Η Δημουλά στο κρεβάτι του Προκρούστη

Για τα θέματα των πανελλαδικών εξετάσεων και φέτος (2022), αυτή τη φορά με αφορμή την -απαράδεκτη, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας εδώ- συνεξέταση ενός μαθήματος τέχνης (λογοτεχνία) με τη νεοελληνική γλώσσα.

Πολύ ενθουσιασμό είδα, μεταξύ φιλολόγων, αλλά και σε προοδευτικό κόσμο, τόσο για την ευκολία των φετινών θεμάτων και τον αέρα ανανέωσης που τάχα φέρνουν, όσο κυρίως για το πρώτο κείμενο, που υποτίθεται ότι βάζει τον δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων σε σχέση με τη διδασκαλία της Ιστορίας στο σχολείο. Αφήνω στην άκρη το κατά πόσον έχει νόημα να ενθουσιαζόμαστε για έναν διαγωνισμό-κρεατομηχανή, και εύχομαι ο ενθουσιασμός να οφείλεται απλώς στην πεποίθηση ότι τα θέματα δεν παίδεψαν υπερβολικά τους υποψήφιους και τις υποψήφιες.

Δεν θα ήθελα να σταθώ όμως εδώ ούτε στο πόσο εύκολα ή δύσκολα ήταν τα θέματα (παρότι έχω κάποιους ενδοιασμούς γύρω από το τι απαντήσεις μπορεί να έδωσαν οι υποψήφιοι/ες για τους βιωματικούς τρόπους που μπορούν να καλλιεργήσουν το ενδιαφέρον τους για το ιστορικό παρελθόν) ούτε στα όσα γράφει το κείμενο του Ραϋμόνδου Αλβανού γύρω από το γιατί στους μαθητές δεν αρέσει η Ιστορία (παρότι διαφωνώ σε κάποια σημεία, είναι ένα κατανοητό κείμενο με αρχή, μέση και τέλος, που κινείται σε θετική κατεύθυνση). 

Ωστόσο, το θέμα Β3, που αφορά το δεύτερο κείμενο (αποσπάσματα από μια ιδιαιτέρως ποιητικίζουσα ομιλία της Κικής Δημουλά), είναι διατυπωμένο ως εξής: “Πρόθεση της Κικής Δημουλά στο απόσπασμα «Για να επανέλθω … φωτογραφία σου» είναι να ευαισθητοποιήσει τον αναγνώστη σχετικά με το ρόλο που διαδραματίζει η επέτειος στη διατήρηση της μνήμης. Να αναφέρετε τρεις (3) διαφορετικές γλωσσικές επιλογές με τις οποίες επιτυγχάνει το στόχο της, παραθέτοντας τα αντίστοιχα χωρία (μονάδες 6) και να εξηγήσετε τη λειτουργία καθεμιάς από αυτές στο κείμενο. (μονάδες 9)”.

Πρόκειται για μια διατύπωση που ίσως να μη δυσκολεύει τους/τις υποψήφιους/ες, αλλά αποκαλύπτει για άλλη μια φορά πόσο προβληματικά αντιμετωπίζει η ελληνική εκπαίδευση εν γένει τα κείμενα, είτε είναι χρηστικά είτε λογοτεχνικά, είτε υβριδικά όπως αυτό. Έχω ξαναγράψει ότι το να αναζητούμε την πρόθεση του/της συγγραφέα σε ένα λογοτεχνικό κείμενο «μετατρέπει την ανάγνωση ενός ποιήματος ή ενός πεζού σε ψυχαναλυτική διαδικασία με αντικείμενο τον συγγραφέα». Εδώ όμως οι θεματοθέτες έχουν προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα (ή μάλλον έχουν κάνει πολλά βήματα προς τα πίσω), αφού θεωρούν δεδομένη -και μάλιστα περιγράφοντάς τη με εξαιρετική λεπτομέρεια- την πρόθεση της Δημουλά -μια πρόθεση που όχι απλώς δεν εκφράζεται από την ίδια πουθενά στο δοθέν κείμενο, αλλά και η οποία, παρότι πιθανή, δεν προκύπτει ως η μοναδική δυνατή ούτε καν έμμεσα από το συγκεκριμένο απόσπασμα.

Θα μπορούσε βέβαια κανείς να ισχυριστεί ότι εδώ έχουμε να κάνουμε απλώς με μια προβληματική διατύπωση και ότι στην πραγματικότητα αυτό που εννοείται είναι κάτι σαν «Η Κική Δημουλά στο απόσπασμα επιχειρεί να καταδείξει το ρόλο που διαδραματίζει η επέτειος στη διατήρηση της μνήμης κοκ.». Καθόλου απίθανο, αν και κάτι θα έπρεπε να μας δείχνει ακόμη και αυτό. Θεωρώ πάντως ότι δεν χρησιμοποιούνται τυχαία λέξεις όπως «πρόθεση», «να ευαισθητοποιήσει».

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά οι θεματοθέτες προεξοφλούν ότι η Δημουλά «επιτυγχάνει το στόχο της» -έτσι απλά, με ρήμα ενεργητικής διάθεσης, χωρίς κανέναν μετριαστικό δείκτη. Με άλλα λόγια, η Δημουλά επιτυγχάνει τον στόχο της να ευαισθητοποιήσει τον αναγνώστη σχετικά με το ρόλο που διαδραματίζει η επέτειος στη διατήρηση της μνήμης (θυμίζω εδώ ότι στην πραγματικότητα πρόκειται περί ομιλίας της ποιήτριας, άρα μάλλον στον ακροατή ήθελε να κάνει ό,τι ήθελε να κάνει -λεπτομέρειες, θα μου πείτε, αλλά σαν πολλές δεν μαζεύονται;). Αλίμονο δηλαδή σ’ αυτόν που τόλμησε να μην ευαισθητοποιηθεί! Ο Μεγάλος Αδελφός των Εξετάσεων δεν σας εξηγεί μόνο τις προθέσεις νεκρών ποιητριών, δεν σας υπαγορεύει μόνο πώς να προσλάβετε ένα κείμενο, αλλά σας λέει και πώς να αντιδράσετε σε αυτό. 

Κάπως έτσι λοιπόν, εν έτει 2022, εξακολουθούμε να ρίχνουμε τα κείμενα στο κρεβάτι του Προκρούστη, ζητώντας από όλους/ες συμμόρφωση σε μία και μοναδική ερμηνεία τους, κι αφού τα κόψουμε ή τα τραβήξουμε στα μέτρα μας, δηλώνουμε από πάνω ότι πετυχαίνουν τον στόχο τους. Ας θυμίσουμε όμως στους θεματοθέτες, και σε όσους τους υπερασπίζονται φέτος, ποια ήταν η μοίρα του ίδιου του Προκρούστη τελικά και τι είδους προθέσεις θα μπορούσαμε κι εμείς με τη σειρά μας να ανιχνεύσουμε στα δικά τους κείμενα.

ΥΓ. Για το τρίτο κείμενο, ένα απόσπασμα από διήγημα του Θανάση Βαλτινού, το μόνο που έχω να πω είναι ότι δεν γίνεται να βάζεις ένα κείμενο στο οποίο κεντρικό ρόλο παίζει το ταγάρι κι εσύ να νιώθεις την ανάγκη να εξηγήσεις τη σημασία της λέξης με μια υποσημείωση -στην οποία μάλιστα συναντάμε έναν ξερό ορισμό έκτασης δύο λέξεων («είδος τσάντας»).

Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλι, Ντ. Χ. Λόρενς

Γραμμένος περίπου 100 χρόνια πριν, ο «Εραστής της Λαίδης Τσάτερλι» έχει πια περάσει -και λόγω των περιπετειών του με τη λογοκρισία- στο οροπέδιο της κλασικής λογοτεχνίας, εκεί όπου η ανάγνωση όσων βιβλίων το κατοικούν είναι πολύ δύσκολο να είναι αδιαμεσολάβητη και να μη λαμβάνει υπόψη της τη συζήτηση που έχουν προκαλέσει ήδη. Το μόνο πράγμα που έχω ανακαλύψει ότι μπορεί κάπως να μετριάσει αυτή την προκατειλημμένη πρόσληψη τέτοιων βιβλίων είναι να αποφεύγω να διαβάσω πράγματα για αυτά πριν τα ξεκινήσω.

Έτσι λοιπόν ξεκίνησα τον «Εραστή» γνωρίζοντας μόνο ότι αφηγείται τον έρωτα μιας αριστοκράτισσας, της οποίας ο σύζυγος έμεινε ανάπηρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τον δασοφύλακα του κτήματός του συζύγου της (και ότι έχει γυριστεί σε ταινία με τη Σίλβια Κριστέλ -κατά κόσμον Εμμανουέλα 😉 ). Είχα επίσης υπόψη μου ότι είχε χαρακτηριστεί μέχρι και πορνογραφικό και βρόμικο λόγω των τολμηρών ερωτικών σκηνών που περιλαμβάνει. Ευτυχώς για μένα όμως το βιβλίο τελικά είναι πολύ περισσότερο από ένα τολμηρό ρομάντσο για της κοινωνίας τη διαφορά, ενώ διαπίστωσα ότι οι -ελάχιστες- περιγραφές της ερωτικής πράξης και η χρήση «απαγορευμένων» λέξεων μόνο πρόφαση ήταν για να γίνει κόκκινο πανί στην Αγγλία όταν εκδόθηκε, αφού είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι άλλα στοιχεία του βιβλίου ενόχλησαν τότε.

Ο Ντ. Χ. Λόρενς παίρνει τη φαινομενικά απλή ιστορία που ανέφερα πιο πάνω και με αφορμή αυτή αναπτύσσει μια σειρά από θέματα που ξεφεύγουν αρκετά από το αυτονόητο ζήτημα της γυναικείας μοιχείας και της ταξικής ανισότητας στον έρωτα: γυναικεία χειραφέτηση, γάμος, κοινωνικές συμβάσεις, ταξική πάλη, καπιταλισμός, αγγλική εργατική τάξη, κατάθλιψη, ερωτική απόλαυση κοκ. Εξάλλου, πολύ νωρίς στο βιβλίο η αναπηρία (κινητική και σεξουαλική) του Σερ Κλίφορντ, του συζύγου της Λαίδης Κόνστανς Τσάτερλι, δίνει τη δυνατότητα να απογυμνωθεί από την ηθική του διάσταση το ίδιο το σαρκικό ζήτημα της μοιχείας -αρκεί αυτή να μη μαθευτεί και να διαπραχθεί με κάποιον κοινωνικά ισότιμο. Ο Σερ Κλίφορντ μάλιστα φλερτάρει έντονα με την ιδέα να αποκτήσει παιδί η σύζυγός του με άλλον ώστε να υπάρξει διάδοχος στο Ράγκμπι, τη βαρονία του.

Παρότι ο τίτλος του βιβλίου θα μπορούσε να μας οδηγήσει στη σκέψη ότι κεντρικός χαρακτήρας του είναι ο εραστής, δηλαδή ο δασοφύλακας Μέλορς, στην πραγματικότητα στο μεγαλύτερο μέρος του κυριαρχεί η ίδια η λαίδη Τσάτερλι, τις πράξεις και τις σκέψεις της οποίας κατά βάση παρακολουθούμε, με ετεροδιηγητική τριτοπρόσωπη εσωτερική εστίαση, και με ελάχιστες εξαιρέσεις όταν ο αφηγητής εστιάζει στον Μέλορς και τον Κλίφορντ. Ο Λόρενς αφιερώνει αρκετό χώρο -χωρίς όμως να γίνει φλύαρος- ώστε να αναπτύξει με αληθοφάνεια την προσωπικότητα της Κόνστανς, τις ιδέες, τις επιθυμίες και τους φόβους της, και να αιτιολογήσει με επάρκεια τη συμπεριφορά της. Δημιουργεί έναν γοητευτικό χαρακτήρα, με προτερήματα και ελαττώματα, χωρίς να την εξιδανικεύει ή να εκπίπτει σε ωμό νατουραλισμό.

Εδώ ακριβώς τίθεται ένα ζήτημα όμως: βρίσκω μεν αληθοφανή την ανάπτυξη της προσωπικότητας της Κόνστανς, αλλά από την άλλη εγώ είμαι ένας cis άντρας που διαβάζει το μυθιστόρημα ενός άλλου άντρα, ο οποίος επιλέγει να μιλήσει για τα μύχια που έχει στο μυαλό της μια γυναίκα. Με άλλα λόγια, δεν ξέρω αν αυτό που αντιλαμβάνομαι ως ρεαλιστικό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή απλώς στην εικόνα που έχουμε ως άντρες για τη γυναικεία ψυχοσύνθεση. Σίγουρα πάντως ο Λόρενς προσεγγίζει με σεβασμό και χωρίς καμία διάθεση πατερναλισμού ή συγκατάβασης την ηρωίδα του, όπως και τον εραστή της, που θυμίζει ιδιαίτερα ως προς την κοσμοθεωρία του τον καζαντζακικό Αλέξη Ζορμπά.

Η εξέλιξη του έρωτα μεταξύ τους έρχεται σταδιακά, μακριά από τις γλυκερές φαντασιώσεις της πρώτης ματιάς, με τους δύο εραστές να διανύουν σημαντικές ψυχικές και κοινωνικές αποστάσεις για να συναντηθούν, να έχουν πισωγυρίσματα και αμφιβολίες που χάνονται και επανέρχονται, ακόμη και για τον ίδιο τους τον εαυτό, αλλά να υπερισχύει πάντα η σωματική επιθυμία και η διάθεση να είναι με κάποιον που τους καταλαβαίνει. Ή μάλλον, για να είμαι ειλικρινής, αυτό που υπερισχύει είναι κάτι άφατο και άπιαστο, αυτό που δυσκολευόμαστε να περιγράψουμε όταν προσπαθούμε να εξηγήσουμε -όπως κάνουν σε διάφορα σημεία του βιβλίου οι δυο τους- γιατί είμαστε ερωτευμένοι με κάποιον ή με κάποια.

Αυτός που αναδύεται σαν μια μάλλον απεχθή φιγούρα μέσα από τις πράξεις και τα λόγια του, χωρίς ο ίδιος ο αφηγητής να προβαίνει σε ευθείς αρνητικούς χαρακτηρισμούς, είναι ο ίδιος ο Κλίφορντ Τσάτερλι και όσα αντιπροσωπεύει: αρχικά τον κούφιο, δήθεν πνευματικό, διανοουμενισμό, τον μοντερνισμό ως μανιέρα (ο Κλίφορντ είναι επιτυχημένος συγγραφέας), έπειτα το επιχειρηματικό πνεύμα μιας αριστοκρατίας που πάσχιζε μέσα από την εμπλοκή της σε διάφορες οικονομικές δραστηριότητες να μην ξεπέσει ακόμη πιο πολύ (ο Κλίφορντ είναι ιδιοκτήτης ανθρακωρυχείων που λόγω εξάντλησης των κοιτασμάτων αρχίζουν να γίνονται οικονομικά ασύμφορα), και, σε όλο το βιβλίο, τον αριστοκράτη που περιφρονεί βαθιά την εργατική και αγροτική τάξη και πιστεύει στην ανωτερότητα του ίδιου και της τάξης του, που, όπως δηλώνει, την έφερε η τύχη -δεν έχει αυταπάτες περί ευγενικής καταγωγής- να οδηγεί τους υπόλοιπους στην πρόοδο. Ένα απωθητικό μείγμα αριβισμού, καθωσπρεπισμού και ψυεδιασθήσεων μεγαλείου, που δεν ξεπέφτει όμως ποτέ σε καρικατούρα, αντίθετα προβάλλει ιδαίτερα σύνθετο -και γι’ αυτό ενοχλητικά ρεαλιστικό.

Σε αυτή την απεικόνιση, αλλά και στη γενικότερη περιγραφή της αγγλικής αστικής και αριστοκρατικής τάξης και του καθωσπρεπισμού της, κρύβεται μάλλον και ο βασικός λόγος που πολεμήθηκε το βιβλίο, το οποίο δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως πορνογράφημα ακόμη κι από τον πιο σεμνότυφο αναγνώστη, με τις λίγες ερωτικές σκηνές μάλιστα να είναι πλήρως ενταγμένες στην αφήγηση, χωρίς να επιδιώκουν τον ερεθισμό ή τον «ερεθισμό». Ο Λόρενς γράφει για το σεξ απαλλαγμένος από κάθε σοβαροφάνεια ή αχρείαστη ντροπή και έτσι πουθενά δεν νιώθει κανείς ότι διαβάζει κάτι χυδαίο. Όπως είπα πιο πάνω όμως, χυδαίος είναι ο Κλίφορντ και ο κόσμος του, που μάλλον δεν συγχώρησε τον Λόρενς για αυτή του την τολμηρότητα.

Εντέλει, πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον και καλογραμμένο βιβλίο, που διαβάζεται αργά για μεγαλύτερη απόλαυση, και αξίζει πολύ περισσότερο από αυτά που του έχει αποδώσει η φήμη του. Εξαιρετική η μετάφραση του Γιώργου Τζήμα.

Απαίσιος· ο εξαιρετικά άσχημος, δυσάρεστος ή ενοχλητικός (ΛΚΝ)

Οφείλω να ομολογήσω ότι απέναντι στο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα, και μάλιστα σε αυτό που αξιώνει να έχει και πολιτικές προεκτάσεις, κρατάω μικρό καλάθι, καθώς οι πρόσφατες -λίγες- εμπειρίες μου με έφεραν σε επαφή με βιβλία που χρησιμοποιούσαν την αστυνομική πλοκή όχι απλώς ως πρόσχημα (αυτό δεν θα ήταν απαραίτητα κακό), αλλά και χωρίς καμία ιδιαίτερη φροντίδα να είναι ρεαλιστική ή έστω αληθοφανής. Για να το πω κι αλλιώς, ελληνικό πολάρ που να το ευχαριστηθώ σαν μυθιστόρημα δεν μου είχε κάτσει ως τώρα.

Αυτό άλλαξε την προηγούμενη εβδομάδα (μέσα Απρίλη 2021), όταν βρέθηκε στα χέρια μου το νεοεκδοθέν μυθιστόρημα του Γιάννη Μόσχου «Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι.» (όχι και ο πιο εύστοχος τίτλος που θα μπορούσε να βρεθεί, ενώ αυτή η τελεία στο τέλος του εξακολουθεί να μου κάθεται στραβά). Αφορμή ήταν η μίνι-συνέντευξη που πήρα από τον συγγραφέα και η αναδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο στα Marginalia. Τόσο οι πληροφορίες στο συνοδευτικό Δελτίο Τύπου, όσο -κυρίως- οι απαντήσεις του συγγραφέα στις ερωτήσεις που του έθεσα, με παρακίνησαν να το ξεκινήσω αμέσως και δεν απογοητεύτηκα.

Το «Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι.» λοιπόν είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στον Βόλο και την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας και της Στερεάς το 1975, έναν χρόνο μετά τη μεταπολίτευση, ενώ υπάρχουν διάσπαρτες στο βιβλίο αναδρομές στα χρόνια της δικτατορίας. Ήρωάς του είναι ο Μάνος Πετράκης, ένας υπομοίραρχος της χωροφυλακής, ιδιότητα που κανονικά δύσκολα θα τον έκανε συμπαθή στο προοδευτικό αναγνωστικό κοινό. Εδώ όμως πρόκειται για έναν εύστροφο, αλλά παραγκωνισμένο τα προηγούμενα χρόνια υπομοίραρχο, βιβλιόφιλο και «ιδιόρρυθμο», που έχει βρεθεί στο Σώμα για να ξεφύγει -για τελείως προσωπικούς λόγους- από την ασφυκτικά συντηρητική κρητική κοινωνία.

Τυφλό σημείο και παραφωνία του συστήματος που τον άφηνε να υπάρχει κρυμμένος πίσω από όγκους γραφειοκρατικής δουλειάς, ο Μάνος Πετράκης είχε πλέον εσωτερικεύσει το «λάθε βιώσας» -μέχρι που η ηγεσία της τοπικής Χωροφυλακής του αναθέτει την εξιχνίαση του φόνου του χουντικού πρώην νομάρχη Μαγνησίας, στο πλαίσιο της εν πολλοίς προσχηματικής αποχουντοποίησης της εποχής που ήθελε άφθαρτα πρόσωπα να βγουν μπροστά στα σώματα ασφαλείας. Το παιχνίδι των προϊσταμένων του Πετράκη είναι διπλό, καθώς μπορούν να χρησιμοποιήσουν κατά το δοκούν την θετική ή αρνητική έκβαση των ερευνών του, αλλά ταυτόχρονα και να τις έχουν υπό τον έλεγχό τους.

Ο Πετράκης, στα χαμένα αρχικά, διαψεύδει τις χαμηλές προσδοκίες και αρχίζει να ξετυλίγει το νήμα της δολοφονίας, που την ακολουθούν κι άλλες, φτάνοντας μπροστά σε ένα από τα πολλά σκάνδαλα της χούντας, όταν διάφοροι απίθανοι κι επικίνδυνοι τύποι, υπό την πλήρη κάλυψη του καθεστώτος, γέμιζαν τις τσέπες τους κάνοντας κάθε είδους κομπίνες (εδώ συγκεκριμένα το σκάνδαλο περιελάμβανε κάποια πολύ μαύρα -κυριολεκτικά και μεταφορικά- εισαγόμενα κρέατα). Ακολουθώντας τον, παίρνουμε μια γεύση από την πολύ πρώιμη μεταπολίτευση και την απρόθυμη για ένα μεγάλο κομμάτι του κρατικού μηχανισμού μετάβαση στην ομαλότητα -πρόθυμη, μόνο όταν συνδυαζόταν με λήθη και κουκούλωμα.

Παράλληλα, ο Μόσχος αποτολμά να μας δώσει την οπτική γωνία κάποιων από τους «κακούς» της ιστορίας, των πιο λούμπεν θα μπορούσαμε να πούμε, σε καμία περίπτωση για να τους δικαιολογήσει, αλλά σε μια προσπάθεια να γίνουν κατανοητά τα κίνητρά τους, αλλά και οι ρίζες και τα αίτια των πράξεών τους, ψηλαφώντας το παρελθόν τους και το παρελθόν του τόπου: οικογένεια, κατοχή, εμφύλιος, μετεμφυλιακό κράτος και χούντα. Κατορθώνει μάλιστα να το κάνει χωρίς να μειώνεται στο ελάχιστο -το αντίθετο μάλλον- η αποστροφή μας για τις πράξεις τους.

Παρότι, όπως και ο συγγραφέας, γεννήθηκα λίγο μετά την εποχή κατά την οποία διαδραματίζεται το βιβλίο, η αίσθηση αληθοφάνειας που μου έδινε ήταν έντονη και βαθιά, τόσο σε επίπεδο ατμόσφαιρας, όσο και αστυνομικού μυστηρίου. Καθώς φαίνεται, ο Μόσχος αξιοποίησε δημιουργικά την έρευνά του, αλλά και όσα άκουσε από ανθρώπους που έζησαν τα γεγονότα. Ελάχιστα πράγματα να φαντάζουν ξεκούρδιστα ή εκτός κλίματος, όπως κάποια σημεία όπου διαβάζουμε για τις αρκετά ιδεαλιστικές σκέψεις του Πετράκη για τη δικαιοσύνη και το χρέος του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι φτάνουμε στον διδακτισμό ή σε ένα τελείως αχρείαστο exposition.

Εκεί όμως που το μυθιστόρημα κερδίζει το στοίχημα, είναι ο ρυθμός, που θυμίζει στο μεγαλύτερο μέρος του τις καλύτερες στιγμές των γαλλικών ή αμερικανικών νουάρ. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι καταιγιστικός, αλλά ότι είναι πραγματικά καλοκουρδισμένος: όχι φρενήρης, αλλά ούτε και πλαδαρός, πράγμα που σπάνια το συναντά κανείς στα ελληνικά αστυνομικά, με ελάχιστες και πολύ λιτές περιγραφές και φυσικούς διαλόγους, τη μεγάλη μάστιγα των περισσότερων μυθιστορημάτων, ελληνικών και μη. Πρόκειται για ένα βιβλίο δηλαδή που σε τραβά να το ρουφήξεις.

Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, ότι το μυθιστόρημα διασταυρώνεται, με τον δικό του τρόπο, με τέσσερα θέματα που απασχόλησαν πρόσφατα την κοινή γνώμη: τη γέννηση της 17Ν, την ατιμωρησία της αστυνομικής βίας, τους παιδοβιασμούς και την υπόθεση Γιακουμάκη, ενώ και οι διακειμενικές του αναφορές, με κορυφαίο το κεφάλαιο που συνομιλεί με το Οδός Αβύσσου, αριθμός 0 του Λουντέμη, είναι πολλές και καλά δεμένες με το περιεχόμενο.

Εν κατακλείδι, το «Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι.» είναι ένα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα με πολιτικές προεκτάσεις που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον και μιλά πειστικά για το λίγο μετά της χούντας, αλλά κυρίως για την ίδια, τους ανθρώπους και όσους της αντιστάθηκαν. Αναζητήστε το.

Άλικη

Πρώτα εμφανίστηκε το χαμόγελό του στον καθρέφτη. Αφύσικα ανθρώπινο, υπερβολικά καλοσχηματισμένο, απόκοσμα χαρούμενο. Έπειτα τα λευκά μουστάκια του, τα ολοστρόγγυλα μάτια του, τα τριγωνικά αυτιά του, το ριγωτό του σώμα και τα νωχελικά του μέλη. Τον κοίταζε χωρίς να μιλά, μαγνητισμένη από την αντανάκλασή της στα δόντια του. Τον κοίταζε και περίμενε να την καλέσει. Εκείνος, χαμογελώντας ακόμη, άπλωσε τα μπροστινά του πόδια και της τρύπησε -ξανά- τους λοβούς των αυτιών της με το νύχι. Έτρεξε αίμα (λίγο), χρόνος (πολύς), και ένα μαύρο ρυάκι από τα μάτια της. Μετά έβαλε τα χέρια του στις τσέπες της και έβγαλε δύο σκουλαρίκια, ένα κόκκινο και ένα μπλε. «Αυτή τη φορά δεν θα διαλέξεις», είπε και της τα φόρεσε στα αυτιά. 

Όταν το κορίτσι αποκοιμήθηκε μπροστά του, ο γάτος έκανε ένα σάλτο, άφησε τη χαμογελαστή του μασέλα δίπλα της και έφυγε. Είχε δει ένα κουνέλι να περνά πίσω της και έπρεπε να βιαστεί για να μην του ξεφύγει.

Τα σταφύλια της οργής, Τζον Στάινμπεκ

Μεγάλο ποτάμι φουσκωμένο,
η οργή του λαού,
κυλάει πάνω απ’ τα χωράφια,
ποιος τη σταματάει, ποιος τη σταματάει,
ποιος, ποιος τη σταματάει.

(Από τη Μπαλάντα του Ξεσηκωμού
Τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη
Άλμπουμ: Φουέντε Οβεχούνα
Συνθέτης: Θάνος Μικρούτσικος
Στιχουργός: Γιάννης Μιχαηλίδης )

Τι μπορεί άραγε να γράψει κανείς για ένα βιβλίο σαν κι αυτό που να μην έχει ξαναγραφτεί; Νομίζω ότι το μόνο που μπορεί να κάνει πια είναι να καταθέσει την προσωπική του αναγνωστική εμπειρία (ή καλύτερα την προσωπική σχέση που ανέπτυξε μαζί του διαβάζοντάς το) γνωρίζοντας ότι μοιραία θα επαναλάβει πράγματα που έχουν ήδη ειπωθεί και γραφτεί χιλιάδες φορές μέχρι σήμερα. Στο κάτω-κάτω αυτή είναι και η ουσία του κλασικού έργου.

Τα Σταφύλια της Οργής λοιπόν είναι ένα βιβλίο που με συγκλόνισε με πολλούς τρόπους και σε διαφορετικά επίπεδα. Ένα βιβλίο που από τις πρώτες κιόλας αράδες σε αρπάζει στον κόσμο του με τέτοια ορμή και τέτοια πειστικότητα που σε κάνει να το σκέφτεσαι ακόμη και τις ώρες που δεν το διαβάζεις, ακόμη κι αν το αφήσεις για μέρες. Πολύ περισσότερο αν κατάγεσαι από αγροτική οικογένεια, όπως ο υποφαινόμενος, και έχεις ζήσει κι εσύ τη φτώχεια του αγρότη, την αγωνία για τη γη και τις καιρικές συνθήκες, τη γεωργική ζωή και τη συγκομιδή της σοδειάς (και του βαμβακιού).

Πιστό χρονικό του Dust-Bowl effect και της Μεγάλης Ύφεσης του ’30 όπως τη βίωσαν οι αγρότες των Μεσοδυτικών Πολιτειών των ΗΠΑ, ύμνος στην αγροτιά και τη μάνα, τοιχογραφία εποχής, κοινωνικό μυθιστόρημα, σοσιαλιστικός ρεαλισμός -είμαι σίγουρος ότι όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί έχουν ήδη αποδοθεί στα Σταφύλια της Οργής, και όλοι τους ισχύουν. Ο Στάινμπεκ κατόρθωσε να φτιάξει ένα μυθιστόρημα που ενεργοποιεί τόσο τις αισθήσεις που νιώθεις ότι βλέπεις, ακούς, μυρίζεις, γεύεσαι κι αγγίζεις το καθετί που περνά από τις σελίδες του.

Ταυτόχρονα, ακόμη κι όταν φλερτάρει με τα διαβόητα «μηνύματα» που υποτίθεται ότι πρέπει να έχουν τα σπουδαία έργα τέχνης, κατορθώνει να αποφύγει τον διδακτισμό και να αφήσει την ιστορία του να μιλήσει και τον αναγνώστη να βγάλει τα συμπεράσματά του. Είναι σχεδόν απίστευτη η πληθώρα των θεμάτων που θίγει και εξίσου απίστευτη η λεπτότητα με την οποία τα θίγει, ακόμη και στα εμβόλιμα μικρά κεφάλαια που αφηγούνται τη μεγάλη εικόνα, παράλληλα με την ιστορία της οικογένειας στην οποία επικεντρώνεται.

Αυτό όμως που διαπνέει πραγματικά όλο το έργο είναι η αγάπη και η κατανόησή του για τους απλούς ανθρώπους που εμφανίζονται περισσότερο ή λιγότερο στις σελίδες του, ακόμη κι αν πρόκειται για πρόσωπα που βρίσκονται απέναντι στους ήρωές του. Άνθρωποι ατελείς, με τις αδυναμίες τους, τους φόβους τους, τα λάθη τους, για τους οποίους υπάρχει όμως πάντα νοιάξιμο και ενσυναίσθηση από τη μεριά του αφηγητή. Η οργή εμφανίζεται μόνο απέναντι στην ξέχειλη αδικία, στο απρόσωπο κεφάλαιο, στα μεγάλα αφεντικά, στους σκληρόπετσους έχοντες και κατέχοντες.

Μεγαλύτερη κι από την οργή του όμως είναι η αισιοδοξία του και η πίστη του στον άνθρωπο (και τον Άνθρωπο), τόσο σαν άτομο, όσο και σαν κοινωνικό ον που υπάρχει δια της συνύπαρξης, της αλληλεγγύης και της αυτοοργάνωσης (πόσο χαρακτηριστική είναι η αντίστιξη κάποιων σελίδων του με το υπαρξιστικό «Η Κόλαση είναι οι άλλοι»). «Μερικοί από μας πεθαίνουμε, μα όσοι απομένουν, γίνονται πιο δυνατοί», καταλήγει η μάνα προς το τέλος του βιβλίου, καταπώς μεταφράζει τα λόγια της ο Κοσμάς Πολίτης.

Αξίζει πράγματι ξεχωριστή μνεία στον πρώτο σπουδαίο μεταφραστή του Στάινμπεκ στα ελληνικά. Λογοτέχνης ο ίδιος, επιφανές μέλος της γενιάς του ’30, ο Κοσμάς Πολίτης δίνει σε μια γλαφυρή δημοτική μια τόσο ζωντανή, τόσο χυμώδη και τόσο εύστοχη μετάφραση του έργου που πολλές φορές ξεχνάς ότι διαβάζεις ένα μεταφρασμένο έργο του Στάινμπεκ, και νομίζεις ότι έχεις μπροστά σου ένα ελληνικό μυθιστόρημα στο πρωτότυπο. Η διαχρονική δημοφιλία του συγκεκριμένου έργου, αλλά και γενικότερα του Στάινμπεκ, στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό οφείλει πολλά στον Κ. Πολίτη.

Ένα πραγματικά κλασικό έργο, που δεν είναι καθόλου παρωχημένο, ούτε λογοτεχνικά ούτε θεματικά, και δεν θα έπρεπε να γίνεται αντιληπτό μόνο ως εφηβικό ανάγνωσμα, όπως είναι η μοίρα πολλών ανάλογων κλασικών βιβλίων. Αν δεν το έχετε διαβάσει, μην το φοβάστε.

Νυχτερινό

Σε κάποιον άλλο τόπο
Σε κάποιαν άλλη χώρα
Είμαστε σύννεφα
Που διψάμε για χώμα

Σε κάποιον άλλο χρόνο
Σε κάποιαν άλλη εποχή
Είμαστε νύχτες
Που διψάμε για φως

Σε κάποιο άλλο σώμα
Σε κάποιο άλλο πρόσωπο
Είμαστε δάχτυλα
Που διψάμε.