Απαίσιος· ο εξαιρετικά άσχημος, δυσάρεστος ή ενοχλητικός (ΛΚΝ)

Οφείλω να ομολογήσω ότι απέναντι στο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα, και μάλιστα σε αυτό που αξιώνει να έχει και πολιτικές προεκτάσεις, κρατάω μικρό καλάθι, καθώς οι πρόσφατες -λίγες- εμπειρίες μου με έφεραν σε επαφή με βιβλία που χρησιμοποιούσαν την αστυνομική πλοκή όχι απλώς ως πρόσχημα (αυτό δεν θα ήταν απαραίτητα κακό), αλλά και χωρίς καμία ιδιαίτερη φροντίδα να είναι ρεαλιστική ή έστω αληθοφανής. Για να το πω κι αλλιώς, ελληνικό πολάρ που να το ευχαριστηθώ σαν μυθιστόρημα δεν μου είχε κάτσει ως τώρα.

Αυτό άλλαξε την προηγούμενη εβδομάδα (μέσα Απρίλη 2021), όταν βρέθηκε στα χέρια μου το νεοεκδοθέν μυθιστόρημα του Γιάννη Μόσχου «Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι.» (όχι και ο πιο εύστοχος τίτλος που θα μπορούσε να βρεθεί, ενώ αυτή η τελεία στο τέλος του εξακολουθεί να μου κάθεται στραβά). Αφορμή ήταν η μίνι-συνέντευξη που πήρα από τον συγγραφέα και η αναδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο στα Marginalia. Τόσο οι πληροφορίες στο συνοδευτικό Δελτίο Τύπου, όσο -κυρίως- οι απαντήσεις του συγγραφέα στις ερωτήσεις που του έθεσα, με παρακίνησαν να το ξεκινήσω αμέσως και δεν απογοητεύτηκα.

Το «Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι.» λοιπόν είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στον Βόλο και την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας και της Στερεάς το 1975, έναν χρόνο μετά τη μεταπολίτευση, ενώ υπάρχουν διάσπαρτες στο βιβλίο αναδρομές στα χρόνια της δικτατορίας. Ήρωάς του είναι ο Μάνος Πετράκης, ένας υπομοίραρχος της χωροφυλακής, ιδιότητα που κανονικά δύσκολα θα τον έκανε συμπαθή στο προοδευτικό αναγνωστικό κοινό. Εδώ όμως πρόκειται για έναν εύστροφο, αλλά παραγκωνισμένο τα προηγούμενα χρόνια υπομοίραρχο, βιβλιόφιλο και «ιδιόρρυθμο», που έχει βρεθεί στο Σώμα για να ξεφύγει -για τελείως προσωπικούς λόγους- από την ασφυκτικά συντηρητική κρητική κοινωνία.

Τυφλό σημείο και παραφωνία του συστήματος που τον άφηνε να υπάρχει κρυμμένος πίσω από όγκους γραφειοκρατικής δουλειάς, ο Μάνος Πετράκης είχε πλέον εσωτερικεύσει το «λάθε βιώσας» -μέχρι που η ηγεσία της τοπικής Χωροφυλακής του αναθέτει την εξιχνίαση του φόνου του χουντικού πρώην νομάρχη Μαγνησίας, στο πλαίσιο της εν πολλοίς προσχηματικής αποχουντοποίησης της εποχής που ήθελε άφθαρτα πρόσωπα να βγουν μπροστά στα σώματα ασφαλείας. Το παιχνίδι των προϊσταμένων του Πετράκη είναι διπλό, καθώς μπορούν να χρησιμοποιήσουν κατά το δοκούν την θετική ή αρνητική έκβαση των ερευνών του, αλλά ταυτόχρονα και να τις έχουν υπό τον έλεγχό τους.

Ο Πετράκης, στα χαμένα αρχικά, διαψεύδει τις χαμηλές προσδοκίες και αρχίζει να ξετυλίγει το νήμα της δολοφονίας, που την ακολουθούν κι άλλες, φτάνοντας μπροστά σε ένα από τα πολλά σκάνδαλα της χούντας, όταν διάφοροι απίθανοι κι επικίνδυνοι τύποι, υπό την πλήρη κάλυψη του καθεστώτος, γέμιζαν τις τσέπες τους κάνοντας κάθε είδους κομπίνες (εδώ συγκεκριμένα το σκάνδαλο περιελάμβανε κάποια πολύ μαύρα -κυριολεκτικά και μεταφορικά- εισαγόμενα κρέατα). Ακολουθώντας τον, παίρνουμε μια γεύση από την πολύ πρώιμη μεταπολίτευση και την απρόθυμη για ένα μεγάλο κομμάτι του κρατικού μηχανισμού μετάβαση στην ομαλότητα -πρόθυμη, μόνο όταν συνδυαζόταν με λήθη και κουκούλωμα.

Παράλληλα, ο Μόσχος αποτολμά να μας δώσει την οπτική γωνία κάποιων από τους «κακούς» της ιστορίας, των πιο λούμπεν θα μπορούσαμε να πούμε, σε καμία περίπτωση για να τους δικαιολογήσει, αλλά σε μια προσπάθεια να γίνουν κατανοητά τα κίνητρά τους, αλλά και οι ρίζες και τα αίτια των πράξεών τους, ψηλαφώντας το παρελθόν τους και το παρελθόν του τόπου: οικογένεια, κατοχή, εμφύλιος, μετεμφυλιακό κράτος και χούντα. Κατορθώνει μάλιστα να το κάνει χωρίς να μειώνεται στο ελάχιστο -το αντίθετο μάλλον- η αποστροφή μας για τις πράξεις τους.

Παρότι, όπως και ο συγγραφέας, γεννήθηκα λίγο μετά την εποχή κατά την οποία διαδραματίζεται το βιβλίο, η αίσθηση αληθοφάνειας που μου έδινε ήταν έντονη και βαθιά, τόσο σε επίπεδο ατμόσφαιρας, όσο και αστυνομικού μυστηρίου. Καθώς φαίνεται, ο Μόσχος αξιοποίησε δημιουργικά την έρευνά του, αλλά και όσα άκουσε από ανθρώπους που έζησαν τα γεγονότα. Ελάχιστα πράγματα να φαντάζουν ξεκούρδιστα ή εκτός κλίματος, όπως κάποια σημεία όπου διαβάζουμε για τις αρκετά ιδεαλιστικές σκέψεις του Πετράκη για τη δικαιοσύνη και το χρέος του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι φτάνουμε στον διδακτισμό ή σε ένα τελείως αχρείαστο exposition.

Εκεί όμως που το μυθιστόρημα κερδίζει το στοίχημα, είναι ο ρυθμός, που θυμίζει στο μεγαλύτερο μέρος του τις καλύτερες στιγμές των γαλλικών ή αμερικανικών νουάρ. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι καταιγιστικός, αλλά ότι είναι πραγματικά καλοκουρδισμένος: όχι φρενήρης, αλλά ούτε και πλαδαρός, πράγμα που σπάνια το συναντά κανείς στα ελληνικά αστυνομικά, με ελάχιστες και πολύ λιτές περιγραφές και φυσικούς διαλόγους, τη μεγάλη μάστιγα των περισσότερων μυθιστορημάτων, ελληνικών και μη. Πρόκειται για ένα βιβλίο δηλαδή που σε τραβά να το ρουφήξεις.

Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, ότι το μυθιστόρημα διασταυρώνεται, με τον δικό του τρόπο, με τέσσερα θέματα που απασχόλησαν πρόσφατα την κοινή γνώμη: τη γέννηση της 17Ν, την ατιμωρησία της αστυνομικής βίας, τους παιδοβιασμούς και την υπόθεση Γιακουμάκη, ενώ και οι διακειμενικές του αναφορές, με κορυφαίο το κεφάλαιο που συνομιλεί με το Οδός Αβύσσου, αριθμός 0 του Λουντέμη, είναι πολλές και καλά δεμένες με το περιεχόμενο.

Εν κατακλείδι, το «Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι.» είναι ένα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα με πολιτικές προεκτάσεις που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον και μιλά πειστικά για το λίγο μετά της χούντας, αλλά κυρίως για την ίδια, τους ανθρώπους και όσους της αντιστάθηκαν. Αναζητήστε το.

Άλικη

Πρώτα εμφανίστηκε το χαμόγελό του στον καθρέφτη. Αφύσικα ανθρώπινο, υπερβολικά καλοσχηματισμένο, απόκοσμα χαρούμενο. Έπειτα τα λευκά μουστάκια του, τα ολοστρόγγυλα μάτια του, τα τριγωνικά αυτιά του, το ριγωτό του σώμα και τα νωχελικά του μέλη. Τον κοίταζε χωρίς να μιλά, μαγνητισμένη από την αντανάκλασή της στα δόντια του. Τον κοίταζε και περίμενε να την καλέσει. Εκείνος, χαμογελώντας ακόμη, άπλωσε τα μπροστινά του πόδια και της τρύπησε -ξανά- τους λοβούς των αυτιών της με το νύχι. Έτρεξε αίμα (λίγο), χρόνος (πολύς), και ένα μαύρο ρυάκι από τα μάτια της. Μετά έβαλε τα χέρια του στις τσέπες της και έβγαλε δύο σκουλαρίκια, ένα κόκκινο και ένα μπλε. «Αυτή τη φορά δεν θα διαλέξεις», είπε και της τα φόρεσε στα αυτιά. 

Όταν το κορίτσι αποκοιμήθηκε μπροστά του, ο γάτος έκανε ένα σάλτο, άφησε τη χαμογελαστή του μασέλα δίπλα της και έφυγε. Είχε δει ένα κουνέλι να περνά πίσω της και έπρεπε να βιαστεί για να μην του ξεφύγει.

Τα σταφύλια της οργής, Τζον Στάινμπεκ

Μεγάλο ποτάμι φουσκωμένο,
η οργή του λαού,
κυλάει πάνω απ’ τα χωράφια,
ποιος τη σταματάει, ποιος τη σταματάει,
ποιος, ποιος τη σταματάει.

(Από τη Μπαλάντα του Ξεσηκωμού
Τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη
Άλμπουμ: Φουέντε Οβεχούνα
Συνθέτης: Θάνος Μικρούτσικος
Στιχουργός: Γιάννης Μιχαηλίδης )

Τι μπορεί άραγε να γράψει κανείς για ένα βιβλίο σαν κι αυτό που να μην έχει ξαναγραφτεί; Νομίζω ότι το μόνο που μπορεί να κάνει πια είναι να καταθέσει την προσωπική του αναγνωστική εμπειρία (ή καλύτερα την προσωπική σχέση που ανέπτυξε μαζί του διαβάζοντάς το) γνωρίζοντας ότι μοιραία θα επαναλάβει πράγματα που έχουν ήδη ειπωθεί και γραφτεί χιλιάδες φορές μέχρι σήμερα. Στο κάτω-κάτω αυτή είναι και η ουσία του κλασικού έργου.

Τα Σταφύλια της Οργής λοιπόν είναι ένα βιβλίο που με συγκλόνισε με πολλούς τρόπους και σε διαφορετικά επίπεδα. Ένα βιβλίο που από τις πρώτες κιόλας αράδες σε αρπάζει στον κόσμο του με τέτοια ορμή και τέτοια πειστικότητα που σε κάνει να το σκέφτεσαι ακόμη και τις ώρες που δεν το διαβάζεις, ακόμη κι αν το αφήσεις για μέρες. Πολύ περισσότερο αν κατάγεσαι από αγροτική οικογένεια, όπως ο υποφαινόμενος, και έχεις ζήσει κι εσύ τη φτώχεια του αγρότη, την αγωνία για τη γη και τις καιρικές συνθήκες, τη γεωργική ζωή και τη συγκομιδή της σοδειάς (και του βαμβακιού).

Πιστό χρονικό του Dust-Bowl effect και της Μεγάλης Ύφεσης του ’30 όπως τη βίωσαν οι αγρότες των Μεσοδυτικών Πολιτειών των ΗΠΑ, ύμνος στην αγροτιά και τη μάνα, τοιχογραφία εποχής, κοινωνικό μυθιστόρημα, σοσιαλιστικός ρεαλισμός -είμαι σίγουρος ότι όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί έχουν ήδη αποδοθεί στα Σταφύλια της Οργής, και όλοι τους ισχύουν. Ο Στάινμπεκ κατόρθωσε να φτιάξει ένα μυθιστόρημα που ενεργοποιεί τόσο τις αισθήσεις που νιώθεις ότι βλέπεις, ακούς, μυρίζεις, γεύεσαι κι αγγίζεις το καθετί που περνά από τις σελίδες του.

Ταυτόχρονα, ακόμη κι όταν φλερτάρει με τα διαβόητα «μηνύματα» που υποτίθεται ότι πρέπει να έχουν τα σπουδαία έργα τέχνης, κατορθώνει να αποφύγει τον διδακτισμό και να αφήσει την ιστορία του να μιλήσει και τον αναγνώστη να βγάλει τα συμπεράσματά του. Είναι σχεδόν απίστευτη η πληθώρα των θεμάτων που θίγει και εξίσου απίστευτη η λεπτότητα με την οποία τα θίγει, ακόμη και στα εμβόλιμα μικρά κεφάλαια που αφηγούνται τη μεγάλη εικόνα, παράλληλα με την ιστορία της οικογένειας στην οποία επικεντρώνεται.

Αυτό όμως που διαπνέει πραγματικά όλο το έργο είναι η αγάπη και η κατανόησή του για τους απλούς ανθρώπους που εμφανίζονται περισσότερο ή λιγότερο στις σελίδες του, ακόμη κι αν πρόκειται για πρόσωπα που βρίσκονται απέναντι στους ήρωές του. Άνθρωποι ατελείς, με τις αδυναμίες τους, τους φόβους τους, τα λάθη τους, για τους οποίους υπάρχει όμως πάντα νοιάξιμο και ενσυναίσθηση από τη μεριά του αφηγητή. Η οργή εμφανίζεται μόνο απέναντι στην ξέχειλη αδικία, στο απρόσωπο κεφάλαιο, στα μεγάλα αφεντικά, στους σκληρόπετσους έχοντες και κατέχοντες.

Μεγαλύτερη κι από την οργή του όμως είναι η αισιοδοξία του και η πίστη του στον άνθρωπο (και τον Άνθρωπο), τόσο σαν άτομο, όσο και σαν κοινωνικό ον που υπάρχει δια της συνύπαρξης, της αλληλεγγύης και της αυτοοργάνωσης (πόσο χαρακτηριστική είναι η αντίστιξη κάποιων σελίδων του με το υπαρξιστικό «Η Κόλαση είναι οι άλλοι»). «Μερικοί από μας πεθαίνουμε, μα όσοι απομένουν, γίνονται πιο δυνατοί», καταλήγει η μάνα προς το τέλος του βιβλίου, καταπώς μεταφράζει τα λόγια της ο Κοσμάς Πολίτης.

Αξίζει πράγματι ξεχωριστή μνεία στον πρώτο σπουδαίο μεταφραστή του Στάινμπεκ στα ελληνικά. Λογοτέχνης ο ίδιος, επιφανές μέλος της γενιάς του ’30, ο Κοσμάς Πολίτης δίνει σε μια γλαφυρή δημοτική μια τόσο ζωντανή, τόσο χυμώδη και τόσο εύστοχη μετάφραση του έργου που πολλές φορές ξεχνάς ότι διαβάζεις ένα μεταφρασμένο έργο του Στάινμπεκ, και νομίζεις ότι έχεις μπροστά σου ένα ελληνικό μυθιστόρημα στο πρωτότυπο. Η διαχρονική δημοφιλία του συγκεκριμένου έργου, αλλά και γενικότερα του Στάινμπεκ, στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό οφείλει πολλά στον Κ. Πολίτη.

Ένα πραγματικά κλασικό έργο, που δεν είναι καθόλου παρωχημένο, ούτε λογοτεχνικά ούτε θεματικά, και δεν θα έπρεπε να γίνεται αντιληπτό μόνο ως εφηβικό ανάγνωσμα, όπως είναι η μοίρα πολλών ανάλογων κλασικών βιβλίων. Αν δεν το έχετε διαβάσει, μην το φοβάστε.

Νυχτερινό

Σε κάποιον άλλο τόπο
Σε κάποιαν άλλη χώρα
Είμαστε σύννεφα
Που διψάμε για χώμα

Σε κάποιον άλλο χρόνο
Σε κάποιαν άλλη εποχή
Είμαστε νύχτες
Που διψάμε για φως

Σε κάποιο άλλο σώμα
Σε κάποιο άλλο πρόσωπο
Είμαστε δάχτυλα
Που διψάμε.

Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ, Τζούλιαν Μπαρνς

Kaelkael / CC BY-SA

Οι βιογραφίες, και δη οι μυθιστορηματικές, είναι από τα λογοτεχνικά είδη που δεν με έλκουν καθόλου· είναι πολύ δύσκολο ένα κείμενο που έχει ως επίκεντρό του ένα πρόσωπο να ξεφύγει από την αγιογραφία, τον διδακτισμό ή -πιο σπάνια- τον λίβελο, κι αυτά υπάρχουν ήδη γύρω μας σε πολύ μεγάλες δόσεις.

Ακόμη λιγότερο με αφορά η μυθιστορηματική βιογραφία με θέμα τη ζωή κάποιου συγγραφέα: μου αρκούν τα βιβλία του που τα διαβάζω για την αναγνωστική απόλαυση που μπορούν να μου προσφέρουν και όχι ως υλικό για να τον ψυχαναλύσω εκ των υστέρων (ο Φλωμπέρ σε ένα γράμμα του σημείωνε ότι ο συγγραφέας δεν θα πρέπει να εκφράζει πουθενά στο βιβλίο του τα συναισθήματα ή τις απόψεις του).

Με τον Φλωμπέρ τον ίδιο πάλι έχω μάλλον μικρή εξοικείωση· αν ήθελα, ακολουθώντας τον Μπαρνς, να γράψω, μια βδομάδα πριν, τη δική μου εκδοχή της βιογραφίας του Φλωμπέρ, θα έγραφα κάτι τέτοιο:

Γκυστάβ Φλωμπέρ: Γάλλος μυθιστοριογράφος του 19ου αιώνα, από τους θεμελιωτές του ρεαλισμού, διάσημος για το έργο του «Μαντάμ Μποβαρί» (ΠΡΕΠΕΙ να το διαβάσω κάποια στιγμή). Στηλίτευε την αστική υποκρισία και τα ήθη της εποχής του. Έγραψε επίσης το «Σαλαμπώ» (κάτι με την Καρχηδόνα), την «Αισθηματική Αγωγή» (μη με ρωτάτε, δεν έχω ιδέα), το «Λεξικό των Κοινών Τόπων» (το μόνο του βιβλίο που έχω διαβάσει, αριστούργημα της ειρωνικής χρήσης του λόγου). Θυμάμαι ένα πορτρέτο του στο οποίο είναι ντυμένος περίεργα. Τον αναφέρουν (ή νομίζω ότι τον αναφέρουν) διάφοροι αγαπημένοι μου συγγραφείς (Έκο, Κούντερα κοκ.). Κανονικά θα έπρεπε να τον γράφω «Φλομπέρ», αλλά δεν μου πάει το χέρι, ίσως επειδή αυτή η γραφή μου θυμίζει αερόβολο.

Γιατί λοιπόν να ξεκινήσω ένα βιβλίο που συχνά παρουσιάζεται ως μια -εναλλακτική έστω- βιογραφία ενός διάσημου συγγραφέα με το έργο του οποίου δεν έχω ιδιαίτερη επαφή; Εντάξει, έχει καλές κριτικές και ικανοποιητική βαθμολογία στο goodreads.com, αλλά μάλλον δεν αρκούν αυτά. Νομίζω ότι αυτό που με έπεισε να διαβάσω το βιβλίο, πέρα από το γεγονός ότι με είχε ενθουσιάσει η γραφή του Μπαρνς στα Τρία Επίπεδα της Ζωής, ήταν ο τίτλος του· ένιωθα ότι μου υποσχόταν ότι εδώ δεν θα διαβάσω ακριβώς για τον Φλωμπέρ, αλλά για κάτι παραδίπλα, με αφορμή τον Γάλλο μυθιστοριογράφο.

Δεν διαψεύστηκα· ο Μπαρνς γράφει ένα ιδιαίτερο βιβλίο, που όχι απλώς απέχει πολύ από μια κλασική μυθιστορηματική βιογραφία, αλλά είναι ταυτόχρονα προσωπική αναζήτηση, λογοτεχνική κριτική, στοχασμός πάνω στην τέχνη, στο ίδιο το είδος της βιογραφίας, στην αλήθεια, την ηθική, τον έρωτα και άλλα πολλά. Μεταμοντέρνο, τόσο στη μορφή όσο και στην ουσία του, γεμάτο χιούμορ, αλλά και αυτοσαρκασμό, είναι ένα βιβλίο που δεν παίρνει πολύ στα σοβαρά τον εαυτό του, όπως περίπου έκανε και ο Φλωμπέρ (ή μάλλον, ο Φλωμπέρ έτσι όπως μας τον παρουσιάζει).

Ο αφηγητής και κεντρικό (πέρα από τον Φλωμπέρ) πρόσωπο του βιβλίου είναι ένας χήρος συνταξιούχος Άγγλος γιατρός που έχει ως προσωπικό πάθος τον Γάλλο συγγραφέα και συγκεντρώνει υλικό γύρω από εκείνον για να γράψει κάποια στιγμή ένα βιβλίο. Στον Παπαγάλο του Φλωμπέρ τον ακολουθούμε σε αυτές του τις προσπάθειες, είτε στη ζωή είτε στο χαρτί, και ταυτόχρονα τον βλέπουμε να αφηγείται έμμεσα άλλες δύο ιστορίες, τη δική του και της συζύγου του. Μάλιστα η αφηγηματική φωνή μοιάζει να μιμείται σε πολλές περιπτώσεις, είτε έμμεσα είτε ρητά, το ύφος, αλλά και τις συγγραφικές τεχνικές του ίδιου του Φλωμπέρ, φωτίζοντας έτσι με έναν διαφορετικό τρόπο τον τίτλο του βιβλίου, που μπορεί και να σημαίνει ότι εδώ μιλά κάποιος που μιμείται τον Φλωμπέρ.

Έτσι, στο πρώτο κεφάλαιο μιλά για αναζήτηση του αυθεντικού παπαγάλου που δανείστηκε ο Φλωμπέρ για τις ανάγκες της συγγραφής της Απλής Καρδιάς, μια αναζήτηση που θα διατρέχει όλο το βιβλίο σαν μια παραβολή για το ζήτημα της αλήθειας όταν έχουμε να κάνουμε με το παρελθόν· στο δεύτερο ο αφηγητής μας δίνει (χωρίς άλλη εξήγηση) τρεις εκδοχές ενός χρονολογίου της ζωής του συγγραφέα, μία που στέκεται στις επιτυχίες του, μία στις ατυχίες και στις σκιές της ζωής του, και μία με ρήσεις του σε χρονολογική σειρά· στο τρίτο έχουμε μια παιγνιώδη ιστορία γύρω από την ανακάλυψη κάποιας χαμένης ερωτικής του αλληλογραφίας· στο τέταρτο μια καταγραφή, εν είδει ανεκδοτολογικής μονογραφίας, της σχέσης του Φλωμπέρ με τα ζώα, μέσα από τα γραπτά του, αλλά και περιστατικά της ζωής του και πάει λέγοντας.

Υπάρχουν ακόμη κεφάλαια για τις συμπτώσεις γύρω από τον Φλωμπέρ, για τον ρεαλισμό και την εσωτερική συνέπεια των λογοτεχνικών έργων, για τη σχέση του συγγραφέα με την Αγγλία ή με τον σιδηρόδρομο, για τις ιδέες του που ποτέ δεν εξελίχθηκαν σε βιβλία. Καθώς το βιβλίο προχωρά προς το τέλος του, η γραφή γίνεται όλο και πιο τολμηρή, όλο και πιο φιλόδοξη, όλο και πιο πειραματική: σε ένα κεφάλαιο ο αφηγητής απαντά σε καθεμιά από τις βασικότερες κατηγορίες που έχει προσάψει η κριτική κατά καιρούς στον Φλωμπέρ, στο επόμενο γράφει σε πρώτο πρόσωπο την άποψη της περιστασιακής ερωμένης του Φλωμπέρ, Λουίζ Κολέ, για τη μεταξύ τους σχέση, έπειτα γράφει ένα κεφάλαιο που αποτελεί το δικό του συμπλήρωμα του «Λεξικού των Κοινών Τόπων», αυτή τη φορά όμως με λήμματα που αφορούν άμεσα τη ζωή και το έργο του Φλωμπέρ.

Λίγο πριν τελειώσει το βιβλίο, ήρθα αντιμέτωπος με μια σχεδόν ανατριχιαστική σύμπτωση: ο αφηγητής μιλά -επιτέλους- ευθέως για τη σύζυγό του που έχει πεθάνει πρόσφατα και το πώς βιώνει ο ίδιος αυτή την απώλεια. Όσοι και όσες έχουν διαβάσει τα Τρία επίπεδα της ζωής θα θυμούνται ότι το θέμα τους είναι ακριβώς η προσπάθεια του ίδιου του Μπαρνς να διαχειριστεί περίπου τριάντα χρόνια μετά την απώλεια της δικής του συζύγου· διαβάζοντας τις σχετικές σελίδες στον «Παπαγάλο» άκουγα τον αντίλαλο του μελλοντικού αυτού βιβλίου…

Η παιγνιώδης διάθεση που διαπνέει το βιβλίο είναι εμφανής και στο προτελευταίο κεφάλαιο που έχει τη μορφή ερωτήσεων σε εναλλακτικό πανεπιστημιακό μάθημα με θέμα τον Φλωμπέρ και στο τελευταίο που κλείνει και πάλι με τον παπαγάλο και το ζήτημα της αλήθειας.

Πρόκειται τελικά για ένα πανέξυπνο, ευρηματικό και πνευματώδες μυθιστόρημα για τον Φλωμπέρ, τη συγγραφή και τη λογοτεχνία, που προσεγγίζει αυτά τα θέματα με τον τρόπο που έχει νόημα να το κάνει ένα μυθιστόρημα: φωτίζοντάς τα από πλευρές που άλλο είδος γραπτού λόγου δεν θα μπορούσε. Ελπίζω μόνο η πιο πρόσφατη έκδοση του Μεταίχμιου να έχει πιο προσεγμένη μετάφραση και επιμέλεια από αυτή του Aquarius που διέθετα.

Ψάχναμε τη θάλασσα

Είδα ένα όνειρο·
ήμασταν λέει -δεν ξέρω ποιοι-
σε δρόμους με πολυκατοικίες
και πιλοτές.
Ψάχναμε τη θάλασσα.
Κάποια στιγμή βρεθήκαμε
στο λιμάνι.
Ένας από μας πετούσε βότσαλα
-Σταμάτα, του είπαμε,
θα χτυπήσεις αυτούς που κολυμπάνε,
και βουτήξαμε στα γαλαζοπράσινα
βρόμικα νερά
με εκείνη τη διαρκή έννοια
που 'χουμε στον ύπνο μας
ότι κάνουμε κάτι
λάθος.
Μετά συνάντησα μια γυναίκα.
Κρατούσε τρία παιδιά
στην αγκαλιά της,
ένα βρέφος
και δύο νήπια
-δίδυμα.
Νομίζω ότι πέρασα
το μικρότερο για αγόρι 
-ή μήπως για μεγαλύτερο από τα δίδυμα;-
και καθώς κουβεντιάζαμε
είδαμε 
τα γυμνά πόδια μας
να είναι γεμάτα με πολύχρωμα
γυαλιστερά 
ορθογώνια
σκαθάρια
σαν πούλιες ή σαν παγιέτες.

Τινάζοντάς τα,
 αναληφθήκαμε.