Τα βάθη στο φως

Βρίσκεις το βιβλίο της σε μια από τις όλο και πιο σπάνιες πια επισκέψεις σου στα αγαπημένα σου παλαιοβιβλιοπωλεία· σπάνιες, γιατί τα αδιάβαστα στα ράφια σου πληθαίνουν σαν τις άσπρες τρίχες στα μαλλιά σου. Αργά αλλά σταθερά.

Με δυο-τρεις τύψεις που άργησες πολύ, που αθέτησες για καιρό ασυγχώρητο μια ρητή και άρρητη υπόσχεση, το παίρνεις στα χέρια σου και βλέπεις ξανά το άλλο όνομά της, αυτό με το οποίο την έμαθες όταν ερωτεύτηκες τη γραφή της. Ένα τριαντάφυλλο στα χέρια του Κανένα, του ομηρικού θεομπαίχτη, με όλο το άρωμα και τα αγκάθια του άθικτα.

Στο αυτί του βιβλίου η φωτογραφία της -ελαφρώς φλου και σέπια, μα κι εδώ συγκλονιστικά όμορφη- κι ένα μικρό, ημιτελές όπως όλα, βιογραφικό -α, και μερικές βιβλιοκριτικές, που τις αφήνεις για μετά, όπως πάντα. Ξανακοιτάς τη φωτογραφία της και σου έρχεται ένα στίχος του Καββαδία από το ποίημα για εκείνη που κοιτάζοντας τα μάκρη αδιαφορούσε. Σύμπτωση: σε μια από τις αφηγήσεις του βιβλίου ανακαλύπτεις τη σχέση της με τον Καββαδία. Σύμπτωση;

Ξεκινάς να το διαβάζεις λίγο-λίγο, δύο-τρία κείμενα τη φορά, με αυτόν τον φόβο που έχεις πάντα όταν διαβάζεις κάτι από δικό σου άνθρωπο, με τον φόβο μήπως δεν σου αρέσει αρκετά, με τον φόβο μήπως ξεπέρασες τη γραφή της ή μήπως η γραφή της σε ξεπερνάει πια. Μάταιοι φόβοι· την βρίσκεις πάλι όλη εδώ, σελίδα-σελίδα, λέξη-λέξη, σαν κυριακάτικο απόγευμα του ’80, σαν ανάμνηση από στιγμές στο εξωτερικό, σαν γυναίκα, μητέρα, εγώ.

Βουτάς σε κάθε παράγραφο και όταν αναδύεσαι σκέφτεσαι: «Εδώ είμαστε» και ταυτόχρονα: «Πώς βρέθηκα εδώ;». Γελάς, χαμογελάς, θυμώνεις, βουρκώνεις, κουνάς το κεφάλι πάνω-κάτω μπροστά στην απρόσμενη οικειότητα -μα πώς γίνεται να έχουμε τόσο κοινές εμπειρίες κι αναμνήσεις;- και έπειτα το κουνάς δεξιά-αριστερά γιατί είναι φορές που δεν θες να πιστέψεις πως όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν.

Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης -ή μπλόγκερ ή αναγνώστης- σκέφτεσαι· το ριζικό σου, ενός ανθρώπου που ξανοίχτηκε στις θάλασσες των λέξεων με μόνη πυξίδα κι οδηγό κείμενα και βιβλία. Πάντα σ’ αυτά ήθελες να φτάσεις, πάντα ήθελες να γράψεις σαν κι αυτά. Σαν κι αυτό.

Ο καιρός των τραγουδιών μας, Ρίτσαρντ Πάουερς

Μετά από πέντε μήνες που με συντρόφευε με μερικές σελίδες του σχεδόν κάθε μέρα, έφτασα στο τέλος των 800+ πυκνογραμμένων σελίδων αυτού του σπουδαίου βιβλίου, που βρέθηκε σχεδόν συμπτωματικά στα χέρια μου. Είναι από τις λίγες φορές που ένιωσα να ισχύει η κλισεδιά «ένα βιβλίο που δεν ήθελα να τελειώσει».

Ο Πάουερς φτιάχνει, με υλικά που αντλεί από τον συνδυασμό μερικών μαγικών «τι θα γινόταν αν;», μια πολυεπίπεδη ιστορία, που σε κάθε της σελίδα διαπνέεται από μια αδιαπραγμάτευτη αγάπη για τη μουσική -για κάθε είδους μουσική- και ταυτόχρονα αναπλάθει πολύ πειστικά ένα κομμάτι της ιστορίας των μαύρων στις ΗΠΑ τον 20ό αιώνα.

Ένας Γερμανοεβραίος εμιγκρές φυσικός, που ασχολείται με το ζήτημα της γραμμικότητας του χρόνου, και μια μαύρη πολλά υποσχόμενη Αμερικάνα σοπράνο, κόρη γιατρού, γνωρίζονται τυχαία στη μνημειώδη εμφάνιση της κοντράλτο Μάριαν Άντερσον έξω από το Καπιτώλιο, ερωτεύονται μεταξύ τους, παντρεύονται και γεννούν τρία παιδιά μιγάδες, σε διαφορετικές δερματικές αποχρώσεις. Μεγαλώνουν τα παιδιά τους μέσα στη μουσική και έξω από τις φυλετικές κατατάξεις, με μεγαλύτερη επιτυχία στο πρώτο από το δεύτερο- και οι δύο γιοι τους ακολουθούν καριέρα μουσικών κλασικής μουσικής (τραγούδι ο ένας, πιάνο ο άλλος, δίδυμο για χρόνια), με τον πρωτότοκο να είναι πραγματικό φαινόμενο, ενώ η κόρη εξελίσσεται σε ριζοσπάστρια και εμπλέκεται ενεργά στο κίνημα των μαύρων. Το πλαίσιο απόλυτα ρεαλιστικό, η οικογένεια και η ιστορία της προϊόν μυθοπλασίας.

Μέσα από παράλληλες χρονικότητες και αναδρομές, με τον μεσαίο γιο να αφηγείται την ιστορία τη δική του και της οικογένειάς του, προσπαθώντας να ανακαλύψει από τη μια αυτό που ψάχνουμε όλοι, το ποιοι είμαστε, αλλά με κάποια έξτρα δυσκολία ο ίδιος, και από την άλλη τα τι, τα πώς και τα γιατί της μουσικής, ταξιδεύουμε σε διαφορετικούς δρόμους χειραφέτησης και απώλειας. Και όλα αυτά δίνονται με μια απαράμιλλη πρόζα που καταφέρνει να ισορροπεί διαρκώς ανάμεσα στον λυρισμό και την κυνικότητα, το κωμικό και το τραγικό, τον φιλοσοφικό στοχασμό και την μουσικολογική ακρίβεια.

Ο Καιρός των τραγουδιών μας (Βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ) είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα του «ανάμεσα», ένα μυθιστόρημα που μοιάζει περισσότερο να «ακούγεται», παρά να διαβάζεται, ένα μυθιστόρημα-κιβωτός.

Σπουδαία η μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου που, μπροστά στην κολοσσιαία πρόκληση ενός πλήθους μουσικών όρων, λιμπρέτων, τίτλων μουσικών έργων και τραγουδιών, αλλά και γεγονότων και στοιχείων της αμερικανικής ιστορίας και κοινωνίας, έκανε εκείνες τις επιλογές που μας απέδωσαν ένα κείμενο που διαβάζεται αβίαστα, μεταδίδοντας όλη τη θέρμη του στον αναγνώστη.

Δακτυλοβράχος

Τυφλό σύστημα δεν έμαθα ποτέ

Τα γράμματα πάντα με τα μάτια τα πατούσα

Δεν ήξερα να συλλαβίζω στο σκοτάδι

Ίσως γιατί η νύχτα δεν είναι οθόνη

Ή χαρτί γραφομηχανής

Ίσως γιατί είναι δέρμα

Από ζώο παράξενο

Τρελό

Που κοιμάται μέχρι να το ξυπνήσει

Ένα βλέμμα.

Hyperion, Dan Simmons

Τι έχουμε εδώ λοιπόν; «Επιστημονική φαντασία» λέει η ειδολογική κατάταξη, τα ράφια των βιβλιοπωλείων, το βραβείο Hugo, η αφήγηση γεγονότων ενός απώτερου μέλλοντος μιας ανθρωπότητας που έχει πια αφήσει τη Γη και έχει επεκταθεί σε δεκάδες εξωπλανήτες.

Κι όμως, καθώς ο αναγνώστης βουτάει όλο και πιο βαθιά σε αυτόν τον βαθιά σύνθετο και μελετημένο κόσμο όπου τον πετάει ο Σίμονς (ακολουθώντας μαεστρικά την αρχή του «show, don’t tell»), συνειδητοποιεί ότι εδώ έχει να κάνει με κάτι πολύ παραπάνω· με ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα που αποτελεί ταυτόχρονα άσκηση ύφους, που εκτείνεται σε τουλάχιστον έξι άλλα είδη/αφηγηματικά μοτίβα, που είναι γραμμένο σε μια απίστευτη πρόζα, όσο μπορώ τουλάχιστον να αντιληφθώ στο αγγλικό πρωτότυπο, που συνομιλεί μέσω μιας λεπτής διακειμενικότητας με πλήθος άλλων λογοτεχνικών έργων (και όχι μόνο).

Κάπου στον 29ο αιώνα, επτά ταξιδιώτες (ένας ιερέας, ένας απόστρατος αξιωματικός, ένας ποιητής, ένας καθηγητής πανεπιστημίου, μια ιδιωτική ντετέκτιβ, ένας ανώτερος διοικητικός αξιωματούχος, και ο«Ναΐτης» κυβερνήτης ενός τεράστιου δεντροδιαστημόπλοιου), άγνωστοι ως τότε μεταξύ τους, συναντιούνται λίγο πριν φτάσουν σε έναν μακρινό και αφιλόξενο πλανήτη, τον Υπερίωνα, για να σώσουν (;) τον κόσμο από έναν διαπλανητικό πόλεμο ξεκινώντας -εκόντες άκοντες- ένα ιδιότυπο «προσκύνημα» προς τον τόπο όπου βρίσκεται ένα παράξενο ον, θεός και φονική μηχανή μαζί, που σύμφωνα με τον θρύλο μπορεί να πραγματοποιήσει την ευχή ενός από αυτούς σκοτώνοντας ταυτόχρονα τους υπόλοιπους.

Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού, που καταλαμβάνει αφηγηματικά όλο το πρώτο βιβλίο της σειράς, θα διηγηθούν διαδοχικά την ιστορία που έφερε τον καθένα τους στον Υπερίωνα, δίνοντάς μας την ευκαιρία, όχι μόνο να γνωρίσουμε σταδιακά όλο και περισσότερες ψηφίδες αυτού του κόσμου, αλλά και να διαβάσουμε έξι εξαιρετικές εγκιβωτισμένες νουβέλες, η καθεμιά από τις οποίες θα μπορούσε να σταθεί αυτόνομα ως ολοκληρωμένο έργο.

Η ιστορία του χριστιανού ιεραποστόλου που έχει χάσει την πίστη του· η ερωτική σχέση του πολεμιστή με ένα πλάσμα από άλλον χωροχρόνο· η ιστορία της ανόδου και της πτώσης ενός ποιητή· η ιστορία ενός ζευγαριού που βλέπει την χαρισματική του κόρη πρώτα να μεγαλώνει και να γίνεται αρχαιολόγος και μετά να ξαναμικραίνει μέρα τη μέρα μετά από κάτι σαν κατάρα σε μια ανασκαφή στον Υπερίωνα· η νουάρ νουβέλα με το κυβερνοανδροειδές που προσλαμβάνει μια ιδιωτική ντετέκτιβ για να βρει τον δολοφόνο του· το οικολογικό παραμύθι που αφηγείται άλλη μια ιστορία αποικιακής εκμετάλλευσης παράλληλα με έναν έρωτα που εκτυλίσσεται σε δύο χρονικές ταχύτητες· συναρπαστικές όλες τους, αποτελούν παραλλαγές σε γνωστά μοτίβα, με εκείνη τη μικρή -ή μεγαλύτερη- διαφοροποίηση κάθε φορά που τους δίνει φρεσκάδα και πρωτοτυπία και τις ενώνει στην κεντρική πλοκή του βιβλίου.

Ένα βιβλίο που φαινομενικά κλείνει μετέωρα, καθώς η ιστορία που αφηγείται συνεχίζεται στο επόμενο, αλλά ταυτόχρονα αφήνει στο τέλος και ένα αίσθημα ολοκλήρωσης, αφού τελικά σημασία έχει πάντα το ταξίδι (και οι ιστορίες του).

«Για σένα τραγουδάω»

Ο φόβος που την πλημμυρίζει δεν είναι τρακ. Έχει μοχθήσει πολύ στη ζωή της για να αμφιβάλλει για τις ικανότητές της. Το λαρύγγι της θα τη βγάλει ασπροπρόσωπη, ακόμη και σε τούτη τη δοκιμασία. Η μουσική θα είναι τέλεια. Όμως πώς θ’ ακουστεί; Κορμιά απλώνονται μπρος της, στρατιές ψυχών, ως εκεί που δεν φτάνει το μάτι. Η μάζα καμπυλώνει κατά μήκος της ανταυγάζουσας λίμνης και είναι πυκνή έως το μνημείο του Ουάσιγκτον. Κι από τούτη τη γεμάτη ελπίδα στρατιά αναβρύζει μια ανάγκη τόσο βαθιά, που θα την πνίξει τη Μάριαν Άντερσον. Είναι παγιδευμένη στον πυθμένα ενός ωκεανού ελπίδας και πολεμάει να ανασάνει.

Ρίτσαρντ Πάουερς, Ο καιρός των τραγουδιών μας, σελ. 66-67 (μετάφραση Μιχάλης Μακρόπουλος

Το 1939 οι Κόρες της Αμερικανικής Επανάστασης, μια γυναικεία οργάνωση με μέλη βιολογικές απογόνους Αμερικανών που συμμετείχαν στον αγώνα για την ανεξαρτησία των ΗΠΑ, απαγόρευσαν στη μεγάλη Αφροαμερικανή τραγουδίστρια Μάριαν Άντερσον να τραγουδήσει στην Αίθουσα του Συντάγματος στο κτίριο της οργάνωσης στην Ουάσιγκτον, λόγω του χρώματός της. Τότε η Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ, Έλεανορ Ρούζβελτ, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, παραιτήθηκε από την οργάνωση και κανόνισε να τραγουδήσει η Άντερσον στα σκαλιά του Μνημείου Λίνκολν, όπου και αποθεώθηκε από πάνω από 75.000 ανθρώπους. Η περιγραφή της συναυλίας από τον Ρίτσαρντ Πάουερς στο μυθιστόρημά του είναι συγκλονιστική.

Αντιπαθητικό

Έχω ένα θέμα με την παθητική φωνή
Με τη φωνή που κάθεται εκεί
Απαντώντας
Ναι Καταλαβαίνω Έχεις δίκιο.
Ποτέ δεν λέει τι πιστεύει
Ποτέ δεν πιστεύει τι λέει

Έχω ένα θέμα με την παθητική φωνή
Με τη φωνή που χαϊδεύεται
Ενώ θέλει να ουρλιάξει
Να δαγκώσει
Να ξεσκίσει
Λέξεις κι αισθήματα και φόβους

Έχω ένα θέμα με την παθητική φωνή
Με τη φωνή που κρύβεται πίσω από άλλους
Που άλλοι πρέπει να μιλήσουν
Που άλλοι πρέπει να μη φοβηθούν
Που άλλοι πρέπει να φωνάξουν
Άλλοι, αλλού, άλλοτε, αλλιώς

Έχω ένα θέμα με την παθητική φωνή
Με τη φωνή που αποκρίνεται
Ξοδεύομαι αντί για Δίνω
Παιδεύομαι αντί για Φεύγω
Κρύβομαι αντί για Ορμώ
Φαίνομαι αντί για Ζω