Stories of Your Life and Others, Ted Chiang

25630395

[Το διάβασα στο αγγλικό πρωτότυπο, αλλά έχουν γραφτεί ήδη πολλές και διεξοδικές κριτικές του βιβλίου στα αγγλικά· ελληνικός τίτλος «Ιστορίες της ζωής σου και άλλες ιστορίες» (μτφρ. Δημήτρης Αρβανίτης, Κέδρος, 2016)]

Πραγματικά «επιστημονική» επιστημονική φαντασία. Ο συγγραφέας στα διηγήματα (γράφω «διηγήματα», αλλά το μέγεθός τους διαφέρει κατά πολύ· κάποια είναι πολύ μικρά και άλλα φτάνουν σχεδόν σε μέγεθος νουβέλας) αυτής της συλλογής εφαρμόζει με εξαιρετική επιτυχία την αφηγηματική αρχή «τι θα γινόταν αν…;» [what if…?], σε διαφορετική θεματική κάθε φορά, χρησιμοποιώντας μια πολύ ελκυστική αφήγηση και κινούμενος με άνεση από ύφος σε ύφος και από τεχνική σε τεχνική, με κοινό παρονομαστή το αποστασιοποιημένο χιούμορ. Ακολουθούν μερικά σκόρπια σχόλια για το κάθε διήγημα [δίνω τους αγγλικούς τίτλους· σημειωτέον ότι στην έκδοση που διάβασα περιλαμβάνονται άλλα τέσσερα διηγήματα που από ό,τι βλέπω δεν υπάρχουν στις περισσότερες άλλες εκδόσεις]:

  1. Tower of Babylon: Βαβυλωνιακή επιστημονική φαντασία ή τι θα γινόταν αν ο Πύργος της Βαβέλ ήταν τόσο ψηλός που έφτανε στο τέλος του ουρανού σε έναν κόσμο όπως τον φανταζόταν μια αρχαία κοσμολογία. Για κάποιον λόγο το ύφος μου θύμισε Λουκιανό και Τζόναθαν Σουίφτ.
  2. Understand: Θρίλερ υψηλής νοημοσύνης ή τι θα γινόταν αν η νοημοσύνη κάποιων ανθρώπων αυξανόταν υπερφυσικά με τη βοήθεια ενός φαρμάκου. Το διήγημα ασχολείται με τις έννοιες του ντετερμινισμού, της ιδιοφυίας, της ηθικής, και το κάνει με μια ασθματική αφήγηση, για να φτάσει σε ένα αποκαλυπτικό τέλος.
  3. Division by Zero: «Επιστημολογική φαντασία» ή τι θα γινόταν αν μια μαθηματικός αποδείκνυε ότι α=β, όπου α και β δύο τυχαίοι αριθμοί. Τα όρια της επιστήμης και των βεβαιοτήτων της, η αποξένωση του επιστήμονα από τον πραγματικό κόσμο, τα θεμέλια της λογικής μερικά από τα θέματα του διηγήματος.
  4. Story of Your Life: Γλωσσολογική φαντασία ή τι θα γινόταν αν συναντούσαμε εξωγήινους που θα ήθελαν να επικοινωνήσουν μαζί μας, αλλά δεν θα ξέραμε ο ένας τη γλώσσα του άλλου. Μαθαίνω ότι σε αυτή την ιστορία έχει βασιστεί η ταινία Arrival (δεν την έχω δει ακόμη), αλλά πρόκειται για μια πολυεπίπεδη ταινία που δεν αλλάζει απλώς επίπεδο στο ζήτημα της «παγκόσμιας γλώσσας», αλλά ασχολείται μεταξύ άλλων και με την έννοια του χρόνου και τη γραμμικότητάς του.
  5. Seventy-Two Letters: Βικτωριανό steam-punk ή τι θα γινόταν αν η βιομηχανική επανάσταση περιελάμβανε την ευρεία χρήση γκόλεμ και αν τα έμβια όντα δεν αναπαράγονταν με τη βοήθεια του dna, αλλά περιείχαν μέσα τους όλες τις επόμενες γενιές. Εδώ το ύφος αλλάζει τελείως και παρότι το συγκεκριμένο είδος δεν με ενθουσιάζει, ομολογώ ότι ο Chiang πιάνει πολύ καλά την ατμόσφαιρά του.
  6. The Evolution of Human Science: Υποθετικό επιστημονικό άρθρο ή τι θα γινόταν αν η επιστήμη των μετα-ανθρώπων είχε ξεπεράσει την επιστήμη των ανθρώπων που τους έφτιαξαν. Σύντομο και περισσότερο μια άσκηση ύφους, αλλά ενδιαφέρον.
  7. Hell is the Absence of God: Θρησκευτική φαντασία ή τι θα γινόταν αν οι εμφανίσεις αγγέλων στη γη ήταν συχνές -και με πολύ ρεαλιστικές συνέπειες. Μου θύμισε πολύ το Dogma του Κέβιν Σμιθ· νομίζω ότι είναι το καλύτερο διήγημα της συλλογής από πλευράς δημιουργίας μιας εναλλακτικής πραγματικότητας, στην οποία μάλιστα το υπερφυσικό όχι απλώς είναι «φυσικό», αλλά έχει φτάσει σχεδόν να είναι μπανάλ (οι θεραπευμένοι και τα θύματα των αγγελικών εμφανίσεων επί της γης καταγράφονται από στατιστικές υπηρεσίες).
  8. Liking What You See: A Documentary: Μια σπουδή στην ανθρώπινη ομορφιά ή τι θα γινόταν αν υπήρχε -επιστημονικός- τρόπος να μην κατατάσσουμε στον εγκέφαλό μας τα πρόσωπα των ανθρώπων σε όμορφα, μέτρια ή άσχημα, να μην αναγνωρίζουμε δηλαδή την εξωτερική ομορφιά -ή την απουσία της. Η υποθετική «καλλιαγνωσία» και οι συνέπειές της, αναλύονται διεξοδικά μέσα από «μαρτυρίες» ανθρώπων που εμπλέκονται σε μια προσπάθεια εφαρμογής της σε ένα αμερικάνικο πανεπιστήμιο. Ένα διήγημα που με προβλημάτισε πολύ μέχρι το τέλος γιατί κατορθώνει να μην πάρει ξεκάθαρη θέση (παρότι ο συγγραφέας στις σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου παίρνει).
  9. What’s Expected of Us: Η ψευδαίσθηση της ελεύθερης βούλησης ή τι θα γινόταν αν οι άνθρωποι συνειδητοποιούσαν μέσα από ένα απλό μαραφέτι ότι δεν αποφασίζουν συνειδητά οι ίδιοι για τις μελλοντικές τους πράξεις. Ο Chiang εντοπίζει ευφυώς μια από τις μάστιγες της ανθρώπινης σκέψης (αχ Σπινόζα…), πάνω στην οποία χτίζεται το σαθρό οικοδόμημα ότι ελέγχουμε ή μπορούμε να ελέγξουμε τη ζωή μας και να επιλέξουμε πώς και τι θα είμαστε.
  10. The Merchant and the Alchemist’s Gate: Αραβική επιστημονική φαντασία ή τι θα γινόταν αν μπορούσαμε να πάμε πίσω ή μπροστά στον χρόνο. Εδώ φυσικά η πρωτοτυπία δεν έγκειται στο θέμα των ταξιδιών μέσα στον χρόνο με το οποίο έχει ασχοληθεί πολύ η επιστημονική φαντασία, αλλά στην επιλογή της εποχής και του ύφους· ο αναγνώστης κάλλιστα θα μπορούσε να πιστέψει ότι διαβάζει μια ιστορία από τις Χίλιες και Μια Νύχτες. Συγκλονιστική η φράση που πλανάται πάνω από όλη την ιστορία: «Nothing erases the past. There is repentance, there is atonement, and there is forgiveness. That is all, but that is enough.»
  11. Exhalation: Μηχανική επιστημονική φαντασία ή τι θα γινόταν αν στους νόμους της θερμοδυναμικής αντικαθιστούσαμε την έννοια της ενέργειας με την έννοια του αέρα σε ένα σύμπαν με ρομπότ. Το πιο δύσκολο από όλα τα διηγήματα, γραμμένο από την οπτική γωνία ενός ρομπότ που συνειδητοποιεί μια φριχτή αλήθεια.
  12. The Lifecycle of Software Objects: Meta-cyber-punk ή τι θα γινόταν αν αναπτυσσόταν μια μορφή Τεχνητής Νοημοσύνης που δεν θα ήταν προγραμματισμένη να κάνει συγκεκριμένα πράγματα, αλλά θα έπρεπε να τα μάθει όλα εκπαιδευόμενη σε ψηφιακό περιβάλλον. Τι δεσμοί θα αναπτύσσονταν ανάμεσα σε αυτές τις ψηφιακές οντότητες και τους «γονείς» τους από τον πραγματικό κόσμο; Ποια θα ήταν τα όρια τους;

Ιστορίες με θέματα που η ανθρωπότητα τα βρίσκει και θα τα βρίσκει διαρκώς μπροστά της, γραμμένες με πολύ ωραίο τρόπο. Για όσες/-ους νομίζουν ότι η επιστημονική φαντασία είναι μόνο διαστημόπλοια, λέιζερ και εξωγήινοι, θα ήταν μια πολύ καλή αρχή για να αλλάξουν γνώμη.

10+1 αγαπημένα σημάδια

Με τις λίστες των 10, 20, 100 καλύτερων/αγαπημένων βιβλίων, δίσκων, ταινιών, τραγουδιών, μνημείων κτλ. δεν τα πάω καθόλου καλά. Μερικές όμως μέρες πριν υπέκυψα στην πρόσκληση φίλου (με τούμπαρε η επιλογή του να με προσκαλέσει όταν ανέβασε ένα από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία) να συμμετάσχω σε ένα από αυτά τα αλυσιδωτά φεϊσμπουκικά παιχνίδια όπου έπρεπε να ανεβάζω επί δέκα μέρες το εξώφυλλο ενός βιβλίου που αγάπησα ή με σημάδεψε, προσκαλώντας ταυτόχρονα και κάποια/-ον άλλη/-ο να κάνει το ίδιο.

Ξεκινώντας δεν είχα ξεκάθαρη ιδέα ούτε για το ποια βιβλία θα επέλεγα τελικά ούτε για το πού θα απεύθυνα τις προσκλήσεις. Τελικά, η δεκάδα (+1) που προέκυψε είναι αρκούντως αντιπροσωπευτική των αναγνωσμάτων μου (όπως αντιπροσωπευτική, για άλλους λόγους, είναι και η δεύτερη, κρυφή, δεκάδα που δημιουργήθηκε), οπότε σκέφτηκα να τα συγκεντρώσω όλα σε μια ανάρτηση εδώ, μαζί με τα σχόλια που τα συνόδευσαν στο facebook.

 

Ημέρα πρώτη

6475414

Και με το φως του λύκου επανέρχονται, μυθιστόρημα σε δέκα ιστορίες, Ζυράννα Ζατέλη 

Περισσότερα στην ανάρτηση που είχα κάνει παλιότερα για το βιβλίο σε αυτό το μπλογκ.

 

Ημέρα δεύτερη

veloudis

Γραμματολογία – Θεωρία Λογοτεχνίας, Γιάννης Βελουδής

Αντί άλλου σχολίου για ένα από τα ελάχιστα πανεπιστημιακά βιβλία που αγάπησα, ένα απόσπασμα:

«…Παρά το διαζύγιο της έντεχνης ποίησης από τη μουσική, η πανάρχαιη σύζευξη των δύο αυτών αδελφών τεχνών δε θα επιβιώσει μόνο, και στον αιώνα μας, στο παραδοσιακό δημοτικολαϊκό τραγούδι σ’ όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, ακόμα και στις πιο εκβιομηχανισμένες ανάμεσά τους (Ιρλανδία, Λατινική και Βόρεια Αμερική). Η συνύπαρξη στο ίδιο το πρόσωπο του ποιητή, του συνθέτη και, πολύ συχνά, του εκτελεστή θα ξαναβρεί στον αιώνα μας την ανανεωμένη δικαίωσή της, μετά τα σποραδικά προανακρούσματά της με το νέο Brecht, μερικούς αξιόλογους εκπροσώπους, μοντέρνους τροβαδούρους, ιδιαίτερα για την ποιητική/λυρική συνέκφραση (Popsong/Protestsong) των αντιαυταρχικών, όχι μόνο φοιτητικών, κινημάτων στη δεκαετία του 1960 (Beatles, Bob Dylan, Joan Baez, Leonard Cohen, Wolf Biermann κ.α.). Μια επιστημονική και όχι κανονιστική γραμματολογία είναι υποχρεωμένη να συμπεριλάβει και αυτά, αλλά και τ’ αναρίθμητα εκείνα δείγματα του σύγχρονου μαζικού, λαϊκού ή ψευτολαϊκού, λογοτεχνικού ή παραλογοτεχνικού τραγουδιού στην ιστορία και τη θεωρία της λυρικής ποίησης. Η ενδεχόμενη εφαρμογή ποιοτικών-αξιολογικών κριτηρίων στον τομέα θα ήταν ενέργεια εντελώς ανιστόρητη και θα οδηγούσε, οπωσδήποτε, στον αποκλεισμό από τη γραμματολογική και ποιητολογική έρευνα όχι μόνο ένός μέρους της παραδοσιακής δημοτικολαϊκής, αλλά κ’ ενός μεγαλύτερου τμήματος της -νεότερης ή παλαιότερης, παραδοσιακής ή μοντέρνας- έντεχνης ποίησης».

 

Ημέρα τρίτη

005045

Small Gods (Discworld #13), Terry Pratchett

Θα μπορούσα να έχω βάλει αρκετά ακόμη βιβλία του αγαπημένου μου Δισκόκοσμου εδώ· σε αυτή την παλιότερη ανάρτησή μου μερικοί από τους λόγους που επέλεξα αυτό για τη λίστα.

 

Ημέρα τέταρτη

koritsi

Το κορίτσι που εξαφανίστηκε, Gillian Flynn

Αν όχι για κανέναν άλλο από τους πολλούς λόγους, γι’ αυτή τη σελίδα και μόνο:

«Η χρεοκοπία ταίριαζε τέλεια με τον ψυχισμό μου. Επί σειρά ετών, βαριόμουν. Όχι όμως σαν κανένα κλαψιάρικο ανήσυχο παιδί (όχι ότι ήμουν υπεράνω κάτι τέτοιου), απεναντίας, αισθανόμουν μια πηχτή, αποπνικτική κατάθλιψη. Μου φαινόταν ότι δεν υπήρχε τίποτα καινούργιο για να ανακαλυφθεί. Η κοινωνία μας ήταν αποτέλεσμα αναπαραγωγής σε καταστροφικό βαθμό. Ήμασταν οι πρώτοι άνθρωποι που δεν θα έβλεπαν τίποτα για πρώτη φορά. Ατενίζουμε τα θαύματα του κόσμου, ανέκφραστοι, αδιάφοροι. Τη Μόνα Λίζα, τις πυραμίδες, το Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ. Ζώα της ζούγκλας που επιτίθενται, πανάρχαια παγόβουνα που καταρρέουν, ηφαίστεια που εκρήγνυνται. Δεν μπορώ να θυμηθώ ένα εκπληκτικό πράγμα που να είδα και να μη μου θύμισε αμέσως κάποια ταινία ή εκπομπή. Ή κάποια γαμημένη διαφήμιση. Ξέρετε το ενοχλητικό ρεφρέν των μπλαζέ τύπων: Σιγάααα. το ‘χουμε δει. Κυριολεκτικά τα έχω δει όλα, και το χειρότερο, αυτό που με κάνει να θέλω να τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα, είναι ότι η εξ αντανακλάσεως εμπειρία είναι πάντα καλύτερη. Η εικόνα είναι πιο ευκρινής, η θέα καλύτερη, η γωνία της κάμερας και η μουσική υπόκρουση κατευθύνουν τα συναισθήματά μου με τρόπο που η πραγματικότητα δεν μπορεί πια. Δεν ξέρω αν είμαστε καν άνθρωποι σε αυτήν τη φάση, όσοι από εμάς είναι σαν τους περισσότερους, που μεγάλωσαν με τηλεόραση και ταινίες και τώρα υπάρχει το ίντερνετ. Αν μας προδώσουν, ξέρουμε τι λέξεις να πούμε· όταν πεθάνει ένας αγαπημένος μας. ξέρουμε τι λέξεις να πούμε. Αν θέλουμε να κάνουμε τους ωραίους ή τους εξυπνάκηδες ή τους χαζούς, ξέρουμε τι λέξεις να πούμε. Όλοι δουλεύουμε με το ίδιο σενάριο, ένα σενάριο τόσο φθαρμένο, που οι άκρες του έχουν γυρίσει προς τα μέσα.
Είναι πολύ δύσκολη εποχή να είσαι άνθρωπος, αληθινός, πραγματικός άνθρωπος και όχι μια σειρά χαρακτηριστικών από έναν ανεξάντλητο αυτόματο πωλητή χαρακτήρων.
Κι αν όλοι μας παίζουμε ρόλους, τότε αποκλείεται να υπάρχουν αδερφές ψυχές, γιατί δεν έχουμε πραγματικές ψυχές.
Είχα φτάσει σε σημείο να πιστεύω ότι τίποτα δεν είχε σημασία, γιατί δεν ήμουν αληθινός άνθρωπος κι ούτε κανένας άλλος ήταν.
Θα έκανα τα πάντα για να νιώσω ξανά αληθινός.»

 

Ημέρα πέμπτη

Gunslinger

The Gunslinger (The Dark Tower – Book 1), Stephen King

Για τον Κινγκ ισχύει ό,τι και για τον Πράτσετ· θα μπορούσα να συμπεριλάβω στη λίστα πολλά ακόμη βιβλία του. Το γιατί διάλεξα το συγκεκριμένο και πάλι σε παλιότερη ανάρτησή μου.

 

Ημέρα έκτη

1528763365

Ο Μέγας Ανατολικός, Ανδρέας Εμπειρίκος

Εννοείται ότι οι οκτώ τόμοι αυτού του έπους με σημάδεψαν λόγω της γλαφυρής καθαρεύουσας και της αφηγηματικής δεινότητας του συγγραφέα και μόνο.

 

Ημέρα έβδομη

χιμαιρα

Η Μεγάλη Χίμαιρα, Μ. Καραγάτσης

Ο Καραγάτσης, ένα από τους πιο υποτιμημένους Έλληνες συγγραφείς (λόγω αφηγηματικής δεινότητας αυτός όντως), σημάδεψε την εφηβεία και τη μετεφηβεία μου όσο λίγοι συγγραφείς. Αυτό ήταν το πρώτο δικό του που διάβασα καθώς ήταν ένα από τα βιβλία που βρίσκονταν στη μικρή οικογενειακή μας βιβλιοθήκη. Περισσότερα εδώ.

 

Ημέρα όγδοη

28385042

Χόμπιτ, Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν

Το διάβασα 6-7 φορές κάπου στα μέσα με τέλη της δεκαετίας του ’80, σε εκείνη την πρώτη του έκδοση από τον Κέδρο με αυτό το εξώφυλλο την οποία διέθετε η δημοτική βιβλιοθήκη της κωμόπολής μας. Κάπως έτσι γνώρισα, πολύ πριν τις ταινίες του Πίτερ Τζάκσον, τη Μέση Γη, τον Νοσφιστή (Smaug), τον Θόριν Δρύασπι, τα ξωτικά και τα τελώνια, και ξεκίνησα μια όμορφη σχέση με το -κατασυκοφαντημένο και παρεξηγημένο- fantasy…

 

Ημέρα ένατη

σημειο

Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή, Ουμπέρτο Έκο

Είναι το βιβλίο με το οποίο γνώρισα τον Ουμπέρτο Έκο -και όχι μόνο: στις σελίδες του είδα για πρώτη φορά τον κόσμο μας με άλλα μάτια. Η τέχνη, η πολιτική, ο επαγγελματικός αθλητισμός, τα ΜΜΕ, και πολλά ακόμη, φωτίστηκαν από μια άλλη πλευρά· τα κείμενα αυτής της συλλογής νομίζω ότι ήταν τα πρώτα που με υποψίασαν γενικώς. Μετά ήρθαν τα μυθιστορήματά του, αλλά και πολλά από τα θεωρητικά του έργα, ώστε να μπορώ να πω με ασφάλεια ότι μεγάλο μέρος από τον τρόπο που σκέφτομαι οφείλεται στα γραπτά του Έκο.

 

Ημέρα δέκατη

16006471

Οι δύσκολοι έρωτες, Ίταλο Καλβίνο

Όπου, διαβάζεις για έρωτες που δεν είναι έρωτες, παρά σήματα καπνού με βρεγμένα ξύλα σε μια άγνωστη γλώσσα. Και όπου, κάπου ανάμεσα στην περιπέτεια ενός αναγνώστη και στην περιπέτεια ενός μύωπα, βρίσκεις τον εαυτό σου, για να τον ξαναχάσεις πάλι.

 

Bonus track

20000leygesrekos.jpg

Είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τις θάλασσες, Ιούλιος Βερν

Μια παλιά μου μαθήτρια, που με κάνει περήφανο εκεί στη Μολδαβία, μου ζήτησε ένα βιβλίο bonus στο παιχνίδι με τα εξώφυλλα και της έκανα το χατίρι. Αφού μάλιστα ξεκίνησε τη δική της συμμετοχή με το πρώτο βιβλίο που διάβασε, την ακολούθησα κι εγώ με το πρώτο «κανονικό» βιβλίο που διάβασα, δώρο του πατέρα μου από το τοπικό βιβλιοπωλείο, την άνοιξη της πρώτης μου χρονιάς στο δημοτικό. Είχε γίνει κυριολεκτικά φύλλο και φτερό από τις τόσες φορές που το διάβασα και με αυτό ξεκίνησε η σχέση μου με τον Βερν που εκτάθηκε σε όλη μου την παιδική ηλικία· μια σχέση σαν αυτή που περιγράφει ο στίχος του Καββαδία: «Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής/των μακρυσμένων λιμανιών και των γαλάζιων πόντων»: Μυστηριώδες νησί, Από τη Γη στη Σελήνη, Γύρω από τη Σελήνη, Το εναέριο χωριό, τα παιδιά του πλοιάρχου Γκραν, Μιχαήλ Στρογκώφ, Ροβύρος ο Κατακτητής και τόσα άλλα αναγνωστικά ταξίδια…

 

Κάτι θα γίνει, θα δεις, Χρήστος Οικονόμου

14005645.jpg

 

Αυτή η βραβευμένη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου δύσκολα διαβάζεται μονορούφι· στο τέλος κάθε διηγήματος νιώθεις ότι πρέπει να σταματήσεις, να διαβάσεις κάτι άλλο, να κοιτάξεις από το παράθυρο για λίγο για να βγεις από τον πνιγηρό, γεμάτο απόγνωση, κόσμο τους. Γραμμένα λίγο πριν η ελληνική κοινωνία βρεθεί μέχρι το λαιμό μέσα σε αυτό το παρατεταμένο διάστημα «κρίσης» που κοντεύει πια μια δεκαετία, με ήρωες και ηρωίδες που (ψευτο)ζουν σε φτωχογειτονιές του Πειραιά, στα όρια της τρέλας ή και πέρα από αυτά, θυμίζουν ότι ούτε «όλοι μαζί τα φάγαμε» ούτε όλη η χώρα ζούσε «πάνω από τις δυνατότητές της».

Ο ρεαλισμός των διηγημάτων -ιστορίες της διπλανής πόρτας σαν κι αυτές που όλοι έχουμε ακούσει- είναι πραγματικά γροθιά στο στομάχι. Ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την ικανότητα του συγγραφέα να δίνει μια απόλυτα πιστευτή φωνή σε ανθρώπους που σπάνια έχουν αυτή την ευκαιρία, ανθρώπους που δεν τους συμβαίνει κάτι το εξαιρετικό, κάτι το αξιοσημείωτο, κάτι το συνταρακτικό, πέρα από τη ζωή, τη φτώχεια και τη μοναξιά.

Ταυτόχρονα, την γραφή του Οικονόμου μόνο γυμνή δεν μπορείς να την πεις· ακόμη και στα πιο πεζά θέματα, ακόμη και στις πιο κυνικές στιγμές των ιστοριών του, ένας απρόσμενος, αλλά καθόλου άστοχος, λυρισμός κάνει την εμφάνισή του, κι έτσι οι περιπτώσεις των ανθρώπινων ναυαγίων που γεμίζουν τις σελίδες τους παύουν να είναι πια μόνο αυτό, δηλαδή περιπτώσεις, αριθμοί, στατιστικές, και γίνονται άνθρωποι, με τον δικό τους εσωτερικό κόσμο, τις ευαισθησίες και τα όνειρά τους.

Αν υπάρχει κάτι που ίσως με ξένισε σε αυτή τη σπουδαία δουλειά είναι ότι τα περισσότερα διηγήματα της συλλογής διαψεύδουν πανηγυρικά τον τίτλο της· τελικά τίποτα δεν γίνεται ή τουλάχιστον τίποτα που να επαληθεύει τη φαινομενική αισιοδοξία της φράσης του τίτλου. Κανονικά, αυτό θα με ενοχλούσε πολύ περισσότερο, εδώ όμως αυτό το βάλτωμα, αυτή η ακινησία, είναι ουσιαστικό στοιχείο του κλίματος όλων των διηγημάτων, και ο Οικονόμου πετυχαίνει να το αποδώσει σε κάθε επίπεδο.

Γκιακ, Δημοσθένης Παπαμάρκος

23865030.jpg

 

Το Γκιακ είναι ένα σπουδαίο βιβλίο ή έστω ένα βιβλίο που αξίζει πραγματικά να διαβαστεί. Σίγουρα πάντως πρόκειται για ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ.

Όχι όμως λόγω της γλώσσας του· η παράδοση της φωνογραφικής καταγραφής ενός ιδιώματος έχει πάνω από έναν αιώνα ζωής στα ελληνικά γράμματα -εξάλλου εδώ η χρήση μιας ντοπιολαλιάς υπαγορεύεται από το γεγονός ότι επιλέγεται ένας λαϊκός αφηγητής σε κάθε διήγημα της συλλογής ο οποίος υποτίθεται ότι αφηγείται προφορικά σε κάποιο άλλο πρόσωπο μια ιστορία, είτε με τον ίδιο ως πρωταγωνιστή είτε όχι.

Ούτε λόγω του ιστορικού του πλαισίου· είναι τραγικό να εκθειάζουμε σήμερα ένα βιβλίο επειδή τάχα αποκαλύπτει τις γνωστές από πολύ νωρίς θηριωδίες του ελληνικού στρατού στον μικρασιατικό πόλεμο (ο Καραγάτσης ή ο Μυριβήλης νομίζω έχει γράψει ένα σχετικό -και πολύ ωμό- διήγημα). Ακόμη πιο τραγικό βέβαια είναι να τις ανακαλύπτουμε χάρη σε αυτό το βιβλίο.

Ούτε καν επειδή αποτελεί κάποιου είδους αντιπολεμική κραυγή που «δείχνει» (τι φριχτή έκφραση για ένα έργο τέχνης) πόσο καταστρέφει ο πόλεμος τους ανθρώπους και την ψυχή τους· οι ίδιοι οι ήρωες των διηγημάτων που έχουν διαπράξει εγκλήματα στη Μικρασία δεν τα αντιλαμβάνονται ως τέτοια, αλλά ως μια αναγκαιότητα του πολέμου.

Ούτε πάλι επειδή πιάνει τον σφυγμό της ιδιοσυγκρασίας και της κουλτούρας των παλιότερων Αρβανιτών της ρουμελιώτικης υπαίθρου· τα διηγήματα της συλλογής δεν είναι κάποιου είδους όψιμη αναβίωση της νεοελληνικής ηθογραφίας.

Το γεγονός ότι προτάσσονται όλα ή έστω κάποια από τα παραπάνω ως οι κύριοι λόγοι που εξηγούν την επιτυχία του Γκιάκ αφορά περισσότερο την ανυδρία του σύγχρονου λογοτεχνικού τοπίου στην Ελλάδα, καθώς και μια στρεβλή αντίληψη για το τι είναι η λογοτεχνικότητα, και λιγότερο το ίδιο το βιβλίο. Στην πραγματικότητα, όλα τα παραπάνω υπηρετούν απλώς -όσο «απλό» κι αν είναι από μόνο του αυτό- την ουσία των αφηγήσεων που συναντάμε στα διηγήματά του.

Διότι αυτό που διαθέτει το Γκιάκ είναι κυρίως οι ιστορίες του.
Ιστορίες αιματηρές: ένας άντρας που εκδικείται τον βιαστή και φονιά της αγαπημένης του αδερφής, ένας άλλος που εκδικείται τον χαμό του βλάμη του, ένας τρίτος που έφυγε μετανάστης στην Αμερική και έγινε υπάλληλος σε σφαγείο γιατί το μόνο που ήξερε πια ήταν να σκοτώνει.
Ιστορίες κωμικοτραγικές και μακάβριες: για σύκα και παγανιστές, για βρυκόλακες και αποκοτιές.
Ιστορίες ερωτικές και τραγικές: κάποιος που ανακαλύπτει κάπως αργά ότι η αγαπημένη του σώθηκε από τη μικρασιατική καταστροφή, ένα ομοφυλοφιλικό ζευγάρι που γεννιέται στο μικρασιατικό μέτωπο και στην Παραλογή, που είναι γραμμένη σε δεκαπεντασύλλαβους σαν τα ομώνυμα δημοτικά τραγούδια, μια χήρα που ζητά από τον Χάρο να της φέρει πίσω τον άντρα της.

Και φυσικά όλα αυτά δίνονται με μεγάλη δεξιοτεχνία, μέσα από πλήθος αφηγηματικών τεχνασμάτων (αποκρύψεις, επιβραδύνσεις, αποκαλύψεις, επιταχύνσεις κοκ.) που φανερώνουν, μαζί με το καλά μελετημένο μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια ωμό και ανεπεξέργαστο ύφος (το οποίο δεν προλαβαίνει να γίνει μανιέρα και λόγω του μικρού μεγέθους του βιβλίου), μεγάλη λογοτεχνική δεξιοτεχνία και φροντίδα.

Οι οχτώ ιστορίες του Γκιακ μετουσιώνουν με τον καλύτερο τρόπο αυτό που πράγματι λείπει σε μεγάλο βαθμό από το ελληνικό διήγημα: «Πες μια καλή ιστορία και πες την καλά». Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι καθώς τις διάβαζα μου έρχονταν διαρκώς στο νου μερικά από τα καλύτερα διηγήματα ενός μεγάλου μαέστρου του είδους, του Στίβεν Κινγκ.

ΥΓ. Ο Βαγγέλης Μπιτσώρης έχει γράψει μια ιδιοφυή φιλολογική κριτική για το Γκιάκ, στην οποία οφείλω πολλά από όσα έγραψα εδώ.

Small Great Things, Jodi Picoult

28587957.jpg

 

Τι θα γινόταν σήμερα αν ένα ζευγάρι Αμερικανών «χρυσαυγιτών» έβλεπε μια Αφροαμερικανή μαία (η οποία πιστεύει στις ίσες ευκαιρίες και κρατά αποστάσεις από την κοινότητά της) να φροντίζει στο μαιευτήριο το νεογέννητό τους; Μα φυσικά θα ζητούσαν την αντικατάστασή της. Και αν το νεογέννητό τους πέθαινε την επόμενη μέρα από ανακοπή καρδιάς στα χέρια σχεδόν αυτής της μαίας;
Από αυτό το μαγικό «αν» ξεκινάει ουσιαστικά το βιβλίο «Small Great Things» («Μικρά, σημαντικά πράγματα» στην ελληνική έκδοση του Ψυχογιού), του οποίου η πρωτότυπη έκδοση έπεσε στα χέρια μου σχεδόν συμπτωματικά και χωρίς να ξέρω τίποτα για τη συγγραφέα του (λευκή και πολύ διάσημη εντέλει) ή για το ίδιο, πέρα από τη σύντομη περιγραφή του στο Goodreads και το γεγονός ότι ήταν πέρσι μεγάλη εκδοτική επιτυχία στις ΗΠΑ.
Προφανώς είναι ένα μυθιστόρημα για τις φυλετικές διακρίσεις, είναι όμως εξαιρετικά καλογραμμένο (διαβάζεται άνετα σαν δικαστικό θρίλερ), αποφεύγει τις εύκολες λύσεις (με εξαίρεση κάνα δυο σημεία στο τέλος, παρότι κι αυτά δεν είναι εξωπραγματικά) και δεν διαπνέεται, όπως θα ήταν αναμενόμενο, από ιδιαίτερο διδακτισμό, αντίθετα αφήνει τα γεγονότα -και τους ήρωες- να μιλήσουν.
Αυτό το τελευταίο μάλιστα είναι και μια από τις μεγαλύτερες αρετές του βιβλίου· η συγγραφέας έχει επιλέξει να μοιράσει την αφήγηση σε τρεις εναλλασσόμενους πρωτοπρόσωπους αφηγητές, τη μαία, τον πατέρα του νεογέννητου και τη λευκή δικηγόρο της νομικής βοήθειας που αναλαμβάνει την υπεράσπιση της μαίας. Μέσα από τα μάτια τους λοιπόν παρακολουθούμε τα γεγονότα της υπόθεσης -συχνά μάλιστα δίνεται το ίδιο γεγονός από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες- αλλά και σκηνές από το παρελθόν τους που συνδέονται με τα τεκταινόμενα.
Σε μια τέτοια ιστορία υπάρχει πάντα ο κίνδυνος οι χαρακτήρες να καταντήσουν απλώς στερεότυπα: ο πωρωμένος νεοναζί, η κατατρεγμένη μαύρη, η δικαιωματική δικηγόρος. Ευτυχώς εδώ, με τη βοήθεια των διαφορετικών πρωτοπρόσωπων οπτικών, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Όχι ότι το βιβλίο δεν παίρνει θέση για το πού βρίσκεται το δίκιο, αλλά ψάχνει να βρει αίτια για το πώς καταντάει κάποιος φασίστας, για το πώς άνθρωποι από καταπιεσμένες κοινότητες ψάχνουν απεγνωσμένα -και μάταια- να ενσωματωθούν στην κυρίαρχη, για το ποια είναι τα κίνητρα όσων στηρίζουν και βοηθούν αυτούς τους ανθρώπους.
Υπάρχουν πολλά σημεία στο βιβλίο που είναι συγκλονιστικά, όπως για παράδειγμα η μύηση του πατέρα στον κόσμο των Αμερικανών φασιστών και η περιγραφή του τρόπου ζωής και σκέψης τους, που θυμίζουν σε βαθμό ταύτισης όσα ξέρουμε για τους χρυσαυγίτες, ή η αντιμετώπιση των Αφροαμερικανών από το σύστημα ή οι δεσμοί εντός της αφροαμερικανικής κοινότητας.
Χωρίς να έχω κάποια γνώση της αμερικανικής κοινωνίας από πρώτο χέρι δεν μπορώ να βεβαιώσω ότι το βιβλίο είναι ρεαλιστικό, είναι όμως πειστικό με βάση όσα γνωρίζω για αυτήν από διάφορες πηγές. Μια κοινωνία υποκριτική, ταξική και γεμάτη κρυφές και φανερές διακρίσεις και αποκλεισμούς.
Και μόνο για τη συζήτηση που άνοιξε το βιβλίο αυτό, τη στιγμή που την άνοιξε (2016), πρόκειται για ένα μικρό σημαντικό πράγμα.

Το μαύρο τραγούδι της Ευρώπης

Χτες βράδυ τελείωσα το πρώτο βιβλίο της νουάρ τριλογίας του Ζαν-Κλωντ Ιζζό για τη Μασσαλία, «Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας», σε μετάφραση Ριχάρδου Σωμερίτη (εκδόσεις Πόλις, 1999). Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα επίμετρο του μεταφραστή που κλείνει με τα εξής εντυπωσιακά προφητικά λόγια που συνοψίζουν 16 χρόνια πριν τις προκλήσεις της σημερινής εξάπλωσης της ξενοφοβίας και του φασισμού:

Διαβάζοντας τα βιβλία του Ιζζό, κυρίως τα τρία πρώτα, της σειράς «νουάρ», σκεφτόμουνα πόσο επίκαιρα είναι και για μας, παρά τις διαφορετικές ως ένα σημείο καταστάσεις που ζούμε. Πώς μπορούμε να να οργανωθούμε, ηθικά και πρακτικά, για να παραμείνουμε άνθρωποι, για να μην μας οδηγήσουν στο μίσος, στη βία, στο να χειροκροτούμε τα βάρβαρα ανθρωπομαζώματα μεταναστών και τους υποψήφιους (και όχι μόνο) δολοφόνους που «παίρνουν το νόμο στα χέρια τους»;

Τα όσα περιγράφει ο Ιζζό, με απελπισία αλλά και με κάποια πίστη στον άνθρωπο, είναι αυτά που δεν έχουμε ζήσει αλλά που είναι πολύ πιθανό ότι θα ζήσουμε. Τα όσα λένε οι εγκληματίες-φασίστες που μας παρουσιάζει, τα διαβάζουμε ήδη σε επώνυμες στήλες εφημερίδων και τα ακούμε σε τηλεοράσεις και ραδιόφωνα. Και το περιθώριο που μας ιστορεί, νάτο, κάτω από τα μάτια μας δημιουργείται κι εδώ, συχνά με τη συμπαράσταση (ανώνυμη) κυκλωμάτων μαύρου χρήματος και μαύρης πολιτικής.