Κάτι θα γίνει, θα δεις, Χρήστος Οικονόμου

14005645.jpg

 

Αυτή η βραβευμένη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου δύσκολα διαβάζεται μονορούφι· στο τέλος κάθε διηγήματος νιώθεις ότι πρέπει να σταματήσεις, να διαβάσεις κάτι άλλο, να κοιτάξεις από το παράθυρο για λίγο για να βγεις από τον πνιγηρό, γεμάτο απόγνωση, κόσμο τους. Γραμμένα λίγο πριν η ελληνική κοινωνία βρεθεί μέχρι το λαιμό μέσα σε αυτό το παρατεταμένο διάστημα «κρίσης» που κοντεύει πια μια δεκαετία, με ήρωες και ηρωίδες που (ψευτο)ζουν σε φτωχογειτονιές του Πειραιά, στα όρια της τρέλας ή και πέρα από αυτά, θυμίζουν ότι ούτε «όλοι μαζί τα φάγαμε» ούτε όλη η χώρα ζούσε «πάνω από τις δυνατότητές της».

Ο ρεαλισμός των διηγημάτων -ιστορίες της διπλανής πόρτας σαν κι αυτές που όλοι έχουμε ακούσει- είναι πραγματικά γροθιά στο στομάχι. Ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την ικανότητα του συγγραφέα να δίνει μια απόλυτα πιστευτή φωνή σε ανθρώπους που σπάνια έχουν αυτή την ευκαιρία, ανθρώπους που δεν τους συμβαίνει κάτι το εξαιρετικό, κάτι το αξιοσημείωτο, κάτι το συνταρακτικό, πέρα από τη ζωή, τη φτώχεια και τη μοναξιά.

Ταυτόχρονα, την γραφή του Οικονόμου μόνο γυμνή δεν μπορείς να την πεις· ακόμη και στα πιο πεζά θέματα, ακόμη και στις πιο κυνικές στιγμές των ιστοριών του, ένας απρόσμενος, αλλά καθόλου άστοχος, λυρισμός κάνει την εμφάνισή του, κι έτσι οι περιπτώσεις των ανθρώπινων ναυαγίων που γεμίζουν τις σελίδες τους παύουν να είναι πια μόνο αυτό, δηλαδή περιπτώσεις, αριθμοί, στατιστικές, και γίνονται άνθρωποι, με τον δικό τους εσωτερικό κόσμο, τις ευαισθησίες και τα όνειρά τους.

Αν υπάρχει κάτι που ίσως με ξένισε σε αυτή τη σπουδαία δουλειά είναι ότι τα περισσότερα διηγήματα της συλλογής διαψεύδουν πανηγυρικά τον τίτλο της· τελικά τίποτα δεν γίνεται ή τουλάχιστον τίποτα που να επαληθεύει τη φαινομενική αισιοδοξία της φράσης του τίτλου. Κανονικά, αυτό θα με ενοχλούσε πολύ περισσότερο, εδώ όμως αυτό το βάλτωμα, αυτή η ακινησία, είναι ουσιαστικό στοιχείο του κλίματος όλων των διηγημάτων, και ο Οικονόμου πετυχαίνει να το αποδώσει σε κάθε επίπεδο.

Advertisements

Γκιακ, Δημοσθένης Παπαμάρκος

23865030.jpg

 

Το Γκιακ είναι ένα σπουδαίο βιβλίο ή έστω ένα βιβλίο που αξίζει πραγματικά να διαβαστεί. Σίγουρα πάντως πρόκειται για ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ.

Όχι όμως λόγω της γλώσσας του· η παράδοση της φωνογραφικής καταγραφής ενός ιδιώματος έχει πάνω από έναν αιώνα ζωής στα ελληνικά γράμματα -εξάλλου εδώ η χρήση μιας ντοπιολαλιάς υπαγορεύεται από το γεγονός ότι επιλέγεται ένας λαϊκός αφηγητής σε κάθε διήγημα της συλλογής ο οποίος υποτίθεται ότι αφηγείται προφορικά σε κάποιο άλλο πρόσωπο μια ιστορία, είτε με τον ίδιο ως πρωταγωνιστή είτε όχι.

Ούτε λόγω του ιστορικού του πλαισίου· είναι τραγικό να εκθειάζουμε σήμερα ένα βιβλίο επειδή τάχα αποκαλύπτει τις γνωστές από πολύ νωρίς θηριωδίες του ελληνικού στρατού στον μικρασιατικό πόλεμο (ο Καραγάτσης νομίζω έχει γράψει ένα σχετικό -και πολύ ωμό- διήγημα). Ακόμη πιο τραγικό βέβαια είναι να τις ανακαλύπτουμε χάρη σε αυτό το βιβλίο.

Ούτε καν επειδή αποτελεί κάποιου είδους αντιπολεμική κραυγή που «δείχνει» (τι φριχτή έκφραση για ένα έργο τέχνης) πόσο καταστρέφει ο πόλεμος τους ανθρώπους και την ψυχή τους· οι ίδιοι οι ήρωες των διηγημάτων που έχουν διαπράξει εγκλήματα στη Μικρασία δεν τα αντιλαμβάνονται ως τέτοια, αλλά ως μια αναγκαιότητα του πολέμου.

Ούτε πάλι επειδή πιάνει τον σφυγμό της ιδιοσυγκρασίας και της κουλτούρας των παλιότερων Αρβανιτών της ρουμελιώτικης υπαίθρου· τα διηγήματα της συλλογής δεν είναι κάποιου είδους όψιμη αναβίωση της νεοελληνικής ηθογραφίας.

Το γεγονός ότι προτάσσονται όλα ή έστω κάποια από τα παραπάνω ως οι κύριοι λόγοι που εξηγούν την επιτυχία του Γκιάκ αφορά περισσότερο την ανυδρία του σύγχρονου λογοτεχνικού τοπίου στην Ελλάδα, καθώς και μια στρεβλή αντίληψη για το τι είναι η λογοτεχνικότητα, και λιγότερο το ίδιο το βιβλίο. Στην πραγματικότητα, όλα τα παραπάνω υπηρετούν απλώς -όσο «απλό» κι αν είναι από μόνο του αυτό- την ουσία των αφηγήσεων που συναντάμε στα διηγήματά του.

Διότι αυτό που διαθέτει το Γκιάκ είναι κυρίως οι ιστορίες του.
Ιστορίες αιματηρές: ένας άντρας που εκδικείται τον βιαστή και φονιά της αγαπημένης του αδερφής, ένας άλλος που εκδικείται τον χαμό του βλάμη του, ένας τρίτος που έφυγε μετανάστης στην Αμερική και έγινε υπάλληλος σε σφαγείο γιατί το μόνο που ήξερε πια ήταν να σκοτώνει.
Ιστορίες κωμικοτραγικές και μακάβριες: για σύκα και παγανιστές, για βρυκόλακες και αποκοτιές.
Ιστορίες ερωτικές και τραγικές: κάποιος που ανακαλύπτει κάπως αργά ότι η αγαπημένη του σώθηκε από τη μικρασιατική καταστροφή, ένα ομοφυλοφιλικό ζευγάρι που γεννιέται στο μικρασιατικό μέτωπο και στην Παραλογή, που είναι γραμμένη σε δεκαπεντασύλλαβους σαν τα ομώνυμα δημοτικά τραγούδια, μια χήρα που ζητά από τον Χάρο να της φέρει πίσω τον άντρα της.

Και φυσικά όλα αυτά δίνονται με μεγάλη δεξιοτεχνία, μέσα από πλήθος αφηγηματικών τεχνασμάτων (αποκρύψεις, επιβραδύνσεις, αποκαλύψεις, επιταχύνσεις κοκ.) που φανερώνουν, μαζί με το καλά μελετημένο μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια ωμό και ανεπεξέργαστο ύφος (το οποίο δεν προλαβαίνει να γίνει μανιέρα και λόγω του μικρού μεγέθους του βιβλίου), μεγάλη λογοτεχνική δεξιοτεχνία και φροντίδα.

Οι οχτώ ιστορίες του Γκιακ μετουσιώνουν με τον καλύτερο τρόπο αυτό που πράγματι λείπει σε μεγάλο βαθμό από το ελληνικό διήγημα: «Πες μια καλή ιστορία και πες την καλά». Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι καθώς τις διάβαζα μου έρχονταν διαρκώς στο νου μερικά από τα καλύτερα διηγήματα ενός μεγάλου μαέστρου του είδους, του Στίβεν Κινγκ.

ΥΓ. Ο Βαγγέλης Μπιτσώρης έχει γράψει μια ιδιοφυή φιλολογική κριτική για το Γκιάκ, στην οποία οφείλω πολλά από όσα έγραψα εδώ.

Small Great Things, Jodi Picoult

28587957.jpg

 

Τι θα γινόταν σήμερα αν ένα ζευγάρι Αμερικανών «χρυσαυγιτών» έβλεπε μια Αφροαμερικανή μαία (η οποία πιστεύει στις ίσες ευκαιρίες και κρατά αποστάσεις από την κοινότητά της) να φροντίζει στο μαιευτήριο το νεογέννητό τους; Μα φυσικά θα ζητούσαν την αντικατάστασή της. Και αν το νεογέννητό τους πέθαινε την επόμενη μέρα από ανακοπή καρδιάς στα χέρια σχεδόν αυτής της μαίας;
Από αυτό το μαγικό «αν» ξεκινάει ουσιαστικά το βιβλίο «Small Great Things» («Μικρά, σημαντικά πράγματα» στην ελληνική έκδοση του Ψυχογιού), του οποίου η πρωτότυπη έκδοση έπεσε στα χέρια μου σχεδόν συμπτωματικά και χωρίς να ξέρω τίποτα για τη συγγραφέα του (λευκή και πολύ διάσημη εντέλει) ή για το ίδιο, πέρα από τη σύντομη περιγραφή του στο Goodreads και το γεγονός ότι ήταν πέρσι μεγάλη εκδοτική επιτυχία στις ΗΠΑ.
Προφανώς είναι ένα μυθιστόρημα για τις φυλετικές διακρίσεις, είναι όμως εξαιρετικά καλογραμμένο (διαβάζεται άνετα σαν δικαστικό θρίλερ), αποφεύγει τις εύκολες λύσεις (με εξαίρεση κάνα δυο σημεία στο τέλος, παρότι κι αυτά δεν είναι εξωπραγματικά) και δεν διαπνέεται, όπως θα ήταν αναμενόμενο, από ιδιαίτερο διδακτισμό, αντίθετα αφήνει τα γεγονότα -και τους ήρωες- να μιλήσουν.
Αυτό το τελευταίο μάλιστα είναι και μια από τις μεγαλύτερες αρετές του βιβλίου· η συγγραφέας έχει επιλέξει να μοιράσει την αφήγηση σε τρεις εναλλασσόμενους πρωτοπρόσωπους αφηγητές, τη μαία, τον πατέρα του νεογέννητου και τη λευκή δικηγόρο της νομικής βοήθειας που αναλαμβάνει την υπεράσπιση της μαίας. Μέσα από τα μάτια τους λοιπόν παρακολουθούμε τα γεγονότα της υπόθεσης -συχνά μάλιστα δίνεται το ίδιο γεγονός από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες- αλλά και σκηνές από το παρελθόν τους που συνδέονται με τα τεκταινόμενα.
Σε μια τέτοια ιστορία υπάρχει πάντα ο κίνδυνος οι χαρακτήρες να καταντήσουν απλώς στερεότυπα: ο πωρωμένος νεοναζί, η κατατρεγμένη μαύρη, η δικαιωματική δικηγόρος. Ευτυχώς εδώ, με τη βοήθεια των διαφορετικών πρωτοπρόσωπων οπτικών, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Όχι ότι το βιβλίο δεν παίρνει θέση για το πού βρίσκεται το δίκιο, αλλά ψάχνει να βρει αίτια για το πώς καταντάει κάποιος φασίστας, για το πώς άνθρωποι από καταπιεσμένες κοινότητες ψάχνουν απεγνωσμένα -και μάταια- να ενσωματωθούν στην κυρίαρχη, για το ποια είναι τα κίνητρα όσων στηρίζουν και βοηθούν αυτούς τους ανθρώπους.
Υπάρχουν πολλά σημεία στο βιβλίο που είναι συγκλονιστικά, όπως για παράδειγμα η μύηση του πατέρα στον κόσμο των Αμερικανών φασιστών και η περιγραφή του τρόπου ζωής και σκέψης τους, που θυμίζουν σε βαθμό ταύτισης όσα ξέρουμε για τους χρυσαυγίτες, ή η αντιμετώπιση των Αφροαμερικανών από το σύστημα ή οι δεσμοί εντός της αφροαμερικανικής κοινότητας.
Χωρίς να έχω κάποια γνώση της αμερικανικής κοινωνίας από πρώτο χέρι δεν μπορώ να βεβαιώσω ότι το βιβλίο είναι ρεαλιστικό, είναι όμως πειστικό με βάση όσα γνωρίζω για αυτήν από διάφορες πηγές. Μια κοινωνία υποκριτική, ταξική και γεμάτη κρυφές και φανερές διακρίσεις και αποκλεισμούς.
Και μόνο για τη συζήτηση που άνοιξε το βιβλίο αυτό, τη στιγμή που την άνοιξε (2016), πρόκειται για ένα μικρό σημαντικό πράγμα.

Ergo sum

Descartes_y_Spinoza4349.jpg

(πρώτη δημοσίευση 24/12/2017 στο greek cloud)

Σε απάντηση ενός κειμένου του Old Boy που το έγραψε σε συνέχεια μιας ανάρτησής του στο φμπ για τους στίχους του «Υπάρχω» (Πυθαγόρας), λίγες επιπλέον σκέψεις, οι οποίες επιδιώκουν να φωτίσουν από μια διαφορετική σκοπιά τους στίχους αυτού του εμβληματικού, σε κάθε περίπτωση, τραγουδιού, εξετάζοντας τους έξω μεν από τη μυθολογία και τους βιογραφισμούς των καζαντζιδικών συμφραζομένων τους, μέσα όμως στο πλαίσιο των συμφραζομένων που δημιουργούν οι ίδιοι.

Όπως πολύ σωστά το θέτει ο Old Boy, στο «Υπάρχω» μιλά  ένας πληγωμένος άνθρωπος που τον έχει χωρίσει το ταίρι του. Και τι λέει; Ότι ένα φάντασμα θα πλανιέται διαρκώς πάνω από τη ζωή της, το φάντασμα του ίδιου (για τον Old Boy πρόκειται ξεκάθαρα για το φάντασμα του εγωκεντρισμού). Ό,τι και να κάνει εκείνη, ο Υπάρχος λέει ότι θα είναι εκεί, ενοχλητικά παρών και τα πάντα χαλών.

Αν όμως είναι ξεκάθαρο το τι λέει ο Υπάρχος, δεν συμβαίνει το ίδιο ούτε με το σε ποιον το λέει ούτε με το πότε το λέει. Ναι, προφανώς το β΄ ενικό δεν θα έπρεπε να αφήνει αμφιβολίες ότι απευθύνεται σε εκείνη, αλλά το γεγονός ότι βαδίζουν σε δρόμους χωριστούς ή ότι τη διαβεβαιώνει πως θα είναι μια ζωή σκλάβα του δεν μας επιτρέπει να πιθανολογήσουμε ότι την έχει μπροστά του -ή, έστω, ότι της τα γράφει σε γράμμα. Εκτός από μία περίπτωση· να αποτελούν απάντηση σε ένα «Δεν υπάρχεις πια για μένα, σε σβήνω από τη ζωή μου» που του λέει κατάμουτρα η άλλη. Τότε λοιπόν τα λόγια αυτά μπορούν να γίνουν αντιληπτά όχι ως δείγμα αλαζονείας του Υπάρχου, αλλά ως μια οντολογική υπενθύμιση της σπινοζικής αντίληψης ότι είμαστε το αποτέλεσμα κάθε εμπειρίας και αλληλεπίδρασής μας με το περιβάλλον και τους ανθρώπους γύρω μας. Εξάλλου, όπως λένε και κάποιοι άλλοι μελοποιημένοι στίχοι, «ό,τι υπήρξε μια φορά δεν γίνεται να πάψει να έχει υπάρξει». Ο αλαζόνας σε αυτή την περίπτωση μόνο ο Υπάρχος δεν είναι.

Ευκολότερα βέβαια μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Υπάρχος μονολογεί πάνω από ένα μπουκάλι του αγαπημένου του ποτού ή μπροστά σε μια φωτογραφία της. Και κάθε μονόλογος ξέρουμε όλοι ότι είναι στην πραγματικότητα ένας διάλογος με τον εαυτό μας, εξού και το β΄ ενικό. Αν μάλιστα προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε χρονικά πότε ακριβώς εκτυλίσσεται αυτός ο εσωτερικός μονόλογος, τότε μπορούμε να διακρίνουμε δύο πιθανές ερμηνείες του.

Στην πρώτη περίπτωση, τα λόγια αυτά ακούγονται όταν ο χωρισμός είναι ακόμη φρέσκος και μπορούν να ερμηνευτούν ως παρηγοριά και ευχή (και, αν επιμένουμε ότι απευθύνονται στην άλλη, απειλή)· αφού θα με βλέπει, νιώθει, θυμάται παντού, αλλά θα (της) λείπω ως σωματική παρουσία, θα αντιληφθεί το λάθος της και τελικά θα γυρίσει. Παρηγοριά στον άρρωστο (εαυτό) δηλαδή και  να ‘χαμε να λέγαμε.

Στη δεύτερη, ο καιρός όλο και περνάει (εξάλλου τα υπαρκτικά ρήματα όταν βρίσκονται στον ενεστώτα υπαινίσσονται αιώνια ισχύ) και εκείνη φυσικά δεν επιστρέφει στην αγκαλιά του Υπάρχου. Τότε το «Υπάρχω» ακούγεται ως «Υπήρξα» και δηλώνει το μετασχηματισμό του καρτεσιανού αφορισμού σε «Με σκέφτονται, άρα υπάρχω». Είμαστε το αποτύπωμά μας στη σκέψη των άλλων, είμαστε αναμνήσεις στο μυαλό τους, είμαστε το υλικό από το οποίο φτιάχνονται τα όνειρά τους.

Ο Old Boy ισχυρίζεται ότι ο εγωκεντρισμός του Υπάρχου επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι «[δ]εν μαθαίνουμε οτιδήποτε για τη γυναίκα που ερωτεύτηκε, δεν μαθαίνουμε μισή λέξη για το γέλιο της, το πρόσωπό της, τα μαλλιά της, τα μάτια της, κάτι της.»/ Το ίδιο όμως ακριβώς συμβαίνει και με τον Υπάρχο· δεν μας λέει τίποτα από όλα αυτά ούτε για τον ίδιο. Υποψιάζομαι ότι αυτό συμβαίνει όχι επειδή η αξία του είναι αυτονόητη και αυταπόδεικτη, αλλά επειδή ο ίδιος θεωρεί πως σημαντικός υπήρξε μόνο επειδή εκείνη τον αντιλήφθηκε ως τέτοιο, περίπου όπως η Πολυδούρη λέει «Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες» (λίγο καιρό αφότου ο Καρυωτάκης είχε γράψει ««υπάρχω;», λες, κι ύστερα «δεν υπάρχεις!»»). Ο, υπαρκτός προφανώς, εγωκεντρισμός του Υπάρχου έχει στην πραγματικότητα το κέντρο του έξω από αυτόν. Το αμάρτημά του είναι ότι θεωρεί πως ξέρει καλύτερα από την άλλη, ότι διαβάζει την ψυχή της, ότι βλέπει αυτό που δεν είδε εκείνη. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός σε αποκλείει αυτομάτως ως ερωτική πιθανότητα.

Φυσικά, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε την πιθανότητα όλο το τραγούδι να μπορεί να ερμηνευτεί ειρωνικά, ως ένα κυνικό «Ναι, καλά…» απέναντι στον καθένα που ισχυρίζεται ότι ισχύουν απολύτως κυριολεκτικά για την δική του περίπτωση χωρισμού οι εξωφρενικές απιθανότητες των στίχων του. Όπως και να ‘χει όμως, τα τραγούδια υπάρχουν όσο υπάρχουμε και καμιά ερμηνεία τους δεν είναι και αρχή και φινάλε.

ΥΓ. Περίπου την ίδια ώρα που έγραφα τις παραπάνω γραμμές, ο Μανόλης Σαββίδης αναρτούσε στο greek cloud το δικό του κείμενο με αφορμή την ανάρτηση του Old Boy για το «Υπάρχω».

Όταν οι αποφάσεις δεν ανήκουν στην απόφαση και άλλα ορέα των πανελλαδικών

10-ginosko.jpg

(πρώτη δημοσίευση 07/06/2017 στο greek cloud)

Αν οι -ανοήτως διατηρούμενες και κατ’ ευφημισμόν «αδιάβλητες»- πανελλαδικές εξετάσεις για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν επηρέαζαν άμεσα και έμμεσα τη ζωή τόσων ανθρώπων -και δη νέων- στη χώρα μας, προσλαμβάνοντας μάλιστα το χαρακτήρα μιας ιδιότυπης τελετής ενηλικίωσης, το κείμενο και τα θέματα που δόθηκαν σήμερα (07/06/2017) στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας, θα αποτελούσαν απλά και μόνο αντικείμενο άγριου γέλιου. Δυστυχώς όμως, η σημασία που τους προσδίδεται μας αναγκάζει να ασχοληθούμε λιγάκι πιο σοβαρά μαζί τους.
Η Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων (ΚΕΕ) λοιπόν επέλεξε για τα δεκαεφτάχρονα ένα κείμενο που εκφώνησε στις 30 Δεκεμβρίου 2003 ο καθηγητής Γρηγόρης Σκαλκέας (στα μισά της όγδοης δεκαετίας της ζωής του τότε) ως πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών (του πιο συντηρητικού, φύσει και θέσει, πνευματικού ιδρύματος της χώρας) κατά την τελετή απονομής των ετήσιων βραβείων της. Η ομιλία είχε τίτλο βγαλμένο από εκθεσιολόγιο της δεκαετίας του ’60 («Επιστήμη και ανθρωπισμός») και περιεχόμενο αντίστοιχα συντηρητικό, μάλλον τεχνοφοβικό και γενικόλογο, με πραγματολογικά λάθη, λογικά άλματα (και σφάλματα), εκφραστικές αστοχίες, διαθέτει όμως και κάποιες οάσεις ενδιαφερουσών ιδεών· όλα αυτά φαίνεται ότι δεν αρκούσαν στην ΚΕΕ, αφού κατάφερε, διασκευάζοντας το κείμενο της (μισής) ομιλίας, να δώσει στις υποψήφιες/ους μια ακόμη χειρότερη εκδοχή του, διατηρώντας τα πιο αδύναμα στοιχεία του και «λογοκρίνοντας» τα πιο ενδιαφέροντα.
Έτσι, το κείμενο που προκύπτει τους πληροφορεί ότι «Επιστήμη, βέβαια, και τεχνολογία δεν ταυτίζονται, διότι η επιστήμη παραμένει προσηλωμένη στην όλο και πιο βαθιά κατάκτηση της γνώσης, ενώ η τεχνολογία έχει ως επιδίωξη την αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης για την υπηρέτηση των τρεχουσών, πρακτικών αναγκών του ανθρώπου», αναπαράγοντας έναν τελείως ξεπερασμένο δυϊσμό· ότι ο Αϊνστάιν, αν ζούσε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα, θα προβληματιζόταν περισσότερο (από όσο μάλλον προβληματίστηκε όταν είδε να χρησιμοποιείται δις η ατομική βόμβα)· ότι υπάρχει κάποια πλατωνική ιδέα του «ανθρώπου» με βάση την οποία κάποιος μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο άνθρωπος· ότι ο επιστήμονας «οφείλει να προβλέπει οποιοδήποτε πιθανό κίνδυνο που θα μπορούσε να προέλθει από τη χρήση» της γνώσης που παράγει και «να αποφασίζει με άγρυπνη συνείδηση και υπευθυνότητα εάν τα αποτελέσματα των ερευνών του πρέπει τελικά να εφαρμοσθούν» (!!!)· ότι μόνο ο ίδιος ο επιστήμονας επιτρέπεται να ελέγχει την χρησιμότητα κάθε επιστημονικού επιτεύγματος· ότι, για να κλείσουμε με μια πιο εύθυμη νότα αυτή τη σταχυολόγηση, «οι αποφάσεις για τη χρησιμοποίηση από τη σύγχρονη τεχνολογία επιστημονικών γνώσεων και ανακαλύψεων δεν ανήκουν πάντοτε στην απόφαση […]» (άπταιστα ελληνικά από τα Lidl σε μια διαδικασία που υποτίθεται ότι θα «αξιολογήσει» και τη χρήση της ελληνικής γλώσσας).
Το διασκευασμένο κείμενο ολοκληρώνεται με ένα νοητικό στραμπούληγμα όπου για να παραμείνει κάτι όπως ήταν («οι στόχοι της επιστήμης ανθρωποκεντρικοί») πρέπει οπωσδήποτε να επανακαθοριστεί -πράγμα που το κείμενο αφελώς το εναποθέτει σε κάποιους ιδεατά «καλούς» επιστήμονες.
Φυσικά στο εν λόγω κείμενο -αρχικό και διασκευασμένο- δεν γίνεται καμιά -ούτε καν προσχηματική- αναφορά στο ρόλο που παίζει το χρήμα, το κέρδος, οι επενδύσεις, ως κλίμα μέσα στο οποίο «ζει, μεγαλώνει και εργάζεται ο σύγχρονος επιστήμονας». Η επιστήμη και η τεχνολογία εμφανίζονται να αναπτύσσονται εν κενώ, ανταποκρινόμενες στις πρακτικές ανάγκες του ανθρώπου, με μοναδικό πρόβλημα την πιθανή ανευθυνότητα των επιστημόνων, χωρίς να γίνεται πουθενά λόγος πχ. για το ποιοι και γιατί χρηματοδοτούν την επιστημονική έρευνα.
Τα προβλήματα των σημερινών θεμάτων δεν σταματούν στο κείμενο, αλλά συνεχίζονται και στα ερωτήματα που το ακολουθούν. Έτσι, το ερώτημα Β4 ζητά από τις/τους υποψήφιες/ους, α) να απαντήσουν τι επιτυγχάνει ο συγγραφέας με το ασύνδετο σχήμα της τρίτης παραγράφου, να αποδεχθούν δηλαδή ότι εδώ ο συγγραφέας όντως επιτυγχάνει κάτι (αυτό το «κάτι» πρόκειται για αυτό που έχουν μάθει τα παιδιά ότι συνιστά τη λειτουργία του ασύνδετου σχήματος), και β) να εξηγήσουν τι επιδιώκει ο συγγραφέας με τη χρήση του ρητορικού ερωτήματος, δηλαδή, ως άλλα μέντιουμ, να εξηγήσουν τις προθέσεις του συγγραφέα και όχι το κειμενικό αποτέλεσμα που έχουν μπροστά τους.
Και αν τα παραπάνω φαντάζουν -και ίσως είναι- φιλολογικοί σχολαστικισμοί, το θέμα της «παραγωγής λόγου» (αυτό που όλοι λένε «Έκθεση» δηλαδή) δένει γλυκά με το δοθέν κείμενο ως βασικό συστατικό της τελετής ενηλικίωσης, η οποία αν θέλει να σέβεται τον εαυτό της πρέπει να υποχρεώσει τον μυούμενο νέο να αποδεχθεί την κοινωνία των ενηλίκων, ώστε αυτή με τη σειρά της να τον υποδεχθεί με ανοιχτές αγκάλες: η αντιμετώπιση λοιπόν των σημαντικότερων, κατά τη γνώμη των υποψηφίων πάντα, σύγχρονων προβλημάτων είναι θέμα επιστήμης (δηλαδή παιδείας, κατά την προσφιλή άποψη διαφόρων δημοσιολογούντων) και όχι πολιτικής, λες και η επιστήμη δεν έχει δώσει ήδη απαντήσεις και δεν έχει προτείνει λύσεις για αρκετά από αυτά, λες και δεν είναι κυρίως μη επιστήμονες αυτοί που τις απορρίπτουν, και τελικά το όλο ζήτημα ανάγεται στο αν και κατά πόσον ο επιστήμονας έχει τα ηθικά εφόδια για να υπηρετήσει την αντιμετώπιση των σύγχρονων προβλημάτων.
Τι κι αν είναι τελείως ανεδαφικά και εκτός πραγματικότητας τα δύο ζητούμενα του θέματος; Η υποψήφια και ο υποψήφιος που θέλουν να μπουν στο πανεπιστήμιο έπρεπε να επιχειρηματολογήσουν -να ηθικολογήσουν δηλαδή- πάνω σε αυτά, λίγες μέρες μετά το τσαλαπάτημα της συμφωνίας του Παρισιού για το κλίμα από τον Τραμπ, μιας συμφωνίας που βασίστηκε σε πορίσματα επιστημόνων «με ηθικά εφόδια», κατά τη διατύπωση της ΚΕΕ.
Μπροστά σε αυτή την επιμονή να επαναδιατυπώνεται διαρκώς -έμμεσα και άμεσα- και να ενσταλάζεται με κάθε τρόπο η αντίληψη περί τέλους της πολιτικής (η οποία κρυβόταν πάντα στο ιδεολόγημα περί τέλους της Ιστορίας), δεν έχω παρά να παραθέσω αυτά τα λόγια από τη σημαντικότερη, κατά τον ίδιο, δήλωση του σπουδαίου αστροφυσικού και εκλαϊκευτή Neil deGrasse Tyson (19/4/17):
«Όταν ανέρχονται στην εξουσία άνθρωποι που δεν ξέρουν πολλά από επιστήμη και την απορρίπτουν, αυτό αποτελεί μια συνταγή για την πλήρη αποδιάρθρωση της δημοκρατίας».

 

 

Η Σώτη κι ο Βολταίρος

Avicenna-miniatur.png

(πρώτη δημοσίευση 07/05/2017 στο greek cloud)

Το ότι το άρθρο που υπήρξε η αιτία της δίωξης της Σώτη Τριανταφύλλου δεν «υποκινεί, προκαλεί, διεγείρει ή προτρέπει σε πράξεις ή ενέργειες που µπορούν να  προκαλέσουν διακρίσεις, µίσος ή βία κατά προσώπου ή οµάδας προσώπων, που προσδιορίζονται µε βάση […] τη θρησκεία«, θα έπρεπε να είναι σχεδόν αυτονόητο, επειδή ακριβώς, όπως έγραψε ο Sraoshacontext is king· τόσο η Σώτη Τριανταφύλλου [στο εξής ΣΤ], όσο και το κοινό του μέσου που φιλοξενεί τις απόψεις της, έχουν τόσο μικρή επίδραση στο κοινωνικό γίγνεσθαι και τόσο μικρή διάθεση να δράσουν για ότιδήποτε αφ’ εαυτών, που μοιάζει αστείο να αναδεικνύεται σε μείζον πρόβλημα το, για πολλούς λόγους, απαράδεκτο πόνημά της. Όπως και να έχει βέβαια αυτό θα το αποφασίσει το δικαστήριο.
Τούτων λεχθέντων, και με την ευχή να μην καταδικαστεί η συγγραφέας για τις απόψεις της από το δικαστήριο, αλλά από την ίδια την κοινωνία, αυτό που είχε για μένα ενδιαφέρον μετά τη δίωξή της ήταν το αν και πώς θα υπερασπιζόταν η ίδια τις ανιστόρητες, ανόητες και προσβλητικές απόψεις που διατύπωσε στο επίμαχο άρθρο (και όχι μόνο σε αυτό). Η Τριανταφύλλου λοιπόν δεν με απογοήτευσε· προχτές, 05/05, δημοσιεύτηκε μια πρώτη σχετική δήλωσή της στο liberal.gr και χτες, 06/05, μια δεύτερη στην Athens Voice. Και οι δύο δηλώσεις της αποτελούν μνημεία βάναυσης κακοποίησης του ορθολογισμού, βασικού στοιχείου υποτίθεται του δυτικού πολιτισμού τον οποίο αποθεώνει διαρκώς η ίδια. Έχοντας κατά νου λοιπόν ότι, όπως τονίζει στο τέλος της δεύτερης δήλωσής της, είναι αυτή που είναι και πιστεύει αυτά που πιστεύει, ας δούμε μερικά από τα σημεία αυτών των δηλώσεων.
Στην πρώτη της δήλωση λοιπόν, ένα μάλλον οργισμένο κείμενο τριών παραγράφων με περίεργη στίξη (κόμματα εμφανίζονται ξαφνικά στη μέση των προτάσεων), η ΣΤ ξεκινά δηλώνοντας πως περίμενε ότι κάποια στιγμή θα βρισκόταν κάποιος να την «τιμωρήσει» για τα γραπτά της και συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι η ποινική της δίωξη είναι ένας τρόπος να την «εκθέσουν περισσότερο» (ποιοι;;;) από την στοχοποίησή της. Και παρακάτω «Εκείνο που φαίνεται τώρα εξοργιστικό είναι ότι ο άνθρωπος αυτός εκμεταλλεύεται την ιδιότητά του, προκειμένου να δημιουργήσει θόρυβο για κάτι ανούσιο και  ανύπαρκτο». Μα για ποιον άνθρωπο, που δεν καταδέχεται καν να κατονομάσει, μιλάει;
Προφανώς, για τον Παναγιώτη Δημητρά, τον γνωστό δικηγόρο από το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι, τον οποίο ηλιθίως ή κακοπροαίρετα παρουσίασαν ως μηνυτή της ΣΤ τα περισσότερα ΜΜΕ παρότι πρόκειται περί αυτεπάγγελτης δίωξης από την Εισαγγελέα Ρατσιστικής Βίας. Η μόνη σχέση που έχει ο Δημητράς με τη δίωξη αυτή είναι ότι περιέλαβε, ένα χρόνο πριν, μεταξύ πλήθους άλλων ρατσιστικών κειμένων και πράξεων, το επίμαχο άρθρο της ΣΤ σε αναφορά του προς την εισαγγελέα για σειρά αδικημάτων με άμεσο ή έμμεσο ρατσιστικό χαρακτήρα. Η ΣΤ «συλλαμβάνεται» λοιπόν εδώ ανενημέρωτη για υπόθεση που αφορά την ίδια (προτιμότερο βέβαια γι’ αυτήν το να εμφανίζεται ανενημέρωτη και οπαδός συνωμοσιολογιών από το να εκληφθούν όλα αυτά που γράφει εδώ ως μομφές προς την Εισαγγελέα Ρατσιστικής Βίας).
Σε αυτή τη σύγχυσή της πρέπει να οφείλεται και το ότι αποδίδει τη δίωξή της ως πρόθεση «κάποιου» να σκηνοθετεί ζητήματα για εντυπώσεις και ότι αυτός ο «κάποιος» (ο_Δημητράς_που_είναι_τελικά_η_εισαγγελέας) εμφορείται από επικίνδυνο «μονοθεματικό ακτιβισμό» που υπερασπίζεται «κατά βούληση τα ανθρώπινα δικαιώματα». Αν είχε ερευνήσει στοιχειωδώς η ΣΤ τις περιστάσεις της δίωξής της, θα διαπίστωνε ότι στην ίδια αναφορά υπάρχουν πάμπολλα πχ. ομοφοβικά και αντισημιτικά κείμενα Ελλήνων και μουσουλμάνων ιεραρχών, βουλευτών, δημοσιογράφων. Πάει λοιπόν και το «μονοθεματικό» του πράγματος.
Γιατί γράφω όμως για στοιχειώδη έρευνα, όταν η ΣΤ νομίζει ότι «αυτός ο κύριος» [δηλαδή ο Δημητράς] «απομόνωσε μια φράση την οποία αγνοούσαν οι πάντες και αδιαφόρησε για τα υπόλοιπα», τη στιγμή που μια τέτοια «απομόνωση» βρίσκεται μόνο στη φαντασία των «δημοσιογράφων» που έκαναν το σχετικό «ρεπορτάζ»; Η ΣΤ αποδεικνύει ξανά ότι ελέγχει τις πηγές της, και μάλιστα για ένα προσωπικό ζήτημα, στον ίδιο βαθμό που έλεγξε τη γνησιότητα της φράσης που απέδωσε στον Μάρκο Πόλο. Καθόλου.
Στην τελευταία παράγραφο της πρώτης της δήλωσης, η ΣΤ αποφασίζει, αφού (δεν) μίλησε για το επίμαχο άρθρο, να αναφέρει κάποια από τα πράγματα που πιστεύει γύρω από τα ζητήματα των μεταναστών, της βίας και του Ισλάμ. Αρχικά τονίζει ότι έχει τοποθετηθεί υπέρ της ανάγκης «ενσωμάτωσης των μεταναστών με τον κατάλληλο τρόπο». Πέρα από το γεγονός ότι στο επίμαχο άρθρο από το Νόεμβριο του ’15 η ΣΤ μιλά για «αφομοίωση» και όχι «ενσωμάτωση» (είναι κι αυτό μια πρόοδος), διαβάζουμε εκεί και πώς αντιλαμβάνεται η ίδια αυτόν «τον κατάλληλο τρόπο»: «μετριοπαθείς μουσουλμάνοι είναι μόνον οι εκκοσμικευμένοι, τουτέστιν όσοι έχουν εγκαταλείψει την ισλαμική τους ανατροφή».
Για τη βία πάλι, η πασιφίστρια ΣΤ γράφει: «δεν κάνω τίποτε άλλο από να την απεχθάνομαι από όποιον την χρησιμοποιεί ή την υποθάλπει». Βέβαια, τότε έγραφε: «Αν στη θέση του Φρανσουά Ολάντ και της εύθυμης παρέας του ήταν ο Ντε Γκολ, ο Πομπιντού ή ο Μιτεράν, η Γαλλία θα είχε κηρύξει πόλεμο στο Ισλαμικό Kράτος και, πιθανότατα, θα τον είχε κερδίσει». Μάλλον σε πόλεμο ιδεών θα αναφερόταν.
Και η πρώτη, σαφώς φορτισμένη συναισθηματικά, δήλωση της ΣΤ κλείνει με τη διαβεβαίωσή της ότι στηλιτεύει τον εξτρεμισμό απ’ όπου κι αν προέρχεται και όχι «το δικαίωμα των ανθρώπων στην ιδεολογία και στην πίστη τους». Εκτός κι αν πρόκειται για την ισλαμική πίστη, ε, Σώτη, που είναι εγγενώς εξτρεμιστική: «[…]πολεμοχαρή και φθονερή φύση του ισλάμ: το ισλάμ δεν είναι μια θρησκεία σαν τις άλλες, αγαπητοί συμπολίτες° είναι πολιτικό πρόγραμμα, είναι ιδεολογία εκβαρβαρισμού.»
Πάμε τώρα στη δεύτερη της δήλωση, που δημοσιεύεται στην Athens Voice με την οποία η ΣΤ συνεργάζεται τακτικά και όπου είχε δημοσιευτεί και το άρθρο που οδήγησε στη δίωξή της. Πρόκειται δηλαδή για μια δήλωση πιο «επίσημη» και σε δεύτερο χρόνο, πράγμα που θα σήμαινε ότι θα μπορούσε η ΣΤ να έχει διασταυρώσει κάποια πράγματα. Φευ!
Θα πρέπει να παραδεχτώ φυσικά ότι σε αυτή τη δήλωση η ΣΤ γράφει κάτι με το οποίο συμφωνώ απόλυτα, ότι δηλαδή η υπόθεση έχει μια σοβαρή πλευρά που σχετίζεται με το δικαίωμά της να εκφράζει τη γνώμη της. Μαζί της σε αυτό. Μόνο που δεν είναι αυτή η μοναδική σοβαρή πλευρά της υπόθεσης, πράγμα που το αποδεικνύει και η ίδια, καθώς δεν αρκείται να συνεχίσει με κάτι σαν αυτό που γράφει στον εύλογο επίλογο του κειμένου της, αλλά ασχολείται στη συνέχεια με την ουσία της γνώμης της (παρά το ότι γράφει ότι αυτό δεν είναι το επίδικο θέμα).
Παρεμπιπτόντως, αξίζει να σχολιάσουμε το γεγονός ότι η ιστορικός επιστήμονας ΣΤ ξεμπερδεύει με το ασύγγνωστο λάθος ότι, προκειμένου να στηρίξει τη θέση της, απέδωσε στον Μάρκο Πόλο μια φράση που ποτέ δεν γράφτηκε από τον ίδιο, όχι διατυπώνοντας κάποιο «mea culpa», αλλά προσπερνώντας το ως φαιδρό ή ασήμαντο (τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα).
Έγραψα παραπάνω ότι η ΣΤ θα ήταν πιο πληροφορημένη πλέον. Δυστυχώς για την ίδια κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, αφού εξακολουθεί να μιλά για «ενάγοντα», νομίζοντας ακόμη ότι πρόκειται για μήνυση του Π. Δημητρά και όχι για εισαγγελική δίωξη. Στο μυαλό της μάλιστα ο «ενάγων» είναι μεταξύ άλλων και οκνηρός, διότι τάχα διέτρεξε στα γρήγορα το αρθρίδιό της, αλλά δεν διάβασε το βιβλίο της, στο οποίο, κατά τη ίδια, γράφονται χειρότερα πράγματα από το εν λόγω «αρθρίδιο». Ενδιαφέρουσα υπερασπιστική γραμμή, αν μη τι άλλο.
«[Τ]ο Ισλάμ δεν είναι φυλή ώστε να τίθεται ζήτημα ρατσισμού»: εδώ η ΣΤ αποδεικνύει ότι δεν μπήκε καν στον κόπο να διαβάσει τον νόμο βάσει του οποίου (κακώς κατ’ εμέ, επαναλαμβάνω) διώκεται. Πέρα από το ότι ο περιορισμός του ρατσισμού σε φυλετικές διακρίσεις είναι πιο ξεπερασμένος και από τη φουστανέλα, το άρθρο 1 του νόμου 4285/2014 δεν θέτει ζήτημα ρατσισμού μόνο απέναντι σε «φυλές», αλλά μιλά για [η υπογράμμιση δική μου] «διακρίσεις, µίσος ή βία κατά προσώπου ή οµάδας προσώπων, που προσδιορίζονται µε βάση τη φυλή, το χρώµα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισµό, την ταυτότητα φύλου ή την αναπηρία». Ποιος ακριβώς είναι ο οκνηρός, είπαμε; Για να μη μιλήσουμε εδώ για το γεγονός ότι η ΣΤ τα γράφει όλα αυτά σε μια χώρα όπου για δεκαετίες οι μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα Έλληνες πολίτες της Θράκης υφίσταντο ρατσισμό, και μάλιστα όχι απλώς κοινωνικό, αλλά θεσμικό.
Το επόμενο σχόλιο της ΣΤ είναι συγκλονιστικό: «οι πολιτικώς ορθοί ― οι οποίοι είναι κάθε άλλο παρά «ορθοί» ― τροφοδοτούν με τον φανατισμό τους ρατσιστικά, ομοφοβικά και κοινωνικά υπερσυντηρητικά αισθήματα και εκδηλώσεις.». Πέρα από το ότι η ΣΤ δείχνει να αγνοεί τι είναι η πολιτική ορθότητα, πράγμα που δυσκολεύομαι να πιστέψω, καθώς θα πρέπει να είναι εξοικειωμένη με τον όρο πριν καν αυτός ακουστεί στην Ελλάδα, πέρα από το ότι διαστρέφει την πραγματικότητα (οι πολιτικώς ορθοί που τροφοδοτούν με το φανατισμό τους το ρατσισμό είναι κοσμοαντίληψη ανάλογη του «οι γυναίκες που ντύνονται προκλητικά τροφοδοτούν την κουλτούρα του βιασμού»), δυσκολεύομαι να δω πώς εφαρμόζεται στη δική της περίπτωση· κάποιοι κακοί πολιτικώς ορθοί της επιτίθενται λόγω του φανατισμού τους και έτσι ενισχύονται τα ρατσιστικά, ομοφοβικά και κοινωνικά υπερσυντηρητικά αισθήματα και εκδηλώσεις; Τίνος; Της ιδίας ή του κοινού της; Εμφορούνταν ήδη από αυτά δηλαδή και με αυτή τη δίωξη απλώς ενισχύονται; Μιλάμε για δυτικό πολιτισμό εδώ, όχι αστεία.
Και η δεύτερη δήλωση της ΣΤ κλείνει με ένα μνημείο παρρησίας και ελεύθερου φρονήματος: «Δεν πρόκειται να υποχωρήσω ― είμαι αυτή που είμαι και πιστεύω αυτά που πιστεύω. Και δεν αναζητώ ούτε οπαδούς, ούτε θαυμαστές ώστε να κάνω συμβιβασμούς.». Δυστυχώς βέβαια για μας, αν κρίνουμε από τις 3000 περίπου κοινοποιήσεις της συγκεκριμένης δήλωσης, και οπαδούς και θαυμαστές έχετε, κα. Τριανταφύλλου. Ευτυχώς, από την άλλη, που δηλώνετε ότι εξακολουθείτε να τα πιστεύετε ανυποχώρητα αυτά που γράφατε στο άρθρο που οδήγησε -κακώς- στη δίωξή σας, γιατί έτσι βεβαιωνόμαστε ότι εκείνες οι μισαλλόδοξες και ανιστόρητες μπούρδες δεν ήταν προϊόν κάποιου στιγμιαίου λάθους ή μιας έντονης συναισθηματικής φόρτισης λόγω των επιθέσεων στο Παρίσι, αλλά σταθερές απόψεις ενός πνευματικού ανθρώπου.
Νομίζω ότι έχει γίνει προφανές ότι έκατσα και ασχολήθηκα τόσο εκτενώς με τις δηλώσεις της Σώτης Τριανταφύλλου μετά τη δίωξη εναντίον της γιατί ακριβώς, πέρα από τη διαφαινόμενη απήχησή τους, το περιεχόμενό τους μας δείχνει με τον καλύτερο τρόπο ότι η ανάγκη σεβασμού και της δικής της ελευθερίας της γνώμης (όσο απεχθής και αν μας είναι αυτή η γνώμη) δεν πρέπει να μας κάνει να παραβλέπουμε καθόλου ούτε το ότι αυτή η γνώμη είναι ρατσιστική και μισαλλόδοξη ούτε το ότι η προχειρότητα, η αντιεπιστημονικότητα και ο ανορθολογισμός από τα οποία ξεχειλίζουν οι δηλώσεις της διωκόμενης απέχουν χιλιόμετρα από τον δυτικό πολιτισμό του οποίου φορέας θέλει να εμφανίζεται η ίδια.
Διότι, όπως ΔΕΝ είπε ο Βολταίρος, έχεις δικαίωμα να λες αυτό που λες, αλλά αφού υπερασπιστώ αυτό το δικαίωμα, έχω κι εγώ δικαίωμα να επισημάνω ότι λες μπούρδες.