Απαίσιος· ο εξαιρετικά άσχημος, δυσάρεστος ή ενοχλητικός (ΛΚΝ)

Οφείλω να ομολογήσω ότι απέναντι στο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα, και μάλιστα σε αυτό που αξιώνει να έχει και πολιτικές προεκτάσεις, κρατάω μικρό καλάθι, καθώς οι πρόσφατες -λίγες- εμπειρίες μου με έφεραν σε επαφή με βιβλία που χρησιμοποιούσαν την αστυνομική πλοκή όχι απλώς ως πρόσχημα (αυτό δεν θα ήταν απαραίτητα κακό), αλλά και χωρίς καμία ιδιαίτερη φροντίδα να είναι ρεαλιστική ή έστω αληθοφανής. Για να το πω κι αλλιώς, ελληνικό πολάρ που να το ευχαριστηθώ σαν μυθιστόρημα δεν μου είχε κάτσει ως τώρα.

Αυτό άλλαξε την προηγούμενη εβδομάδα (μέσα Απρίλη 2021), όταν βρέθηκε στα χέρια μου το νεοεκδοθέν μυθιστόρημα του Γιάννη Μόσχου «Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι.» (όχι και ο πιο εύστοχος τίτλος που θα μπορούσε να βρεθεί, ενώ αυτή η τελεία στο τέλος του εξακολουθεί να μου κάθεται στραβά). Αφορμή ήταν η μίνι-συνέντευξη που πήρα από τον συγγραφέα και η αναδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο στα Marginalia. Τόσο οι πληροφορίες στο συνοδευτικό Δελτίο Τύπου, όσο -κυρίως- οι απαντήσεις του συγγραφέα στις ερωτήσεις που του έθεσα, με παρακίνησαν να το ξεκινήσω αμέσως και δεν απογοητεύτηκα.

Το «Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι.» λοιπόν είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στον Βόλο και την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας και της Στερεάς το 1975, έναν χρόνο μετά τη μεταπολίτευση, ενώ υπάρχουν διάσπαρτες στο βιβλίο αναδρομές στα χρόνια της δικτατορίας. Ήρωάς του είναι ο Μάνος Πετράκης, ένας υπομοίραρχος της χωροφυλακής, ιδιότητα που κανονικά δύσκολα θα τον έκανε συμπαθή στο προοδευτικό αναγνωστικό κοινό. Εδώ όμως πρόκειται για έναν εύστροφο, αλλά παραγκωνισμένο τα προηγούμενα χρόνια υπομοίραρχο, βιβλιόφιλο και «ιδιόρρυθμο», που έχει βρεθεί στο Σώμα για να ξεφύγει -για τελείως προσωπικούς λόγους- από την ασφυκτικά συντηρητική κρητική κοινωνία.

Τυφλό σημείο και παραφωνία του συστήματος που τον άφηνε να υπάρχει κρυμμένος πίσω από όγκους γραφειοκρατικής δουλειάς, ο Μάνος Πετράκης είχε πλέον εσωτερικεύσει το «λάθε βιώσας» -μέχρι που η ηγεσία της τοπικής Χωροφυλακής του αναθέτει την εξιχνίαση του φόνου του χουντικού πρώην νομάρχη Μαγνησίας, στο πλαίσιο της εν πολλοίς προσχηματικής αποχουντοποίησης της εποχής που ήθελε άφθαρτα πρόσωπα να βγουν μπροστά στα σώματα ασφαλείας. Το παιχνίδι των προϊσταμένων του Πετράκη είναι διπλό, καθώς μπορούν να χρησιμοποιήσουν κατά το δοκούν την θετική ή αρνητική έκβαση των ερευνών του, αλλά ταυτόχρονα και να τις έχουν υπό τον έλεγχό τους.

Ο Πετράκης, στα χαμένα αρχικά, διαψεύδει τις χαμηλές προσδοκίες και αρχίζει να ξετυλίγει το νήμα της δολοφονίας, που την ακολουθούν κι άλλες, φτάνοντας μπροστά σε ένα από τα πολλά σκάνδαλα της χούντας, όταν διάφοροι απίθανοι κι επικίνδυνοι τύποι, υπό την πλήρη κάλυψη του καθεστώτος, γέμιζαν τις τσέπες τους κάνοντας κάθε είδους κομπίνες (εδώ συγκεκριμένα το σκάνδαλο περιελάμβανε κάποια πολύ μαύρα -κυριολεκτικά και μεταφορικά- εισαγόμενα κρέατα). Ακολουθώντας τον, παίρνουμε μια γεύση από την πολύ πρώιμη μεταπολίτευση και την απρόθυμη για ένα μεγάλο κομμάτι του κρατικού μηχανισμού μετάβαση στην ομαλότητα -πρόθυμη, μόνο όταν συνδυαζόταν με λήθη και κουκούλωμα.

Παράλληλα, ο Μόσχος αποτολμά να μας δώσει την οπτική γωνία κάποιων από τους «κακούς» της ιστορίας, των πιο λούμπεν θα μπορούσαμε να πούμε, σε καμία περίπτωση για να τους δικαιολογήσει, αλλά σε μια προσπάθεια να γίνουν κατανοητά τα κίνητρά τους, αλλά και οι ρίζες και τα αίτια των πράξεών τους, ψηλαφώντας το παρελθόν τους και το παρελθόν του τόπου: οικογένεια, κατοχή, εμφύλιος, μετεμφυλιακό κράτος και χούντα. Κατορθώνει μάλιστα να το κάνει χωρίς να μειώνεται στο ελάχιστο -το αντίθετο μάλλον- η αποστροφή μας για τις πράξεις τους.

Παρότι, όπως και ο συγγραφέας, γεννήθηκα λίγο μετά την εποχή κατά την οποία διαδραματίζεται το βιβλίο, η αίσθηση αληθοφάνειας που μου έδινε ήταν έντονη και βαθιά, τόσο σε επίπεδο ατμόσφαιρας, όσο και αστυνομικού μυστηρίου. Καθώς φαίνεται, ο Μόσχος αξιοποίησε δημιουργικά την έρευνά του, αλλά και όσα άκουσε από ανθρώπους που έζησαν τα γεγονότα. Ελάχιστα πράγματα να φαντάζουν ξεκούρδιστα ή εκτός κλίματος, όπως κάποια σημεία όπου διαβάζουμε για τις αρκετά ιδεαλιστικές σκέψεις του Πετράκη για τη δικαιοσύνη και το χρέος του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι φτάνουμε στον διδακτισμό ή σε ένα τελείως αχρείαστο exposition.

Εκεί όμως που το μυθιστόρημα κερδίζει το στοίχημα, είναι ο ρυθμός, που θυμίζει στο μεγαλύτερο μέρος του τις καλύτερες στιγμές των γαλλικών ή αμερικανικών νουάρ. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι καταιγιστικός, αλλά ότι είναι πραγματικά καλοκουρδισμένος: όχι φρενήρης, αλλά ούτε και πλαδαρός, πράγμα που σπάνια το συναντά κανείς στα ελληνικά αστυνομικά, με ελάχιστες και πολύ λιτές περιγραφές και φυσικούς διαλόγους, τη μεγάλη μάστιγα των περισσότερων μυθιστορημάτων, ελληνικών και μη. Πρόκειται για ένα βιβλίο δηλαδή που σε τραβά να το ρουφήξεις.

Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, ότι το μυθιστόρημα διασταυρώνεται, με τον δικό του τρόπο, με τέσσερα θέματα που απασχόλησαν πρόσφατα την κοινή γνώμη: τη γέννηση της 17Ν, την ατιμωρησία της αστυνομικής βίας, τους παιδοβιασμούς και την υπόθεση Γιακουμάκη, ενώ και οι διακειμενικές του αναφορές, με κορυφαίο το κεφάλαιο που συνομιλεί με το Οδός Αβύσσου, αριθμός 0 του Λουντέμη, είναι πολλές και καλά δεμένες με το περιεχόμενο.

Εν κατακλείδι, το «Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι.» είναι ένα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα με πολιτικές προεκτάσεις που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον και μιλά πειστικά για το λίγο μετά της χούντας, αλλά κυρίως για την ίδια, τους ανθρώπους και όσους της αντιστάθηκαν. Αναζητήστε το.

Οι Αναστημένοι, Ian Rankin

More about Οι Αναστημένοι

(κλικ στο εξώφυλλο)

Άρχισα να διαβάζω τις ιστορίες με τον Rebus in media res, ξεκινώντας από τη δέκατη τρίτη, τους Αναστημένους (η μετάφραση είναι τελείως άκυρη, καθώς ο αρχικός τίτλος Resurrection Men σήμαινε το 19ο αιώνα αυτούς που έκλεβαν πτώματα). Ο ήρωας του Rankin είναι ήδη 55 χρονών, έχει λύσει ένα κάρο υποθέσεις ως μέλος της Αστυνομίας του Εδιμβούργου, παραμένει όμως κυνικός, αλκοολικός και στο περιθώριο της ιεραρχίας, αφού οι μέθοδοί του, όπως κάθε ντετέκτιβ αστυνομικών ιστοριών που σέβεται τον εαυτό του, είναι πάντα αμφιλεγόμενες και στα όρια του νόμου.

Η συγκεκριμένη ιστορία αρχίζει με τον Rebus να έχει επιστρέψει στη σχολή των αξιωματικών για επανεκπαίδευση μετά από ένα σχετικά βίαιο ξέσπασμά του στο γραφείο της προϊσταμένης του επειδή διαφωνούσε στο χειρισμό της υπόθεσης της δολοφονίας ενός εμπόρου τέχνης. Εκεί θα ανατεθεί σε αυτόν και σε άλλους επανεκπαιδευόμενους η εξιχνίαση μιας άλλης δολοφονίας, η οποία σχετίζεται τελικά με πολλούς από αυτούς και θα φέρει τον Rebus κοντά στον τοπικό αρχιγκάγκστερ. Όπως είναι αναμενόμενο, οι δύο υποθέσεις σχετίζονται μεταξύ τους και ο Rebus θα αποτελέσει τον κρίκο που θα τις ενώσει -και θα τις λύσει εννοείται- σαν άλλος Δικαστής Τι.

Το βιβλίο είναι συναρπαστικό και φεύγει σαν νεράκι, όπως τα περισσότερα του Rankin. Νομίζω ότι μιλάμε για καλή αστυνομική λογοτεχνία και για έναν ήρωα που άνοιξε το δρόμο για τον περίφημο Χάρι Χόλε του Τζο Νέσμπο. Αν διαβάζετε αστυνομικά και δεν έχετε διαβάσει ακόμη Rankin, σπεύσατε, αν δεν διαβάζετε, δοκιμάστε τον, είναι μια καλή αρχή.

Men at Arms (Discworld, Book 15), Terry Pratchett

More about Men at Arms

(κλικ στο εξώφυλλο)

Η Ankh-Morpork είναι η μεγαλύτερη και σημαντικότερη πόλη του Δισκόκοσμου, μια πόλη που τη διασχίζει ο ποταμός Ankh, τόσο παχύρρευστος από τη βρομιά που κουβαλάει που «ακόμη κι ένας αγνωστικιστής θα μπορούσε να περπατήσει επάνω του.» Βέβαια υπάρχουν κι αυτοί που υποστηρίζουν ότι έχει το καθαρότερο νερό στο Δίσκο, αφού «οτιδήποτε έχει περάσει μέσα από τόσα νεφρά πρέπει να είναι πεντακάθαρο.» Κυβερνήτης (ή κατ’ άλλους, τύραννος) της πόλης είναι ο Πατρίκιος, Λόρδος Βετινάρι, ο οποίος διατηρεί την τάξη και την ακμάζουσα οικονομία της, χάρη στη βελούδινη πυγμή και τον κυνικό ορθολογισμό που χρησιμοποιεί στις πολιτικές του μηχανορραφίες. Στο έργο του έχει πολύτιμο βοηθό τη Νυχτερινή Φρουρά και τους άντρες της (και όχι μόνο αυτούς, όπως θα δούμε), η οποία αποτελεί το αντίστοιχο της NYPD ή του Αστυνομικού Τμήματος της Χιλ Στριτ σε μια πόλη που θυμίζει έντονα το Λονδίνο του 17ου-18ου αιώνα, τη Νέα Υόρκη του 19ου και ταυτόχρονα την αναγεννησιακή Φλωρεντία.

 Αυτή η μητρόπολη λοιπόν αποτελεί το σκηνικό πολλών από τα βιβλία της σειράς, με τη Νυχτερινή Φρουρά να πρωταγωνιστεί σε αρκετά από αυτά, τα οποία φυσικά παρωδούν από το νουάρ μέχρι τις αστυνομικές τηλεοπτικές σειρές (πχ. Κολόμπο). Το Men at Arms είναι το δεύτερο μυθιστόρημα από αυτά (οχτώ συνολικά ως τώρα), ενώ η Νυχτερινή Φρουρά (που αργότερα θα γίνει σκέτη Φρουρά, αφού θα ενοποιηθεί με αυτή της ημέρας) εμφανίζεται και σε άλλα, με μικρότερο όμως ρόλο.

Τι έχουμε εδώ λοιπόν; Ο επικεφαλής της Φρουράς (και βασικός ήρωας του Πράτσετ) Sam Vimes, τυπικό δείγμα ξεπεσμένου σκληροτράχηλου αστυνομικού που στο πρώτο βιβλίο έχει καταντήσει αλκοολικός, αλλά τελικά αίρεται στο ύψος των περιστάσεων και γίνεται ήρωας της πόλης, πρόκειται να παντρευτεί την πιο πλούσια γυναίκα της Ankh-Morpork και να βγει στη σύνταξη μετά από 25 χρόνια υπηρεσίας. Τη θέση του αναλαμβάνει ο Καρότος, ένας πανύψηλος άνθρωπος που μεγάλωσε υιοθετημένος από νάνους και πίστευε ότι ήταν νάνος μέχρι να βρεθεί στην πόλη. Στο πλευρό του φυσικά βρίσκονται άλλοι δύο παλιοί γνώριμοι αστυνομικοί, ο Κώλον και ο Νόμπι (φήμες λένε ότι έχει δωροδοκήσει -με χρήματα που έκλεψε- για να περνιέται για άνθρωπος). Δεν είναι οι μόνοι όμως, αφού στο πλαίσιο μιας πολιτικής υπέρ των μειονοτήτων, στη Νυχτερινή Φρουρά γίνονται δεκτοί ένα τρολ, ένας θηλυκός νάνος και μια λυκανθρωπίνα! Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, κάποιος κλέβει το μοναδικό πυροβόλο όπλο του Δισκόκοσμου (έργο του Λεονάρντο ντα Κουίρμ) από τη Συντεχνία των Δολοφόνων και αρχίζει μια σειρά μυστήριων φόνων που έχουν σκοπό να επαναφέρουν στο θρόνο το νόμιμο διάδοχό του.

Μια εξαιρετική σάτιρα των αστυνομικών διαδικασιών, του ρατσισμού (στον Δίσκο πρόκειται για σπισισμό, αλλά ανάμεσα σε νοήμονα όντα), της πολιτικής και της ανοησίας που λέγεται κληρονομική βασιλεία. Ορίστε μια γεύση:

Λεγόταν ότι [ο αστυφύλακας Νομπς] είχε το σώμα ενός 25χρονου, παρότι κανείς δεν γνώριζε που το έκρυβε.

Ο λαβύρινθος ήταν τόσο μικρός που χανόσουν ψάχνοντας να τον βρεις.

Ανασφαλήτης

Ήτανε δύο. Τους είδε πολλές φορές να κοιτάζουν με απάθεια τον κόσμο να μαζεύεται. Άλλες φορές του χαμογελούσαν δείχνοντας κάτι δόντια σάπια απ’ τα χαμόγελα σε ανωτέρους. Απ’ τα στήθια τους άκουσε ασύρματους να μουρμουρίζουν οδηγίες. Ο ένας ψηλός με κοτσίδα και σπυράκια μιας όψιμης εφηβείας και ο άλλος ένας κοντόχοντρος μουσάτος. Αυτό που του έκανε εντύπωση κάθε φορά που τους έπαιρνε χαμπάρι ήταν ότι έμοιαζαν να φοράνε μαύρα γυαλιά και λαδί λερωμένη καμπαρντίνα ακόμη κι όταν ήταν καλοκαιρινή νύχτα. Βέβαια, τους προσπερνούσε πάντα χωρίς δεύτερη ματιά -δεν ήταν από φόβο, αλλά για να τους δείξει πώς δεν τους φοβάται. Εξάλλου πάντα ήταν μπροστάρης στο κίνημα: πρώτος στις πορείες, στις απεργίες, στις κινητοποιήσεις, στις καταλήψεις.

Εκείνο το βράδυ που έφυγε από τη συνέλευση στο γνωστό στέκι θέλησε να περπατήσει στα στενά του κέντρου που τόσο αγαπούσε -το έκανε συχνά. Έβρισκε, έλεγε, ηρεμία και νοσταλγία στις μυρωδιές των κλειστών μαγαζιών. Έτσι κι αυτή τη νύχτα τριγυρνούσε άσκοπα μέχρι που στρίβοντας σε μια γωνία έπεσε κυριολεκτικά επάνω τους. 

Τους κοίταξε, μουρμούρησε ένα μηχανικό «συγγνώμη» και θέλησε να αλλάξει πεζοδρόμιο. Δεν το έκανε αρκετά γρήγορα όμως γιατί πρόλαβε να δει τα πρόσωπά τους να φωτίζονται από ένα φως που το είχε δει μονάχα σε αυτά των συντρόφων του κάθε φορά που συναντιόνταν ξανά μετά από καιρό. 

Το τελευταίο πράγμα που άκουσε πριν χάσει τα λογικά του -τον μάζεψαν την επόμενη μέρα γυμνό σε ένα πάρκο να επαναλαμβάνει «όχι, όχι» σαν χαλασμένο παιχνίδι- ήταν ένα χαρούμενο «Καλησπέρα συνάδελφε!» από εκείνους τους δύο, τον ψηλό με την κοτσίδα και τον κοντόχοντρο μουσάτο.

Ο Γαβριάς, η Μποβαρύ και το Ομαδικό Σεξ στη Λογική

Σήμερα το απόγευμα από μήνυμα στο twitter πληροφορήθηκα για ένα άρθρο της Λώρης Κέζα στο ΒΗΜΑ («Οι παρανοήσεις του κ. Αλαβάνου») με το οποίο επιτίθεται στον Αλαβάνο λόγω μιας αποστροφής της ανακοίνωσης του Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής (προσέξτε πώς ήδη από τον τίτλο η ανακοίνωση ενός ολόκληρου πολιτικού σχηματισμού πιστώνεται σε ένα πρόσωπο -έστω στον ηγέτη του), όπου οι προχθεσινοί «συγκρουσιακοί» παραλληλίζονται με τον Γαβριά από τους Άθλιους του Ουγκό. Οπαδός του Μετώπου δεν είμαι, τον Αλαβάνο δεν τον έχω και θεό, την ανακοίνωση δεν την ήξερα, το ΒΗΜΑ ούτε ζωγραφιστό δεν θέλω να το βλέπω, αλλά ήταν τόσο εξοργιστικά όσα γράφει η Κέζα που από επαγγελματική διαστροφή ξεκίνησα να γράφω ένα σχόλιο κάτω από το άρθρο. Αυτό το σχόλιο αποτελεί και τη βάση του παρακάτω αναλυτικού σχολιασμού ενός τυπικού κειμένου προπαγάνδας, πασπαλισμένου με ημιμάθεια. Έτσι, για να μη νομίζουν ότι παίζουν μπάλα μόνοι τους.

[Με γκρι είναι το κείμενο της Κέζα και με πορτοκαλί τα σχόλιά μου]

Τι θα έκανε η κυρία Μποβαρύ αν κατέβαινε στο Σύνταγμα με τους διαδηλωτές; Επειδή υπήρξε λυσσάρα, θα έκανε ομαδικό σεξ με τους κουκουλοφόρους. Μια τέτοια προσομοίωση θα έκανε ο κ. Αλαβάνος αν έπιανε στο στόμα του την ηρωίδα του Φλομπέρ.

Δυνατή εισαγωγή που συνδυάζει σεξ και βία. Ακόμη πιο ακραία αναλογία -έστω υπόθεση- που απαντά στην αναλογία του Αλαβάνου. Αναλογία είπα; Υπόθεση; Λάθος. Η Κέζα τη χαρακτηρίζει «προσομοίωση», ξέρετε, από αυτές που κάνουν οι εκπαιδευόμενοι πιλότοι μπροστά σε οθόνη Η/Υ πριν πιάσουν κανονικό τιμόνι αεροσκάφους στα χέρια τους. Ο Αλαβάνος λοιπόν αν έπιανε τη μαντάμ Μποβαρύ στο στόμα του (wow!) θα έκανε προσομοίωση ομαδικού σεξ με τους κουκουλοφόρους. Kinky, ε;

Μια ανάλογη υπέρβαση έκανε με άλλον κλασικό τίτλο, λέγοντας ότι «Ο Γαβριάς των “Αθλίων” του Βίκτωρος Ουγκώ, αν είχε κατέβει χθες στο Σύνταγμα, δεν θα ήταν στα κλειστά μπλοκ κομματικών νεολαιών, θα έκαιγε με την παρέα του τράπεζες και κινηματογράφους».

«Ανάλογη υπέρβαση» θα ήταν αν ο Γαβριάς των «Αθλίων» ήταν ο Τομ Σώγιερ ή ο Χάκλμπερι Φιν, απλώς ένα σκανταλιάρικο ζιζάνιο δηλαδή. Κοίτα όμως σύμπτωση! Ο Γαβριάς στους Άθλιους συμμετέχει σε οδομαχίες στην εξέγερση του 1832 στο Παρίσι μαζί με νέους φοιτητές, φτωχούς, αλήτες και πολλούς άλλους. Μπορεί να μην είναι απόλυτα εύστοχη η αναλογία, εκτός τόπου και χρόνου δεν τη λες όμως. Τι λέει δηλαδή η ανακοίνωση του Μετώπου; Ένας επινοημένος χαρακτήρας των Αθλίων του Ουγκό, ο Γαβριάς, ενθουσιώδης και κυνικός αλητάκος (λούμπεν δηλαδή) που πολεμά στα οδοφράγματα του Παρισιού, χωρίς να ξέρει καλά-καλά γιατί, θα βρισκόταν ανάμεσα σε αυτούς τους λούμπεν νέους που καίγαν προχτές τράπεζες και κινηματογράφους. Η αναλογία του Αλαβάνου είναι ξεκάθαρη: ο απεγνωσμένος αλήτης του 19ου αιώνα είναι ο εμπρηστής κουκουλοφόρος του 21ου. Και είναι ακόμη πιο ξεκάθαρη η πολιτική θέση του Αλαβάνου έτσι όπως έχει ξεδιπλωθεί στο τμήμα της ανακοίνωσης του Μετώπου  που καταλήγει στην κατακλείδα που παραθέτει η Κέζα: αυτές οι συμπεριφορές είναι αδιέξοδες πολιτικά και δείχνουν την αποξένωση της αριστεράς από το απελπισμένο κομμάτι της άγριας νεολαίας.

Να επισημάνουμε κατ’ αρχάς ότι είναι πολύ χαριτωμένο να επικαλείται ο αρχηγός των ατάκτων έναν συντηρητικούλη συγγραφέα του 19ου αιώνα.

Να επισημάνουμε κι εμείς ότι είναι πολύ χαριτωμένο να θεωρούμε επίκληση ενός συγγραφέα την αναφορά σε έναν από τους μυθιστορηματικούς του χαρακτήρες που ήταν τόσο τυπικός ώστε το εξελληνισμένο όνομά του έχει καθιερωθεί από την πρώτη μετάφραση των Αθλίων ως συνώνυμο του αλητάκου, χάνοντας ακόμη και το αρχικό κεφαλαίο του γράμμα. Με την ίδια λογική, αν εγώ πω ότι κάποιος πολεμά ανεμόμυλους σαν τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες, επικαλούμαι έναν ευγενή Ισπανό του 17ου αιώνα;

Ο Ουγκώ δεν υπήρξε μπροστάρης των προοδευτικών δυνάμεων παρά το γεγονός ότι ήταν έντονα πολιτικοποιημένος.

Από δω και πέρα η Κέζα απογειώνεται. Όπως το Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής έγινε «Αλαβάνος», έτσι και ο Γαβριάς έγινε Ουγκό. Το «βάζω λόγια στο στόμα του άλλου» γνωρίζει νέες δόξες. Δεν θα μπω στη διαδικασία να συζητήσω τις ίδιες τις θέσεις του Ουγκό πάνω στο θέμα της βίας, αφού είναι πραγματικά άσχετες με το θέμα. Αν πίστευε η αρθρογράφος του Βήματος ότι η αναλογία του Αλαβάνου είναι αποτυχημένη, θα ήταν πολύ πιο δόκιμο να μας εξηγήσει το γιατί με ενδοκειμενικούς/λογοτεχνικούς/ιστορικούς όρους, να μας πει δηλαδή γιατί ο Γαβριάς δεν είναι κάτι αντίστοιχο των σημερινών κουκουλοφόρων (προσωπικά πάντως δεν καίγομαι να πάρω θέση σε μια λογοτεχνική αναφορά). Αντίθετα, αφιερώνει το μισό άρθρο για να μας πει ουσιαστικά ότι ο Ουγκό διαφωνούσε με τους Γαβριάδες και τις πρακτικές τους. Και; Το να μπερδεύει κανείς επινοημένους λογοτεχνικούς χαρακτήρες με τις δημόσιες θέσεις του δημιουργού τους είναι σχεδόν έγκλημα καθοσιώσεως στην κριτική της λογοτεχνίας. Ξανά: δεν μιλάμε για τον Ουγκό, για τον Γαβριά μιλάμε!

Προπάντων ήταν υπέρμαχος της μη-βίας. Και για να πετάξουμε ένα τσιτάτο, θα θυμηθούμε ότι έλεγε: «καμία περίσταση δεν επιτρέπει στο δίκαιο να εκχωρήσει τη θέση του στη βία και τον θυμό». 

Τσιτάτο εσείς, τσιτάτο κι εμείς: 

«-Διαβάτη,

μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζιο μάτι:

Βόλια, μπαρούτι θέλω. Νά.»

(απόσπασμα από Το Ελληνόπουλο του Β. Ουγκό, απόδοση στα ελληνικά Κωστής Παλαμάς)


Θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο στον κ. Αλέκο Αλαβάνο και τους συμπορευόμενους του να δουν με μεγαλύτερη προσοχή τις δημόσιες θέσεις του Βίκτωρος Ουγκώ.

Μπορεί όντως να ήταν χρήσιμο κάτι τέτοιο, αλλά οι δημόσιες θέσεις του Ουγκό δεν έχουν σχέση με έναν λογοτεχνικό του χαρακτήρα και σίγουρα δεν θα βοηθούσαν σε μια ορθότερη χρήση του ως λογοτεχνικό/ιστορικό παράδειγμα. Τίποτα περί αυτονομίας του λογοτεχνικού έργου από τον δημιουργό του έχει πάρει το αυτί σας, κυρία Κέζα;

Θα ήταν φτηνή εκ μέρους μας η αναφορά στην προλεταριακή εξέγερση του 1848, όπου ο λογοτέχνης πήρε μέρος ενισχύοντας την εθνοφρουρά ενάντια στους ξεσηκωμένους εργάτες. Θα ήταν φτηνή γιατί το μετάνιωσε. Αφήνουμε τα περιστατικά για να πιάσουμε το ζουμί της σκέψης του.

Δεν θα ήταν φτηνή. Αφού μετάνιωσε θα ήταν τουλάχιστον παραπλανητική.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ αφιερώθηκε στο δίπολο επανάσταση-πολιτισμός. Δεν ήταν υποστηρικτής της λογικής «τα σπάζουμε και σφάζουμε» έτσι για να περνάει η ώρα ούτε αποδεχόταν τα άνευ στόχου ξεσπάσματα οργής.

Υπονοείτε ότι το ΜΑΑ είναι υποστηρικτής αυτής της λογικής;

Επεισόδια σαν τα προχθεσινά τα έβρισκε «αξιοθρήνητα» και τη βία των οδοφραγμάτων «απεχθή».

Μπα; «σαν τα προχθεσινά»; Τελικά την κατεβάζουμε την Μποβαρύ στο Σύνταγμα για gang bang με τους κουκουλοφόρους; Τώρα δικαιούμαστε να κάνουμε «ανάλογες υπερβάσεις» και «προσομοιώσεις»;

Τόνιζε δε ότι οι καταστροφές πρέπει να καταδικάζονται από όποια πλευρά κι αν έχουν προκληθεί. Σε αυτό το πλαίσιο ο ρομαντικός στοχαστής κατάγγειλε την καταστροφή των τυπογραφείων από τα κυβερνητικά στρατεύματα, που έγινε με στόχο να μην τυπώνουν οι προλετάριοι προκηρύξεις. 

Τα οδοφράγματα και τις καταστροφές του 1832 τα καταδίκαζε; Εκατομμύρια αναγνώστες των Αθλίων μάλλον δεν έχουν την ίδια γνώμη. 


Ο επικεφαλής του «Μετώπου Αλληλεγγύης» αποδέχεται ως φυσική αντίδραση των νέων τον εμπρησμό του «Αττικόν».

Επιμένουμε στην προσωπική επίθεση και ερμηνεύουμε και την ανακοίνωση. Χτενίστε την καλά, τέτοια αποδοχή δεν θα βρείτε. Ως «αφύσικη» (με την έννοια του έξω από τα φυσιολογικά, τα συνηθισμένα) αντίδραση στην «αφύσικη» κλιμάκωση της βίας του συστήματος την αποδέχεται. Παραθέτω το επίμαχο απόσπασμα:

«Το καρτ ποστάλ που έφυγε χθες από την Αθήνα προς τα πρωτοσέλιδα όλου του κόσμου έφερνε το θετικό μήνυμα μιας κοινωνίας σε έκρηξη ενάντια στην τρόικα. Δεν εικόνιζε όμως τους ανθρώπινους χείμαρρους στις πλατείες αλλά μια πόλη να φλέγεται.  Η βία σφράγισε τη χθεσινή εκδήλωση και σε μεγάλο βαθμό την επισκίασε. Ασφαλώς η χρήση και αξιοποίηση της προβοκάτσιας από τις δυνάμεις καταστολής ενός συστήματος που αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο όχι απλώς ήττας αλλά συντριβής είναι δεδομένη. Δεν αρκεί όμως ούτε στο ελάχιστο για να ερμηνεύσει μονοσήμαντα τις χθεσινές εξελίξεις, που αποτελούν επανάληψη ενός επαναλαμβανόμενου σεναρίου, όπως δυστυχώς έσπευσαν να κάνουν κατεστημένες δυνάμεις της αριστεράς. Η κλιμάκωση σε απάνθρωπα όρια εδώ και τρία χρόνια της βίας του συστήματος, με το νόμο, με την αστυνομία, με τον εργοδότη, με την εφορία, με την ανεργία γεννά ένα τμήμα αποκλεισμένων, απελπισμένων και εξαγριωμένων, μια «άγρια νεολαία», που στο κάτω κάτω την πυρπόληση και τη λεηλασία έχει διδαχθεί και από τα μέσα ενημέρωσης και από το γήπεδο και από το πολιτικό σαβουάρ-βιβρ και από κάθε σύγχρονη μυθολογία. Στο βαθμό που οι δυνάμεις της αριστεράς μένουν αποξενωμένες από τον κύριο όγκο της νέας γενιάς, στο βαθμό που η «ανατροπή» αποτελεί ένα κουραστικό στερεότυπο και δεν μεταφράζεται σε επαναστατικό σχέδιο και πολιτική συγκρουσιακότητα τα φαινόμενα αυτά και θα πυκνώνουν και θα διαχέονται. Ο Γαβριάς των «Αθλίων» του Βίκτωρα Ουγκό, αν είχε κατέβει χθες στο Σύνταγμα, δεν θα ήταν στα κλειστά μπλοκ κομματικών νεολαιών, θα έκαιγε με την παρέα του τράπεζες και κινηματογράφους.»

Σαν να έχουν το ακαταλόγιστο επειδή είναι απελπισμένοι. Τι θα έλεγε σήμερα ο κ. Αλαβάνος αν ήταν άλλοι οι δράστες της καταστροφής; Αν τα ΜΑΤ είχαν κάψει τυπογραφεία; Αν επισήμως οι αστυνομικοί, με τις στολές τους, έμπαιναν στα βιβλιοπωλεία κι άναβαν φωτιές, αν έκαιγαν κινηματογράφους; Μάλλον θα αντιδρούσε διαφορετικά. Θα θυμόταν τον πολιτισμό, τη σημασία του κινηματογράφου στη διαπαιδαγώγηση της νεολαίας, την αισθητική αξία ενός ιστορικού κτηρίου. Αν η αστυνομία είχε κάψει επισήμως το σινεμά, ο κ. Αλαβάνος θα έλεγε ότι το κράτος περιορίζει την πρόσβαση του λαού στον πολιτισμό.

Αν η αστυνομία τα έκανε επίσημα όλα αυτά (κάποια τα κάνει ήδη -ανεπίσημα), ο Αλαβάνος ή οποιοσδήποτε δεν θα μπορούσε να πει τίποτα γιατί θα βρισκόμασταν ήδη σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Αν έλεγε θα τον μπαγλάρωναν και άντε γεια. Τι θα ήθελε πάντως η Κέζα να γράφει η ανακοίνωση; «Οι κουκουλοφόροι περιορίζουν την πρόσβαση του λαού στον πολιτισμό»; Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι αυτό συμβαίνει, το κράτος δεν χρειάζεται να κάψει ένα σινεμά για να περιορίσει την πρόσβαση του λαού σε αυτό: κόβει τους μισθούς κατά 22% και σινεμά για το λαό πάπαλα.

Επειδή όμως οι δράστες είναι κουκουλοφόροι, η βία γίνεται αποδεκτή. Δύο μέτρα και δυο σταθμά.

Χωρίς να προκύπτει από πουθενά ότι η βία γίνεται αποδεκτή έτσι γενικά και αόριστα, προφανώς «δύο μέτρα και δυο σταθμά» όταν θες να συγκρίνεις τις ίδιες βίαιες πράξεις που τη μια φορά πραγματοποιούνται από πολίτες είτε ομαδικά είτε ατομικά και την άλλη από αστυνομικούς, υπαλλήλους του κράτους στην υπηρεσία της Προστασίας του Πολίτη (χαχα). Οι μεν λογοδοτούν για λογαριασμό τους, οι δε εκπροσωπούν την ευνομούμενη υποτίθεται πολιτεία. Δηλαδή είναι το ίδιο ένας ακάλυπτος διαδηλωτής να πετάξει μια πέτρα σε έναν άνδρα των ΜΑΤ -που φοράει κράνος και κρατάει ασπίδα- με το να του την πετάξει πίσω ο ΜΑΤαζής; Είναι το ίδιο να κάψει ένα σινεμά «κάποιος» που δεν έχει καν ταυτοποιηθεί με το να το κάψει ένας ένστολος κρατικός υπάλληλος;;;  

Καλά πάντως τα έλεγε ο ποιητής. Οι επαναστάτες έχουν ανάγκη τους δυστυχείς. «Δεν πετύχατε τίποτε όσο το πνεύμα της επανάστασης έχει βοήθημα τη δυστυχία του κόσμου. Δεν πετύχατε τίποτε όσο στο έργο της καταστροφής και του σκότους, που συνεχίζει υπογείως, ο κακός άνθρωπος έχει ως μοιραίο σύμμαχο τον δυστυχισμένο άνθρωπο». 

 Εδώ το συμπέρασμα και το παράθεμα που το υποστηρίζει είναι τόσο σφιχτοδεμένα και πυκνογραμμένα που σηκώνω τα χέρια ψηλά και ζητώ τη βοήθεια του κοινού όχι για να μου πει τι θέλει να πει ο ποιητής, αλλά η χρήστριά του. 


Το Πέρασμα στην Ινδία

Θέλετε δηλαδή να φτάσουμε εκεί; Να μπορούν οι συνδικαλισταράδες και οι αγέλες των εργατών που καθοδηγούν να σκοτώνουν τους εργοδότες τους; Αυτούς τους εργοδότες που δίνουν ψωμί στους ίδιους και τις οικογένειές τους; Πρέπει αυτοί οι άνθρωποι που έχουν επενδύσει τα κεφάλαιά τους βοηθώντας την ανάπτυξη της χώρας να υποκύπτουν σε κάθε εκβιαστικό αίτημα αμόρφωτων εργατών; Ξέρουμε πια τις μεθόδους των επαγγελματιών συνδικαλιστών: ανεδαφικά, μη ρεαλιστικά αιτήματα, απεργίες διαρκείας με αποφάσεις που παίρνονται από χειραγωγημένες συνελεύσεις, τραμπουκισμοί εναντίον εργαζομένων που διεκδικούν το δικαίωμα στην εργασία, τεχνητή ένταση που οδηγεί στη χρήση βίας από την αστυνομία που πάντα λειτουργεί πυροσβεστικά και επεμβαίνει μόνο όταν τα πνεύματα οξυνθούν και, τελικά, δημιουργία μαρτύρων μετά από τη βία που αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει η αστυνομία.  

Στο πρόσφατο περιστατικό στην Ινδία βέβαια οι παλαβοί αριστεροί εργάτες οδήγησαν τα πράγματα ένα βήμα παραπέρα αφού σκότωσαν με φριχτό τρόπο το αφεντικό τους, σίγουρα άοπλο και ανυπεράσπιστο μπροστά στις ορδές τους. Κάποιοι βέβαια θα ισχυριστούν ότι η ειδεχθής τους πράξη δεν ήταν παρά η βίαιη αντίδραση στο θάνατο του ηγέτη του συνδικάτου τους (ξέρουμε δα και στη χώρα μας τύπους σαν και τον θανόντα, αλλά δεν θα πούμε τίποτα παρά πέρα, αφού η ανατροφή μας δεν μας επιτρέπει να κακολογήσουμε νεκρούς), ένας θάνατος που προφανώς προήλθε από κάποιον αστυνομικό που έδειξε υπερβάλλοντα ζήλο στην προσπάθειά του για αυτοάμυνα. Ζούμε όμως σε πολιτισμένες κοινωνίες και μια απο τις κατακτήσεις των κοινωνιών αυτών είναι η ανεξάρτητη δικαιοσύνη. Αν οι εργάτες πίστευαν σε νόμους και στην ομαλή λειτουργία της κοινωνίας θα έπρεπε να αφήσουν τη δικαιοσύνη να κάνει το έργο της και να επιδιώξουν μόνο με νόμιμες διαδικασίες την τιμωρία των όποιων υπευθύνων -αν βέβαια αποδειχθεί ότι υπάρχουν τελικά ποινικές ευθύνες. Αντί γι’ αυτό ξέσπασαν σε ακρότητες κάνοντας μονάχα αυτό που ξέρουν να κάνουν καλύτερα, να σκορπούν δηλαδή το χάος και την καταστροφή φτάνοντας ακόμη και στο φόνο ενός αθώου ανθρώπου, λες και θα μπορούσαν να πετύχουν κάτι μέσα από αυτή την απολίτιστη και αντικοινωνική συμπεριφορά. 

Τέτοια γεγονότα δεν πρέπει να περνούν απαρατήρητα. Οφείλουμε να καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται και να έχουμε πίστη στους θεσμούς της ευνομούμενης πολιτείας με τα όποια ελαττώματα και στραβά της, αν δεν θέλουμε να οδηγηθούμε στην αναρχία και το μηδενισμό. Περισσότερη ασφάλεια, περισσότερη πρόληψη με μέτρα εναντίον των ασύδοτων συνδικάτων, περισσότερα κονδύλια για την αστυνομία ώστε να προφυλάσσει τους ανθρώπους που αποτελούν την ατμομηχανή της οικονομίας της χώρας και να μην περιμένουμε από τους ίδιους να χρηματοδοτούν την ασφάλειά τους.  Να εξασφαλίσουμε πάση θυσία το ότι δεν θα γίνουμε Ινδία.