Στη φωλιά του κούκου, Κεν Κέισι

Παραδόξως, δεν έχω δει ακόμη την ταινία (ή τουλάχιστον θυμάμαι μόνο εικόνες, ίσως από κάποια φορά που την είδαν οι γονείς μου στην τηλεόραση), αν και η μορφή του Τζακ Νίκολσον στον ρόλο αυτό είχε χαραχτεί τόσο έντονα στη μνήμη μου που δεν μπορούσα να μην την ταυτίζω με τον -τελείως ανόμοιο εμφανισιακά- χαρακτήρα του βιβλίου που υποδυόταν. Αφού το διάβασα, δεν ξέρω αν θέλω να τη δω· όχι βέβαια επειδή δεν μου άρεσε, αλλά επειδή με τάραξε πολύ.

Μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός ιθαγενούς Αμερικανού («Ινδιάνου») τρόφιμου ενός ψυχιατρείου στο Όρεγκον, λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο στην Κορέα, παρακολουθούμε τη ζωή σε μια πτέρυγά του που διαφεντεύεται με σιδηρά πυγμή από την Προϊσταμένη νοσοκόμα Ρέιτσεντ, ενώ θεραπείες ηλεκτρικού σοκ πραγματοποιούνται συχνά, όχι μόνο με θεραπευτικό χαρακτήρα, αλλά και τιμωρητικό. Εκεί φτάνει ο ΜακΜέρφι, ένας ρωμαλέος άντρας ιρλανδικής καταγωγής, ψιλοαπατεώνας, λωποδύτης και χαρτοκλέφτης, που ξέρει να χαίρεται τη μέρα (μου θύμισε κατά κάποιον τρόπο τον Ζορμπά του Καζαντζάκη) και βρέθηκε εκεί θεωρώντας προτιμότερη την παραμονή εκεί από την υποχρεωτική αγροτική εργασία της σύντομης ποινής που εξέτιε.

Ο ΜακΜέρφι αναστατώνει και τους τροφίμους, που τον ηρωοποιούν και τον λατρεύουν για αυτό που είναι, και την Προϊσταμένη, που τον αντιλαμβάνεται σαν κάποιον που αγνοεί την ίδια και την εξουσία της, σαν κάποιον που πρέπει να τον τσακίσει για να μην κλονιστεί από τον θρόνο της.

Παράλληλα με την εξωτερική πλοκή, που σε αρκετά σημεία κρατάει σε αγωνία τον αναγνώστη για αυτό που πρόκειται να επακολουθήσει, σε αυτό το πολυεπίπεδο μυθιστόρημα εκτυλίσσεται ταυτόχρονα και μέσα στο μυαλό του αφηγητή ένας προσωπικός αγώνας με τους δικούς του δαίμονες, στον οποίο καταλύτης θα είναι ο ΜακΜέρφι. Σε έναν ευτυχέστατο συνδυασμό μορφής και περιεχομένου, βλέπουμε αυτόν τον αγώνα και μέσα από το ύφος της γραφής, που στην αρχή του βιβλίου ξεκινά από την αφέλεια ενός ασταθούς ψυχικά ανθρώπου και στη συνέχεια γίνεται όλο και πιο σύνθετο και οξύ.

Προφανώς, το μυθιστόρημα αυτό θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως μια καταγγελία ενάντια στις απάνθρωπες μεθόδους που χρησιμοποιούνταν παλιότερα για την αντιμετώπιση των ψυχικά ασθενών, αλλά νομίζω ότι δεν είναι αυτό ο κεντρικός του άξονας. Στην πραγματικότητα, η θεματική που το διαπερνά είναι η μάχη ανάμεσα στη ζωή και την εξουσία, ο αγώνας δηλαδή για την ελευθερία του ανθρώπου.

Βιβλίο-σταθμός, που πραγματικά ταρακουνάει τον αναγνώστη.

ΥΓ. Αν θυμηθούμε ότι ο κούκος δεν φτιάχνει δική του φωλιά (αφήνει τα αυγά του στη φωλιά άλλων πουλιών), ο τίτλος του βιβλίου («Ένα πέταξε πάνω από τη φωλιά του κούκου» στην πλήρη μετάφρασή του από το πρωτότυπο), που προέρχεται από ένα παιδικό τραγουδάκι, αποκτά μια νέα διάσταση.

Το Μαβί

Όταν ξεκίνησα το The Color Purple της Alice Walker (1982, ελλ. μτφρ. Το Πορφυρό Χρώμα· μάλλον ατυχές να αλλάζει ολόκληρο χρώμα στην ελληνική μετάφραση του τίτλου για να επιτευχθεί μια πιο εντυπωσιακή φράση), δεν ήξερα τίποτα για το βιβλίο και για τη συγγραφέα πέρα από το ότι βραβεύτηκε με Πούλιτζερ. Δεν είχα καν ιδέα ότι ο Σπίλμπεργκ το γύρισε ταινία που ήταν μάλιστα υποψήφια για 11 Όσκαρ (το έμαθα συζητώντας με έναν γνωστό μου για το βιβλίο). Καλύτερα· προτιμώ -όσο γίνεται- να διαβάζω ένα βιβλίο κυρίως για αυτό που λέει σε μένα και όχι για αυτό που έγινε αφότου εκδόθηκε.

Τι είπε σε μένα λοιπόν; Πρώτα-πρώτα, επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά ότι υψηλή λογοτεχνία μπορεί να γίνει με τα πιο απλά, τα πιο ταπεινά ή υποτιμημένα υλικά· εδώ η Σέλι (Celie), μια κακοποιημένη, σωματικά, σεξουαλικά και ψυχικά, αφροαμερικανή του μεσοπολέμου αφηγείται τη ζωή της, με έναν κυνικά ευθύ και αφοπλιστικά ειλικρινή τρόπο, μέσα από γράμματα που στέλνει αρχικά στον Θεό και έπειτα και στην αδερφή της. Και μόνο η δεξιοτεχνία στο πλάσιμο αυτής της αφηγηματικής φωνής θα αρκούσε για να μιλάμε για ένα σπουδαίο έργο. Η συγγραφέας «υποδύεται» τόσο πειστικά τη Σέλι που καθώς διάβαζα το πρωτότυπο δεν ήμουν σίγουρος σε κάποια σημεία αν είχα μπροστά μου τα λάθη μιας σχεδόν αγράμματης γυναίκας ή απλώς τυπογραφικές αβλεψίες της έκδοσης. Δεν μένει όμως σε αυτό το εύρημα, που στο κάτω-κάτω το έχουμε ξανασυναντήσει σε αρκετά βιβλία, αλλά κατορθώνει επιπλέον να εγκιβωτίσει πειστικά και άλλες αφηγηματικές φωνές που φωτίζουν από διαφορετικές οπτικές γωνίες το μυθιστορηματικό της σύμπαν.

Έπειτα είναι η ίδια η ιστορία· ξεκινά από μια κατάσταση απόγνωσης, ένα τέλμα όπου σανίδα σωτηρίας δεν φαίνεται να υπάρχει, και σταδιακά απλώνεται σε δρόμους που αρχικά ούτε να τους φανταστεί μπορούσε ο αναγνώστης. Καταλύτης σε αυτή τη σταδιακή αλλαγή η εμφάνιση στο προσκήνιο γυναικών που τολμούν να κάνουν τα πράγματα αλλιώς και να διεκδικήσουν, η καθεμιά με τον τρόπο τους, την ανεξαρτησία τους.

Γράφω «γυναικών» γιατί φυσικά μιλάμε για ένα μυθιστόρημα όπου πρωταγωνιστούν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, οι γυναίκες, με έναν πολύ ουσιαστικά φεμινιστικό τρόπο, χωρίς όμως, και αυτό είναι πολύ σημαντικό επειδή μιλάμε για λογοτεχνία, να μετατρέπεται το βιβλίο σε φεμινιστική μπροσούρα. Οι ηρωίδες, άλλη λιγότερο και άλλη περισσότερο, δεν φτάνουν μόνο μέχρι τη συνειδητοποίηση της θέσης τους στην κοινωνία ως γυναίκες, ούτε ξοδεύονται σε ένα αδιέξοδο μίσος εναντίον των αντρών, αλλά αλλάζουν, τόσο τη θέση τους, όσο και οι ίδιες -και κάποιες στιγμές μένουν έκπληκτες όταν διαπιστώνουν ότι συμβαίνει το ίδιο και με κάποιους άντρες γύρω τους.

Παράλληλα, θίγονται, χωρίς καμία διάθεση διδακτισμού -με μία εξαίρεση ίσως μόνο όταν γίνεται μια σπινοζικής αντίληψης συζήτηση περί Θεού- και πλήθος άλλων θεμάτων, πέρα από την πατριαρχία και τον ρατσισμό: η θρησκεία, η σχέση των πολιτισμών (ανώτεροι-κατώτεροι), η σχέση Αφρικανών και Αφροαμερικανών, η εκμετάλλευση της Αφρικής, η μουσική, η δημιουργικότητα, και, φυσικά, το μόνιμο ερώτημα: ποιος/α είμαι και ποιο το νόημα όλων των πραγμάτων. Η έμφαση πάντως πρέπει να δοθεί στο «θίγονται» γιατί αυτό ακριβώς συμβαίνει, χάρη στην ελλειπτική γραφή και την ελάχιστη μόρφωση της αφηγήτριας.

Πολύ δυνατό βιβλίο.

Τα βάθη στο φως

Βρίσκεις το βιβλίο της σε μια από τις όλο και πιο σπάνιες πια επισκέψεις σου στα αγαπημένα σου παλαιοβιβλιοπωλεία· σπάνιες, γιατί τα αδιάβαστα στα ράφια σου πληθαίνουν σαν τις άσπρες τρίχες στα μαλλιά σου. Αργά αλλά σταθερά.

Με δυο-τρεις τύψεις που άργησες πολύ, που αθέτησες για καιρό ασυγχώρητο μια ρητή και άρρητη υπόσχεση, το παίρνεις στα χέρια σου και βλέπεις ξανά το άλλο όνομά της, αυτό με το οποίο την έμαθες όταν ερωτεύτηκες τη γραφή της. Ένα τριαντάφυλλο στα χέρια του Κανένα, του ομηρικού θεομπαίχτη, με όλο το άρωμα και τα αγκάθια του άθικτα.

Στο αυτί του βιβλίου η φωτογραφία της -ελαφρώς φλου και σέπια, μα κι εδώ συγκλονιστικά όμορφη- κι ένα μικρό, ημιτελές όπως όλα, βιογραφικό -α, και μερικές βιβλιοκριτικές, που τις αφήνεις για μετά, όπως πάντα. Ξανακοιτάς τη φωτογραφία της και σου έρχεται ένα στίχος του Καββαδία από το ποίημα για εκείνη που κοιτάζοντας τα μάκρη αδιαφορούσε. Σύμπτωση: σε μια από τις αφηγήσεις του βιβλίου ανακαλύπτεις τη σχέση της με τον Καββαδία. Σύμπτωση;

Ξεκινάς να το διαβάζεις λίγο-λίγο, δύο-τρία κείμενα τη φορά, με αυτόν τον φόβο που έχεις πάντα όταν διαβάζεις κάτι από δικό σου άνθρωπο, με τον φόβο μήπως δεν σου αρέσει αρκετά, με τον φόβο μήπως ξεπέρασες τη γραφή της ή μήπως η γραφή της σε ξεπερνάει πια. Μάταιοι φόβοι· την βρίσκεις πάλι όλη εδώ, σελίδα-σελίδα, λέξη-λέξη, σαν κυριακάτικο απόγευμα του ’80, σαν ανάμνηση από στιγμές στο εξωτερικό, σαν γυναίκα, μητέρα, εγώ.

Βουτάς σε κάθε παράγραφο και όταν αναδύεσαι σκέφτεσαι: «Εδώ είμαστε» και ταυτόχρονα: «Πώς βρέθηκα εδώ;». Γελάς, χαμογελάς, θυμώνεις, βουρκώνεις, κουνάς το κεφάλι πάνω-κάτω μπροστά στην απρόσμενη οικειότητα -μα πώς γίνεται να έχουμε τόσο κοινές εμπειρίες κι αναμνήσεις;- και έπειτα το κουνάς δεξιά-αριστερά γιατί είναι φορές που δεν θες να πιστέψεις πως όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν.

Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης -ή μπλόγκερ ή αναγνώστης- σκέφτεσαι· το ριζικό σου, ενός ανθρώπου που ξανοίχτηκε στις θάλασσες των λέξεων με μόνη πυξίδα κι οδηγό κείμενα και βιβλία. Πάντα σ’ αυτά ήθελες να φτάσεις, πάντα ήθελες να γράψεις σαν κι αυτά. Σαν κι αυτό.

Ο καιρός των τραγουδιών μας, Ρίτσαρντ Πάουερς

Μετά από πέντε μήνες που με συντρόφευε με μερικές σελίδες του σχεδόν κάθε μέρα, έφτασα στο τέλος των 800+ πυκνογραμμένων σελίδων αυτού του σπουδαίου βιβλίου, που βρέθηκε σχεδόν συμπτωματικά στα χέρια μου. Είναι από τις λίγες φορές που ένιωσα να ισχύει η κλισεδιά «ένα βιβλίο που δεν ήθελα να τελειώσει».

Ο Πάουερς φτιάχνει, με υλικά που αντλεί από τον συνδυασμό μερικών μαγικών «τι θα γινόταν αν;», μια πολυεπίπεδη ιστορία, που σε κάθε της σελίδα διαπνέεται από μια αδιαπραγμάτευτη αγάπη για τη μουσική -για κάθε είδους μουσική- και ταυτόχρονα αναπλάθει πολύ πειστικά ένα κομμάτι της ιστορίας των μαύρων στις ΗΠΑ τον 20ό αιώνα.

Ένας Γερμανοεβραίος εμιγκρές φυσικός, που ασχολείται με το ζήτημα της γραμμικότητας του χρόνου, και μια μαύρη πολλά υποσχόμενη Αμερικάνα σοπράνο, κόρη γιατρού, γνωρίζονται τυχαία στη μνημειώδη εμφάνιση της κοντράλτο Μάριαν Άντερσον έξω από το Καπιτώλιο, ερωτεύονται μεταξύ τους, παντρεύονται και γεννούν τρία παιδιά μιγάδες, σε διαφορετικές δερματικές αποχρώσεις. Μεγαλώνουν τα παιδιά τους μέσα στη μουσική και έξω από τις φυλετικές κατατάξεις, με μεγαλύτερη επιτυχία στο πρώτο από το δεύτερο- και οι δύο γιοι τους ακολουθούν καριέρα μουσικών κλασικής μουσικής (τραγούδι ο ένας, πιάνο ο άλλος, δίδυμο για χρόνια), με τον πρωτότοκο να είναι πραγματικό φαινόμενο, ενώ η κόρη εξελίσσεται σε ριζοσπάστρια και εμπλέκεται ενεργά στο κίνημα των μαύρων. Το πλαίσιο απόλυτα ρεαλιστικό, η οικογένεια και η ιστορία της προϊόν μυθοπλασίας.

Μέσα από παράλληλες χρονικότητες και αναδρομές, με τον μεσαίο γιο να αφηγείται την ιστορία τη δική του και της οικογένειάς του, προσπαθώντας να ανακαλύψει από τη μια αυτό που ψάχνουμε όλοι, το ποιοι είμαστε, αλλά με κάποια έξτρα δυσκολία ο ίδιος, και από την άλλη τα τι, τα πώς και τα γιατί της μουσικής, ταξιδεύουμε σε διαφορετικούς δρόμους χειραφέτησης και απώλειας. Και όλα αυτά δίνονται με μια απαράμιλλη πρόζα που καταφέρνει να ισορροπεί διαρκώς ανάμεσα στον λυρισμό και την κυνικότητα, το κωμικό και το τραγικό, τον φιλοσοφικό στοχασμό και την μουσικολογική ακρίβεια.

Ο Καιρός των τραγουδιών μας (Βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ) είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα του «ανάμεσα», ένα μυθιστόρημα που μοιάζει περισσότερο να «ακούγεται», παρά να διαβάζεται, ένα μυθιστόρημα-κιβωτός.

Σπουδαία η μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου που, μπροστά στην κολοσσιαία πρόκληση ενός πλήθους μουσικών όρων, λιμπρέτων, τίτλων μουσικών έργων και τραγουδιών, αλλά και γεγονότων και στοιχείων της αμερικανικής ιστορίας και κοινωνίας, έκανε εκείνες τις επιλογές που μας απέδωσαν ένα κείμενο που διαβάζεται αβίαστα, μεταδίδοντας όλη τη θέρμη του στον αναγνώστη.

Stories of Your Life and Others, Ted Chiang

25630395

[Το διάβασα στο αγγλικό πρωτότυπο, αλλά έχουν γραφτεί ήδη πολλές και διεξοδικές κριτικές του βιβλίου στα αγγλικά· ελληνικός τίτλος «Ιστορίες της ζωής σου και άλλες ιστορίες» (μτφρ. Δημήτρης Αρβανίτης, Κέδρος, 2016)]

Πραγματικά «επιστημονική» επιστημονική φαντασία. Ο συγγραφέας στα διηγήματα (γράφω «διηγήματα», αλλά το μέγεθός τους διαφέρει κατά πολύ· κάποια είναι πολύ μικρά και άλλα φτάνουν σχεδόν σε μέγεθος νουβέλας) αυτής της συλλογής εφαρμόζει με εξαιρετική επιτυχία την αφηγηματική αρχή «τι θα γινόταν αν…;» [what if…?], σε διαφορετική θεματική κάθε φορά, χρησιμοποιώντας μια πολύ ελκυστική αφήγηση και κινούμενος με άνεση από ύφος σε ύφος και από τεχνική σε τεχνική, με κοινό παρονομαστή το αποστασιοποιημένο χιούμορ. Ακολουθούν μερικά σκόρπια σχόλια για το κάθε διήγημα [δίνω τους αγγλικούς τίτλους· σημειωτέον ότι στην έκδοση που διάβασα περιλαμβάνονται άλλα τέσσερα διηγήματα που από ό,τι βλέπω δεν υπάρχουν στις περισσότερες άλλες εκδόσεις]:

  1. Tower of Babylon: Βαβυλωνιακή επιστημονική φαντασία ή τι θα γινόταν αν ο Πύργος της Βαβέλ ήταν τόσο ψηλός που έφτανε στο τέλος του ουρανού σε έναν κόσμο όπως τον φανταζόταν μια αρχαία κοσμολογία. Για κάποιον λόγο το ύφος μου θύμισε Λουκιανό και Τζόναθαν Σουίφτ.
  2. Understand: Θρίλερ υψηλής νοημοσύνης ή τι θα γινόταν αν η νοημοσύνη κάποιων ανθρώπων αυξανόταν υπερφυσικά με τη βοήθεια ενός φαρμάκου. Το διήγημα ασχολείται με τις έννοιες του ντετερμινισμού, της ιδιοφυίας, της ηθικής, και το κάνει με μια ασθματική αφήγηση, για να φτάσει σε ένα αποκαλυπτικό τέλος.
  3. Division by Zero: «Επιστημολογική φαντασία» ή τι θα γινόταν αν μια μαθηματικός αποδείκνυε ότι α=β, όπου α και β δύο τυχαίοι αριθμοί. Τα όρια της επιστήμης και των βεβαιοτήτων της, η αποξένωση του επιστήμονα από τον πραγματικό κόσμο, τα θεμέλια της λογικής μερικά από τα θέματα του διηγήματος.
  4. Story of Your Life: Γλωσσολογική φαντασία ή τι θα γινόταν αν συναντούσαμε εξωγήινους που θα ήθελαν να επικοινωνήσουν μαζί μας, αλλά δεν θα ξέραμε ο ένας τη γλώσσα του άλλου. Μαθαίνω ότι σε αυτή την ιστορία έχει βασιστεί η ταινία Arrival (δεν την έχω δει ακόμη), αλλά πρόκειται για μια πολυεπίπεδη ταινία που δεν αλλάζει απλώς επίπεδο στο ζήτημα της «παγκόσμιας γλώσσας», αλλά ασχολείται μεταξύ άλλων και με την έννοια του χρόνου και τη γραμμικότητάς του.
  5. Seventy-Two Letters: Βικτωριανό steam-punk ή τι θα γινόταν αν η βιομηχανική επανάσταση περιελάμβανε την ευρεία χρήση γκόλεμ και αν τα έμβια όντα δεν αναπαράγονταν με τη βοήθεια του dna, αλλά περιείχαν μέσα τους όλες τις επόμενες γενιές. Εδώ το ύφος αλλάζει τελείως και παρότι το συγκεκριμένο είδος δεν με ενθουσιάζει, ομολογώ ότι ο Chiang πιάνει πολύ καλά την ατμόσφαιρά του.
  6. The Evolution of Human Science: Υποθετικό επιστημονικό άρθρο ή τι θα γινόταν αν η επιστήμη των μετα-ανθρώπων είχε ξεπεράσει την επιστήμη των ανθρώπων που τους έφτιαξαν. Σύντομο και περισσότερο μια άσκηση ύφους, αλλά ενδιαφέρον.
  7. Hell is the Absence of God: Θρησκευτική φαντασία ή τι θα γινόταν αν οι εμφανίσεις αγγέλων στη γη ήταν συχνές -και με πολύ ρεαλιστικές συνέπειες. Μου θύμισε πολύ το Dogma του Κέβιν Σμιθ· νομίζω ότι είναι το καλύτερο διήγημα της συλλογής από πλευράς δημιουργίας μιας εναλλακτικής πραγματικότητας, στην οποία μάλιστα το υπερφυσικό όχι απλώς είναι «φυσικό», αλλά έχει φτάσει σχεδόν να είναι μπανάλ (οι θεραπευμένοι και τα θύματα των αγγελικών εμφανίσεων επί της γης καταγράφονται από στατιστικές υπηρεσίες).
  8. Liking What You See: A Documentary: Μια σπουδή στην ανθρώπινη ομορφιά ή τι θα γινόταν αν υπήρχε -επιστημονικός- τρόπος να μην κατατάσσουμε στον εγκέφαλό μας τα πρόσωπα των ανθρώπων σε όμορφα, μέτρια ή άσχημα, να μην αναγνωρίζουμε δηλαδή την εξωτερική ομορφιά -ή την απουσία της. Η υποθετική «καλλιαγνωσία» και οι συνέπειές της, αναλύονται διεξοδικά μέσα από «μαρτυρίες» ανθρώπων που εμπλέκονται σε μια προσπάθεια εφαρμογής της σε ένα αμερικάνικο πανεπιστήμιο. Ένα διήγημα που με προβλημάτισε πολύ μέχρι το τέλος γιατί κατορθώνει να μην πάρει ξεκάθαρη θέση (παρότι ο συγγραφέας στις σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου παίρνει).
  9. What’s Expected of Us: Η ψευδαίσθηση της ελεύθερης βούλησης ή τι θα γινόταν αν οι άνθρωποι συνειδητοποιούσαν μέσα από ένα απλό μαραφέτι ότι δεν αποφασίζουν συνειδητά οι ίδιοι για τις μελλοντικές τους πράξεις. Ο Chiang εντοπίζει ευφυώς μια από τις μάστιγες της ανθρώπινης σκέψης (αχ Σπινόζα…), πάνω στην οποία χτίζεται το σαθρό οικοδόμημα ότι ελέγχουμε ή μπορούμε να ελέγξουμε τη ζωή μας και να επιλέξουμε πώς και τι θα είμαστε.
  10. The Merchant and the Alchemist’s Gate: Αραβική επιστημονική φαντασία ή τι θα γινόταν αν μπορούσαμε να πάμε πίσω ή μπροστά στον χρόνο. Εδώ φυσικά η πρωτοτυπία δεν έγκειται στο θέμα των ταξιδιών μέσα στον χρόνο με το οποίο έχει ασχοληθεί πολύ η επιστημονική φαντασία, αλλά στην επιλογή της εποχής και του ύφους· ο αναγνώστης κάλλιστα θα μπορούσε να πιστέψει ότι διαβάζει μια ιστορία από τις Χίλιες και Μια Νύχτες. Συγκλονιστική η φράση που πλανάται πάνω από όλη την ιστορία: «Nothing erases the past. There is repentance, there is atonement, and there is forgiveness. That is all, but that is enough.»
  11. Exhalation: Μηχανική επιστημονική φαντασία ή τι θα γινόταν αν στους νόμους της θερμοδυναμικής αντικαθιστούσαμε την έννοια της ενέργειας με την έννοια του αέρα σε ένα σύμπαν με ρομπότ. Το πιο δύσκολο από όλα τα διηγήματα, γραμμένο από την οπτική γωνία ενός ρομπότ που συνειδητοποιεί μια φριχτή αλήθεια.
  12. The Lifecycle of Software Objects: Meta-cyber-punk ή τι θα γινόταν αν αναπτυσσόταν μια μορφή Τεχνητής Νοημοσύνης που δεν θα ήταν προγραμματισμένη να κάνει συγκεκριμένα πράγματα, αλλά θα έπρεπε να τα μάθει όλα εκπαιδευόμενη σε ψηφιακό περιβάλλον. Τι δεσμοί θα αναπτύσσονταν ανάμεσα σε αυτές τις ψηφιακές οντότητες και τους «γονείς» τους από τον πραγματικό κόσμο; Ποια θα ήταν τα όρια τους;

Ιστορίες με θέματα που η ανθρωπότητα τα βρίσκει και θα τα βρίσκει διαρκώς μπροστά της, γραμμένες με πολύ ωραίο τρόπο. Για όσες/-ους νομίζουν ότι η επιστημονική φαντασία είναι μόνο διαστημόπλοια, λέιζερ και εξωγήινοι, θα ήταν μια πολύ καλή αρχή για να αλλάξουν γνώμη.

10+1 αγαπημένα σημάδια

Με τις λίστες των 10, 20, 100 καλύτερων/αγαπημένων βιβλίων, δίσκων, ταινιών, τραγουδιών, μνημείων κτλ. δεν τα πάω καθόλου καλά. Μερικές όμως μέρες πριν υπέκυψα στην πρόσκληση φίλου (με τούμπαρε η επιλογή του να με προσκαλέσει όταν ανέβασε ένα από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία) να συμμετάσχω σε ένα από αυτά τα αλυσιδωτά φεϊσμπουκικά παιχνίδια όπου έπρεπε να ανεβάζω επί δέκα μέρες το εξώφυλλο ενός βιβλίου που αγάπησα ή με σημάδεψε, προσκαλώντας ταυτόχρονα και κάποια/-ον άλλη/-ο να κάνει το ίδιο.

Ξεκινώντας δεν είχα ξεκάθαρη ιδέα ούτε για το ποια βιβλία θα επέλεγα τελικά ούτε για το πού θα απεύθυνα τις προσκλήσεις. Τελικά, η δεκάδα (+1) που προέκυψε είναι αρκούντως αντιπροσωπευτική των αναγνωσμάτων μου (όπως αντιπροσωπευτική, για άλλους λόγους, είναι και η δεύτερη, κρυφή, δεκάδα που δημιουργήθηκε), οπότε σκέφτηκα να τα συγκεντρώσω όλα σε μια ανάρτηση εδώ, μαζί με τα σχόλια που τα συνόδευσαν στο facebook.

 

Ημέρα πρώτη

6475414

Και με το φως του λύκου επανέρχονται, μυθιστόρημα σε δέκα ιστορίες, Ζυράννα Ζατέλη 

Περισσότερα στην ανάρτηση που είχα κάνει παλιότερα για το βιβλίο σε αυτό το μπλογκ.

 

Ημέρα δεύτερη

veloudis

Γραμματολογία – Θεωρία Λογοτεχνίας, Γιάννης Βελουδής

Αντί άλλου σχολίου για ένα από τα ελάχιστα πανεπιστημιακά βιβλία που αγάπησα, ένα απόσπασμα:

«…Παρά το διαζύγιο της έντεχνης ποίησης από τη μουσική, η πανάρχαιη σύζευξη των δύο αυτών αδελφών τεχνών δε θα επιβιώσει μόνο, και στον αιώνα μας, στο παραδοσιακό δημοτικολαϊκό τραγούδι σ’ όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, ακόμα και στις πιο εκβιομηχανισμένες ανάμεσά τους (Ιρλανδία, Λατινική και Βόρεια Αμερική). Η συνύπαρξη στο ίδιο το πρόσωπο του ποιητή, του συνθέτη και, πολύ συχνά, του εκτελεστή θα ξαναβρεί στον αιώνα μας την ανανεωμένη δικαίωσή της, μετά τα σποραδικά προανακρούσματά της με το νέο Brecht, μερικούς αξιόλογους εκπροσώπους, μοντέρνους τροβαδούρους, ιδιαίτερα για την ποιητική/λυρική συνέκφραση (Popsong/Protestsong) των αντιαυταρχικών, όχι μόνο φοιτητικών, κινημάτων στη δεκαετία του 1960 (Beatles, Bob Dylan, Joan Baez, Leonard Cohen, Wolf Biermann κ.α.). Μια επιστημονική και όχι κανονιστική γραμματολογία είναι υποχρεωμένη να συμπεριλάβει και αυτά, αλλά και τ’ αναρίθμητα εκείνα δείγματα του σύγχρονου μαζικού, λαϊκού ή ψευτολαϊκού, λογοτεχνικού ή παραλογοτεχνικού τραγουδιού στην ιστορία και τη θεωρία της λυρικής ποίησης. Η ενδεχόμενη εφαρμογή ποιοτικών-αξιολογικών κριτηρίων στον τομέα θα ήταν ενέργεια εντελώς ανιστόρητη και θα οδηγούσε, οπωσδήποτε, στον αποκλεισμό από τη γραμματολογική και ποιητολογική έρευνα όχι μόνο ένός μέρους της παραδοσιακής δημοτικολαϊκής, αλλά κ’ ενός μεγαλύτερου τμήματος της -νεότερης ή παλαιότερης, παραδοσιακής ή μοντέρνας- έντεχνης ποίησης».

 

Ημέρα τρίτη

005045

Small Gods (Discworld #13), Terry Pratchett

Θα μπορούσα να έχω βάλει αρκετά ακόμη βιβλία του αγαπημένου μου Δισκόκοσμου εδώ· σε αυτή την παλιότερη ανάρτησή μου μερικοί από τους λόγους που επέλεξα αυτό για τη λίστα.

 

Ημέρα τέταρτη

koritsi

Το κορίτσι που εξαφανίστηκε, Gillian Flynn

Αν όχι για κανέναν άλλο από τους πολλούς λόγους, γι’ αυτή τη σελίδα και μόνο:

«Η χρεοκοπία ταίριαζε τέλεια με τον ψυχισμό μου. Επί σειρά ετών, βαριόμουν. Όχι όμως σαν κανένα κλαψιάρικο ανήσυχο παιδί (όχι ότι ήμουν υπεράνω κάτι τέτοιου), απεναντίας, αισθανόμουν μια πηχτή, αποπνικτική κατάθλιψη. Μου φαινόταν ότι δεν υπήρχε τίποτα καινούργιο για να ανακαλυφθεί. Η κοινωνία μας ήταν αποτέλεσμα αναπαραγωγής σε καταστροφικό βαθμό. Ήμασταν οι πρώτοι άνθρωποι που δεν θα έβλεπαν τίποτα για πρώτη φορά. Ατενίζουμε τα θαύματα του κόσμου, ανέκφραστοι, αδιάφοροι. Τη Μόνα Λίζα, τις πυραμίδες, το Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ. Ζώα της ζούγκλας που επιτίθενται, πανάρχαια παγόβουνα που καταρρέουν, ηφαίστεια που εκρήγνυνται. Δεν μπορώ να θυμηθώ ένα εκπληκτικό πράγμα που να είδα και να μη μου θύμισε αμέσως κάποια ταινία ή εκπομπή. Ή κάποια γαμημένη διαφήμιση. Ξέρετε το ενοχλητικό ρεφρέν των μπλαζέ τύπων: Σιγάααα. το ‘χουμε δει. Κυριολεκτικά τα έχω δει όλα, και το χειρότερο, αυτό που με κάνει να θέλω να τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα, είναι ότι η εξ αντανακλάσεως εμπειρία είναι πάντα καλύτερη. Η εικόνα είναι πιο ευκρινής, η θέα καλύτερη, η γωνία της κάμερας και η μουσική υπόκρουση κατευθύνουν τα συναισθήματά μου με τρόπο που η πραγματικότητα δεν μπορεί πια. Δεν ξέρω αν είμαστε καν άνθρωποι σε αυτήν τη φάση, όσοι από εμάς είναι σαν τους περισσότερους, που μεγάλωσαν με τηλεόραση και ταινίες και τώρα υπάρχει το ίντερνετ. Αν μας προδώσουν, ξέρουμε τι λέξεις να πούμε· όταν πεθάνει ένας αγαπημένος μας. ξέρουμε τι λέξεις να πούμε. Αν θέλουμε να κάνουμε τους ωραίους ή τους εξυπνάκηδες ή τους χαζούς, ξέρουμε τι λέξεις να πούμε. Όλοι δουλεύουμε με το ίδιο σενάριο, ένα σενάριο τόσο φθαρμένο, που οι άκρες του έχουν γυρίσει προς τα μέσα.
Είναι πολύ δύσκολη εποχή να είσαι άνθρωπος, αληθινός, πραγματικός άνθρωπος και όχι μια σειρά χαρακτηριστικών από έναν ανεξάντλητο αυτόματο πωλητή χαρακτήρων.
Κι αν όλοι μας παίζουμε ρόλους, τότε αποκλείεται να υπάρχουν αδερφές ψυχές, γιατί δεν έχουμε πραγματικές ψυχές.
Είχα φτάσει σε σημείο να πιστεύω ότι τίποτα δεν είχε σημασία, γιατί δεν ήμουν αληθινός άνθρωπος κι ούτε κανένας άλλος ήταν.
Θα έκανα τα πάντα για να νιώσω ξανά αληθινός.»

 

Ημέρα πέμπτη

Gunslinger

The Gunslinger (The Dark Tower – Book 1), Stephen King

Για τον Κινγκ ισχύει ό,τι και για τον Πράτσετ· θα μπορούσα να συμπεριλάβω στη λίστα πολλά ακόμη βιβλία του. Το γιατί διάλεξα το συγκεκριμένο και πάλι σε παλιότερη ανάρτησή μου.

 

Ημέρα έκτη

1528763365

Ο Μέγας Ανατολικός, Ανδρέας Εμπειρίκος

Εννοείται ότι οι οκτώ τόμοι αυτού του έπους με σημάδεψαν λόγω της γλαφυρής καθαρεύουσας και της αφηγηματικής δεινότητας του συγγραφέα και μόνο.

 

Ημέρα έβδομη

χιμαιρα

Η Μεγάλη Χίμαιρα, Μ. Καραγάτσης

Ο Καραγάτσης, ένα από τους πιο υποτιμημένους Έλληνες συγγραφείς (λόγω αφηγηματικής δεινότητας αυτός όντως), σημάδεψε την εφηβεία και τη μετεφηβεία μου όσο λίγοι συγγραφείς. Αυτό ήταν το πρώτο δικό του που διάβασα καθώς ήταν ένα από τα βιβλία που βρίσκονταν στη μικρή οικογενειακή μας βιβλιοθήκη. Περισσότερα εδώ.

 

Ημέρα όγδοη

28385042

Χόμπιτ, Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν

Το διάβασα 6-7 φορές κάπου στα μέσα με τέλη της δεκαετίας του ’80, σε εκείνη την πρώτη του έκδοση από τον Κέδρο με αυτό το εξώφυλλο την οποία διέθετε η δημοτική βιβλιοθήκη της κωμόπολής μας. Κάπως έτσι γνώρισα, πολύ πριν τις ταινίες του Πίτερ Τζάκσον, τη Μέση Γη, τον Νοσφιστή (Smaug), τον Θόριν Δρύασπι, τα ξωτικά και τα τελώνια, και ξεκίνησα μια όμορφη σχέση με το -κατασυκοφαντημένο και παρεξηγημένο- fantasy…

 

Ημέρα ένατη

σημειο

Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή, Ουμπέρτο Έκο

Είναι το βιβλίο με το οποίο γνώρισα τον Ουμπέρτο Έκο -και όχι μόνο: στις σελίδες του είδα για πρώτη φορά τον κόσμο μας με άλλα μάτια. Η τέχνη, η πολιτική, ο επαγγελματικός αθλητισμός, τα ΜΜΕ, και πολλά ακόμη, φωτίστηκαν από μια άλλη πλευρά· τα κείμενα αυτής της συλλογής νομίζω ότι ήταν τα πρώτα που με υποψίασαν γενικώς. Μετά ήρθαν τα μυθιστορήματά του, αλλά και πολλά από τα θεωρητικά του έργα, ώστε να μπορώ να πω με ασφάλεια ότι μεγάλο μέρος από τον τρόπο που σκέφτομαι οφείλεται στα γραπτά του Έκο.

 

Ημέρα δέκατη

16006471

Οι δύσκολοι έρωτες, Ίταλο Καλβίνο

Όπου, διαβάζεις για έρωτες που δεν είναι έρωτες, παρά σήματα καπνού με βρεγμένα ξύλα σε μια άγνωστη γλώσσα. Και όπου, κάπου ανάμεσα στην περιπέτεια ενός αναγνώστη και στην περιπέτεια ενός μύωπα, βρίσκεις τον εαυτό σου, για να τον ξαναχάσεις πάλι.

 

Bonus track

20000leygesrekos.jpg

Είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τις θάλασσες, Ιούλιος Βερν

Μια παλιά μου μαθήτρια, που με κάνει περήφανο εκεί στη Μολδαβία, μου ζήτησε ένα βιβλίο bonus στο παιχνίδι με τα εξώφυλλα και της έκανα το χατίρι. Αφού μάλιστα ξεκίνησε τη δική της συμμετοχή με το πρώτο βιβλίο που διάβασε, την ακολούθησα κι εγώ με το πρώτο «κανονικό» βιβλίο που διάβασα, δώρο του πατέρα μου από το τοπικό βιβλιοπωλείο, την άνοιξη της πρώτης μου χρονιάς στο δημοτικό. Είχε γίνει κυριολεκτικά φύλλο και φτερό από τις τόσες φορές που το διάβασα και με αυτό ξεκίνησε η σχέση μου με τον Βερν που εκτάθηκε σε όλη μου την παιδική ηλικία· μια σχέση σαν αυτή που περιγράφει ο στίχος του Καββαδία: «Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής/των μακρυσμένων λιμανιών και των γαλάζιων πόντων»: Μυστηριώδες νησί, Από τη Γη στη Σελήνη, Γύρω από τη Σελήνη, Το εναέριο χωριό, τα παιδιά του πλοιάρχου Γκραν, Μιχαήλ Στρογκώφ, Ροβύρος ο Κατακτητής και τόσα άλλα αναγνωστικά ταξίδια…