, τον Μικρούτσικο της μεταπολιτευτικής αριστεράς, των Πολιτικών Τραγουδιών, της Φουέντε Οβεχούνα, της Καντάτας για τη Μακρόνησο, του Μπρεχτ, και πάνω απ’ όλα της κορωνίδας εκείνης της περιόδου, το Εμπάργκο, τον έμαθα τελευταίο, εκ των υστέρων, οπότε και ανακάλυψα μια αρκετά διαφορετική, αλλά εξίσου σπουδαία πλευρά του, ακόμη και στα πιο «ξύλινα» και επικά από αυτά. Την αγάπησα όμως πολύ κι αυτή την όψη του που ξεκινά με το Έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη, και τον άνθρωπο που τον μποδίζουν να βαδίζει, παρηγορεί έπειτα κάποια Άννα, μας θυμίζει τι είναι ο φασισμός (σε ένα τραγούδι που έγινε δυστυχώς ξανά επίκαιρο στα χρόνια μας), για να κλείσει τρόπον τινά με ένα Τώρα ανακάλυψες με μιας, σαράντα αιώνες μοναξιάς, παραμυθάκι μου ακριβό, βαλκανικά σε χαιρετώ.

Ο Θάνος Μικρούτσικος μας έμαθε πως μάταιο ταξίδι δεν υπάρχει.

Τα βάθη στο φως

Βρίσκεις το βιβλίο της σε μια από τις όλο και πιο σπάνιες πια επισκέψεις σου στα αγαπημένα σου παλαιοβιβλιοπωλεία· σπάνιες, γιατί τα αδιάβαστα στα ράφια σου πληθαίνουν σαν τις άσπρες τρίχες στα μαλλιά σου. Αργά αλλά σταθερά.

Με δυο-τρεις τύψεις που άργησες πολύ, που αθέτησες για καιρό ασυγχώρητο μια ρητή και άρρητη υπόσχεση, το παίρνεις στα χέρια σου και βλέπεις ξανά το άλλο όνομά της, αυτό με το οποίο την έμαθες όταν ερωτεύτηκες τη γραφή της. Ένα τριαντάφυλλο στα χέρια του Κανένα, του ομηρικού θεομπαίχτη, με όλο το άρωμα και τα αγκάθια του άθικτα.

Στο αυτί του βιβλίου η φωτογραφία της -ελαφρώς φλου και σέπια, μα κι εδώ συγκλονιστικά όμορφη- κι ένα μικρό, ημιτελές όπως όλα, βιογραφικό -α, και μερικές βιβλιοκριτικές, που τις αφήνεις για μετά, όπως πάντα. Ξανακοιτάς τη φωτογραφία της και σου έρχεται ένα στίχος του Καββαδία από το ποίημα για εκείνη που κοιτάζοντας τα μάκρη αδιαφορούσε. Σύμπτωση: σε μια από τις αφηγήσεις του βιβλίου ανακαλύπτεις τη σχέση της με τον Καββαδία. Σύμπτωση;

Ξεκινάς να το διαβάζεις λίγο-λίγο, δύο-τρία κείμενα τη φορά, με αυτόν τον φόβο που έχεις πάντα όταν διαβάζεις κάτι από δικό σου άνθρωπο, με τον φόβο μήπως δεν σου αρέσει αρκετά, με τον φόβο μήπως ξεπέρασες τη γραφή της ή μήπως η γραφή της σε ξεπερνάει πια. Μάταιοι φόβοι· την βρίσκεις πάλι όλη εδώ, σελίδα-σελίδα, λέξη-λέξη, σαν κυριακάτικο απόγευμα του ’80, σαν ανάμνηση από στιγμές στο εξωτερικό, σαν γυναίκα, μητέρα, εγώ.

Βουτάς σε κάθε παράγραφο και όταν αναδύεσαι σκέφτεσαι: «Εδώ είμαστε» και ταυτόχρονα: «Πώς βρέθηκα εδώ;». Γελάς, χαμογελάς, θυμώνεις, βουρκώνεις, κουνάς το κεφάλι πάνω-κάτω μπροστά στην απρόσμενη οικειότητα -μα πώς γίνεται να έχουμε τόσο κοινές εμπειρίες κι αναμνήσεις;- και έπειτα το κουνάς δεξιά-αριστερά γιατί είναι φορές που δεν θες να πιστέψεις πως όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν.

Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης -ή μπλόγκερ ή αναγνώστης- σκέφτεσαι· το ριζικό σου, ενός ανθρώπου που ξανοίχτηκε στις θάλασσες των λέξεων με μόνη πυξίδα κι οδηγό κείμενα και βιβλία. Πάντα σ’ αυτά ήθελες να φτάσεις, πάντα ήθελες να γράψεις σαν κι αυτά. Σαν κι αυτό.