Ο καιρός των τραγουδιών μας, Ρίτσαρντ Πάουερς

Μετά από πέντε μήνες που με συντρόφευε με μερικές σελίδες του σχεδόν κάθε μέρα, έφτασα στο τέλος των 800+ πυκνογραμμένων σελίδων αυτού του σπουδαίου βιβλίου, που βρέθηκε σχεδόν συμπτωματικά στα χέρια μου. Είναι από τις λίγες φορές που ένιωσα να ισχύει η κλισεδιά «ένα βιβλίο που δεν ήθελα να τελειώσει».

Ο Πάουερς φτιάχνει, με υλικά που αντλεί από τον συνδυασμό μερικών μαγικών «τι θα γινόταν αν;», μια πολυεπίπεδη ιστορία, που σε κάθε της σελίδα διαπνέεται από μια αδιαπραγμάτευτη αγάπη για τη μουσική -για κάθε είδους μουσική- και ταυτόχρονα αναπλάθει πολύ πειστικά ένα κομμάτι της ιστορίας των μαύρων στις ΗΠΑ τον 20ό αιώνα.

Ένας Γερμανοεβραίος εμιγκρές φυσικός, που ασχολείται με το ζήτημα της γραμμικότητας του χρόνου, και μια μαύρη πολλά υποσχόμενη Αμερικάνα σοπράνο, κόρη γιατρού, γνωρίζονται τυχαία στη μνημειώδη εμφάνιση της κοντράλτο Μάριαν Άντερσον έξω από το Καπιτώλιο, ερωτεύονται μεταξύ τους, παντρεύονται και γεννούν τρία παιδιά μιγάδες, σε διαφορετικές δερματικές αποχρώσεις. Μεγαλώνουν τα παιδιά τους μέσα στη μουσική και έξω από τις φυλετικές κατατάξεις, με μεγαλύτερη επιτυχία στο πρώτο από το δεύτερο- και οι δύο γιοι τους ακολουθούν καριέρα μουσικών κλασικής μουσικής (τραγούδι ο ένας, πιάνο ο άλλος, δίδυμο για χρόνια), με τον πρωτότοκο να είναι πραγματικό φαινόμενο, ενώ η κόρη εξελίσσεται σε ριζοσπάστρια και εμπλέκεται ενεργά στο κίνημα των μαύρων. Το πλαίσιο απόλυτα ρεαλιστικό, η οικογένεια και η ιστορία της προϊόν μυθοπλασίας.

Μέσα από παράλληλες χρονικότητες και αναδρομές, με τον μεσαίο γιο να αφηγείται την ιστορία τη δική του και της οικογένειάς του, προσπαθώντας να ανακαλύψει από τη μια αυτό που ψάχνουμε όλοι, το ποιοι είμαστε, αλλά με κάποια έξτρα δυσκολία ο ίδιος, και από την άλλη τα τι, τα πώς και τα γιατί της μουσικής, ταξιδεύουμε σε διαφορετικούς δρόμους χειραφέτησης και απώλειας. Και όλα αυτά δίνονται με μια απαράμιλλη πρόζα που καταφέρνει να ισορροπεί διαρκώς ανάμεσα στον λυρισμό και την κυνικότητα, το κωμικό και το τραγικό, τον φιλοσοφικό στοχασμό και την μουσικολογική ακρίβεια.

Ο Καιρός των τραγουδιών μας (Βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ) είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα του «ανάμεσα», ένα μυθιστόρημα που μοιάζει περισσότερο να «ακούγεται», παρά να διαβάζεται, ένα μυθιστόρημα-κιβωτός.

Σπουδαία η μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου που, μπροστά στην κολοσσιαία πρόκληση ενός πλήθους μουσικών όρων, λιμπρέτων, τίτλων μουσικών έργων και τραγουδιών, αλλά και γεγονότων και στοιχείων της αμερικανικής ιστορίας και κοινωνίας, έκανε εκείνες τις επιλογές που μας απέδωσαν ένα κείμενο που διαβάζεται αβίαστα, μεταδίδοντας όλη τη θέρμη του στον αναγνώστη.

«Για σένα τραγουδάω»

Ο φόβος που την πλημμυρίζει δεν είναι τρακ. Έχει μοχθήσει πολύ στη ζωή της για να αμφιβάλλει για τις ικανότητές της. Το λαρύγγι της θα τη βγάλει ασπροπρόσωπη, ακόμη και σε τούτη τη δοκιμασία. Η μουσική θα είναι τέλεια. Όμως πώς θ’ ακουστεί; Κορμιά απλώνονται μπρος της, στρατιές ψυχών, ως εκεί που δεν φτάνει το μάτι. Η μάζα καμπυλώνει κατά μήκος της ανταυγάζουσας λίμνης και είναι πυκνή έως το μνημείο του Ουάσιγκτον. Κι από τούτη τη γεμάτη ελπίδα στρατιά αναβρύζει μια ανάγκη τόσο βαθιά, που θα την πνίξει τη Μάριαν Άντερσον. Είναι παγιδευμένη στον πυθμένα ενός ωκεανού ελπίδας και πολεμάει να ανασάνει.

Ρίτσαρντ Πάουερς, Ο καιρός των τραγουδιών μας, σελ. 66-67 (μετάφραση Μιχάλης Μακρόπουλος

Το 1939 οι Κόρες της Αμερικανικής Επανάστασης, μια γυναικεία οργάνωση με μέλη βιολογικές απογόνους Αμερικανών που συμμετείχαν στον αγώνα για την ανεξαρτησία των ΗΠΑ, απαγόρευσαν στη μεγάλη Αφροαμερικανή τραγουδίστρια Μάριαν Άντερσον να τραγουδήσει στην Αίθουσα του Συντάγματος στο κτίριο της οργάνωσης στην Ουάσιγκτον, λόγω του χρώματός της. Τότε η Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ, Έλεανορ Ρούζβελτ, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, παραιτήθηκε από την οργάνωση και κανόνισε να τραγουδήσει η Άντερσον στα σκαλιά του Μνημείου Λίνκολν, όπου και αποθεώθηκε από πάνω από 75.000 ανθρώπους. Η περιγραφή της συναυλίας από τον Ρίτσαρντ Πάουερς στο μυθιστόρημά του είναι συγκλονιστική.

Ποια Αμερική;

«Δεν υπήρχε πια το χωνευτήρι, αυτή ήταν η τραγωδία. Υποτίθεται ότι θα τους δεχόμασταν όλους, θα τους καλωσορίζαμε με ανοιχτές αγκάλες, θα τους σφίγγγαμε πάνω μας, με τη στοργή που δείχνουμε στους δικούς μας ανθρώπους, θα σφυρηλατήσουμε από χιλιάδες φυλές, μια μοναδική δυνατή, παλλόμενη φυλή. Αυτή ήταν η αρχική ιδέα. Καθόλου κακή, εδώ που τα λέμε. Ένας λαός. Μια καλή, ευπρεπής, τολμηρή και έντιμη φυλή.

Κάπου όμως στα μισά του δρόμου η ιδέα άρχισε να ξεφτάει. Είχε κρατήσει πιο πολύ από τις περισσότερες ιδέες στην Αμερική, όπου όλα τελούν υπό καθεστώς μονίμου μεταβολής. Στην Αμερική υπάρχει πάντα ένας καινούριος πρόεδρος ή ένας καινούριος πόλεμος ή ένα καινούριο σίριαλ ή ένα καινούριο τοκ-σόου ή ένας καινούριος καταπληκτικός συγγραφέας. Μπροστά στον συντριπτικό πλούτο ιδεών που κατακλύζουν συνεχώς την Αμερική, μέρα και νύχτα, νύχτα και μέρα, δεν ήταν τόσο αξιοπερίεργο που οι άνθρωποι άρχισαν να σκέφτονται ότι η ιδέα να συγχωνεύσουμε όλα αυτά τα διαφορετικά χρώματα, τις γλώσσες και τους πολιτισμούς, ίσως να μην ήταν τελικά και τόσο καταπληκτική. Πιθανότατα τότε άρχισε να σβήνει και η δυνατή ζεστή φλόγα που έκανε να βράζει το θεόρατο καζάνι -όπως θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς αυτή την πόλη-λιμάνι εισόδου- ώσπου χαμήλωσε τόσο ώστε δεν έφτανε για την τήξη.

Η τρέχουσα καταπληκτική ιδέα ήταν να διατηρήσουμε ιερή και ξεχωριστή την κληρονομιά των μακρινών τόπων και των ξένων γλωσσών. Όχι να συνεισφέρουμε τους θησαυρούς αυτούς στη μοναδική φυλή, όχι να μοιραστούμε αυτόν τον πλούτο με τα άλλα μέλη αυτής της μεγάλης φυλής, αλλά να προστατέψουμε την κάθε ορδή από τις άλλες ορδές, να κρατήσουμε αυτή την περιουσία παντού και πάντα τεμαχισμένη.

Ενώ το “χώρια αλλά ίσοι” ήταν κάποτε μια περιφρονημένη έννοια, τώρα την βλέπαμε σαν κάτι που θα μπορούσε να αποτελέσει κίνητρο για έναν ολόκληρο λαό. Χώρια, φίλε! Φτάνει όμως να είμαστε ίσοι. Ενώ κάποτε το ευγενές ιδανικό του “Συνασπισμού του Ουράνιου Τόξου”(Rainbow Coalition) πυροδοτούσε μιαν εικόνα με στρώματα διαφορετικών χρωμάτων να διασχίζουν μαζί τον ουρανό σε μια αδιάρρηκτη ενότητα που οδηγούσε στον κοινό θησαυρό, η απονευρωμένη έκφραση “τεράστιο μωσαϊκό” πυροδοτούσε τώρα ένα περιορισμένο όραμα με μικρές ψηφίδες χρωμάτων, χωρισμένων μεταξύ τους, με την κάθε μονάδα ασφαλή μέσα στη δική της λάμψη και ομορφιά, χωρίς καμιά να συνεισφέρει στην ευρύτερη σύλληψη ενός μοναδικού και αξιόλογου συνόλου.

Ενώ κάποτε οι άνθρωποι χτυπούσαν την πόρτα της ευκαιρίας και φώναζαν “ξεχάστε ότι είμαστε μαύροι, ξεχάστε ότι είμαστε Λατίνοι, ξεχάστε ότι είμαστε Ασιάτες!”, οι ίδιοι άνθρωποι φώναζαν τώρα “μην ξεχνάτε ότι είμαστε μαύροι, μην ξεχνάτε ότι είμαστε Λατίνοι, μην ξεχνάτε ότι είμαστε Ασιάτες!” Ενώ κάποτε ένιωθες περηφάνια και τιμή και αξιοπρέπεια και ελπίδα που ήσουν Αμερικάνος, τώρα ένιωθες μόνο απόγνωση γι’ αυτό που έγινε η Αμερική. Δεν ήταν λοιπόν καθόλου αξιοπερίεργο που οι μετανάστες θυμούνταν τα πάτρια εδάφη τους πιο ήσυχα και σταθερά απ’ ό,τι είχαν υπάρξει ποτέ στην πραγματικότητα. Δεν ήταν καθόλου αξιοπερίεργο που προτιμούσαν να αγκιστρώνονται από μια εθνική ταυτότητα που την ένιωθαν αιωνίως ίδια και απαράλλαχτη, αντί να παρασύρονται από τις μαλακίες του ενός και αδιαίρετου έθνους, με ελευθερία και δικαιοσύνη για όλους.»


Ed McBain, Ειδύλλιο (Romance), μτφρ. Πέτρος Μάρκαρης, σσ. 307-309