Το μαύρο τραγούδι της Ευρώπης

Χτες βράδυ τελείωσα το πρώτο βιβλίο της νουάρ τριλογίας του Ζαν-Κλωντ Ιζζό για τη Μασσαλία, «Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας», σε μετάφραση Ριχάρδου Σωμερίτη (εκδόσεις Πόλις, 1999). Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα επίμετρο του μεταφραστή που κλείνει με τα εξής εντυπωσιακά προφητικά λόγια που συνοψίζουν 16 χρόνια πριν τις προκλήσεις της σημερινής εξάπλωσης της ξενοφοβίας και του φασισμού:

Διαβάζοντας τα βιβλία του Ιζζό, κυρίως τα τρία πρώτα, της σειράς «νουάρ», σκεφτόμουνα πόσο επίκαιρα είναι και για μας, παρά τις διαφορετικές ως ένα σημείο καταστάσεις που ζούμε. Πώς μπορούμε να να οργανωθούμε, ηθικά και πρακτικά, για να παραμείνουμε άνθρωποι, για να μην μας οδηγήσουν στο μίσος, στη βία, στο να χειροκροτούμε τα βάρβαρα ανθρωπομαζώματα μεταναστών και τους υποψήφιους (και όχι μόνο) δολοφόνους που «παίρνουν το νόμο στα χέρια τους»;

Τα όσα περιγράφει ο Ιζζό, με απελπισία αλλά και με κάποια πίστη στον άνθρωπο, είναι αυτά που δεν έχουμε ζήσει αλλά που είναι πολύ πιθανό ότι θα ζήσουμε. Τα όσα λένε οι εγκληματίες-φασίστες που μας παρουσιάζει, τα διαβάζουμε ήδη σε επώνυμες στήλες εφημερίδων και τα ακούμε σε τηλεοράσεις και ραδιόφωνα. Και το περιθώριο που μας ιστορεί, νάτο, κάτω από τα μάτια μας δημιουργείται κι εδώ, συχνά με τη συμπαράσταση (ανώνυμη) κυκλωμάτων μαύρου χρήματος και μαύρης πολιτικής.

Συ-μείωση

σελ. 42. Σ.: Στον Σ. είχε καρφωθεί κάποτε να γράψει ένα βιβλίο. Σιγά την πρωτοτυπία θα μου πείτε. Σήμερα όλοι γράφουν βιβλία. Κι αυτοί που δεν γράφουν, τα διαβάζουν. Κι όσοι δεν τα διαβάζουν, καμώνονται πως τα έχουν διαβάσει ή -έστω- πως θα τα διάβαζαν, αν έβρισκαν καιρό. Είναι βέβαια κι αυτοί που ούτε γράφουν ούτε διαβάζουν ούτε κάνουν πως διαβάζουν, καλοτυχίζουν όμως ή οικτίρουν τον εαυτό τους ως κάποιον που δεν έχει καμία σχέση με τα βιβλία, ορίζοντας και αυτοί την ύπαρξή τους με βάση αυτά. Ο Σ. βέβαια ανήκε κατ’ αρχήν στην κατηγορία αυτών που διαβάζουν βιβλία άλλων. Τελευταία λοιπόν είχαν πέσει στα χέρια του πολλά βιβλία που στο τέλος τους περιελάμβαναν 3-4 σελίδες σημειώσεων του μεταφραστή/επιμελητή ή -τι φρίκη!- ακόμη και του ίδιου του συγγραφέα. Οι σημειώσεις αυτές του φαίνονταν αποκαλυπτικές όχι επειδή τον βοηθούσαν να καταλάβει καλύτερα το κείμενο, αλλά επειδή του έδειχναν τι πίστευε ο συντάκτης τους για τις γνώσεις και τον πνευματικό ορίζοντα των πιθανών αναγνωστών του βιβλίου. Γίνονταν έτσι οι ίδιες ένα αυτόνομο κείμενο που συνομιλούσε ακόμη πιο ευθέως με τον αναγνώστη από ό,τι το κείμενο που επεξηγούσαν, καθώς, μαζί με τις σημειώσεις που δεν είχαν γραφτεί, εξελίσσονταν σε ένα παιχνίδι του τύπου «Πόσο καλά σε ξέρω;/Πόσο καλός είσαι γι’ αυτό το βιβλίο;». Τι θα γινόταν όμως αν κάποιος αποφάσιζε να γράψει ένα βιβλίο όπου ό,τι σημαντικό θα ήθελε να πει θα βρισκόταν μόνο σε αυτές τις σημειώσεις; «Σκεφτείτε,» έλεγε ο Σ. απευθυνόμενος στο φανταστικό ακροατήριο που άκουγε τις τρελές του ιδέες, «ένα βιβλίο που το κείμενό του δεν θα είναι τίποτα παραπάνω από μια διαρκής αφορμή σημειώσεων στο τέλος του. Σημειώσεις στις οποίες θα βρίσκαμε τα σημαντικότερα στοιχεία για κάθε ήρωα καμουφλαρισμένα σαν επουσιώδεις λεπτομέρειες, ενώ σε άλλες θα υπήρχαν σχόλια μέσα στα οποία θα κρύβονταν οι πραγματικές απόψεις του συγγραφέα για το θέμα ή πληροφορίες για τόπους και γεγονότα που θα ήταν το κέντρο της αφήγησης, παρότι σ’ αυτήν αναφέρονταν μόνο παρεμπιπτόντως. Στο κάτω-κάτω κάπως έτσι εκτυλίσσεται και η ζωή μας: η ουσία της βρίσκεται πάντα στο περιθώριο της.» Ο Σ. δεν τελείωσε ποτέ το βιβλίο που ξεκίνησε γιατί η καθεμιά του σημείωση γεννούσε άλλες δέκα. (Σ.τ.Μ.)

Hangman’s Holiday, Dorothy L. Sayers

More about Hangman's Holiday

(κλικ στο εξώφυλλο)

Ομολογώ ότι ξαναπιάνοντας στα χέρια μου αυτή τη συλλογή διηγημάτων με αστυνομικές ιστορίες, στις περισσότερες από τις οποίες πρωταγωνιστεί ο βασικός ήρωας της Sayers, Λόρδος Peter Wimsey, δεν θυμόμουν τίποτα απολύτως, παρότι είμαι σίγουρος ότι την έχω διαβάσει. Επειδή όμως έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην παρεκκλίνω από τη σειρά με την οποία έχω καταχωρήσει τα βιβλία στο anobii, άρχισα να ξεφυλλίζω το βιβλίο μπας και μου ‘ρθει κάτι. Κατέληξα να διαβάσω ολόκληρο το πρώτο διήγημα που ξεκινά με τον αναγνώστη να νιώθει έντονα ότι έχει να κάνει με μια ιστορία από τον κόσμο του υπερφυσικού (εξάλλου ήταν πολύ της μόδας τέτοιες ιστορίες κατά τον Μεσοπόλεμο) -υπάρχει και μια ευθεία αναφορά σε ένα διήγημα του H.G. Wells για την «Τέταρτη διάσταση»- και τελικά να διαπιστώνει, χάρη στην άοκνη έρευνα του Λόρδου, ότι υπάρχει μια πιο μπανάλ και πεζή εξήγηση για τον μυστηριώδη «σωσία». Η γλώσσα και το ύφος της Sayers με συνεπήραν για άλλη μια φορά και έτσι αποφάσισα να ξαναδιαβάσω τη συλλογή, οπότε θα ανανεώσω την ανάρτηση αν έχω κάτι επιπλέον να πω ολοκληρώνοντας το βιβλίο. Στο κάτω-κάτω ξεκίνησα αυτό το project για να θυμηθώ βιβλία που έχω διαβάσει 😉

Gaudy Night, Dorothy L. Sayers

More about Gaudy Night

(κλικ στο εξώφυλλο)

Μια όχι και πολύ μακρινή εποχή δεν επιτρεπόταν η φοίτηση γυναικών στα Πανεπιστήμια και δη σε ιδρύματα όπως η Οξφόρδη. Ακόμη κι όταν αυτό άρχισε να συμβαίνει, για πολλές δεκαετίες γινόταν δεκτό μόνο ένα μικρό ποσοστό γυναικών, ενώ οι πρώτες απόφοιτες θεωρούνταν περίπου ανωμαλία της φύσης. Γι’ αυτές ακριβώς τις απόφοιτες μιλά αυτό το βιβλίο που μόνο επιφανειακά είναι αστυνομική ιστορία, αφού πέρα από το ότι δεν γίνεται καν κάποιος φόνος, το βάρος πέφτει στην ανάπτυξη των (γυναικείων κυρίως) χαρακτήρων και σε βασικά ζητήματα γύρω από το φύλο και το φεμινισμό.

Η ηρωίδα, όπως και η Sayers, είναι μια από τις πρώτες χρονικά πτυχιούχους της Οξφόρδης και ταυτόχρονα η σύντροφος (εδώ και δύο βιβλία) του ήρωα της συγγραφέως, Λόρδου Peter Wimsey, ενός εκκεντρικού αριστοκράτη-ντετέκτιβ. Επιστρέφοντας μετά από χρόνια στη σχολή της για ένα ριγιούνιον δείπνο, βρίσκεται μπροστά σε μια σειρά από απειλητικά γράμματα, επικίνδυνες φάρσες και μια γενικότερη αναστάτωση την οποία προσπαθεί να εξιχνιάσει για να επανέλθει η ηρεμία, αλλά κυρίως εμπιστοσύνη ανάμεσα στα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Το ερώτημα που πλανάται διαρκώς, όπως αναφέρεται πολύ εύστοχα σε μια περιεκτική κριτική ανάλυση του βιβλίου, είναι «τι μπορούν να κάνουν οι γυναίκες;» και η απάντηση, που δίνεται χωρίς κανένα ίχνος διδακτισμού, αλλά μέσα από μια πολύ ρέουσα πλοκή και μια σειρά από ολοκληρωμένους χαρακτήρες, είναι «τα πάντα.» Πρόκειται για την πιο ειλικρινά φεμινιστική απάντηση που μπορεί να δοθεί σε ένα τέτοιο ερώτημα, αφού συναντάμε στις σελίδες του μυθιστορήματος γυναίκες ολοκληρωμένες -συναισθηματικά, ακαδημαϊκά, πνευματικά- αλλά και γυναίκες αναίσθητες και ανόητες. Ακόμη και το ερώτημα που βασανίζει την ηρωίδα για το αν και με ποιους όρους πρέπει να παντρευτεί τον Wimsey τίθεται και απαντιέται στη βάση της ισότιμης συμβίωσης και συντροφικότητας.

Ένα πολύ όμορφο βιβλίο, αντάξιο της παράδοσης των καλύτερων μυθιστορημάτων που έχουν ως θέμα τους την ακαδημαϊκή κοινότητα, όπως αυτών του David Lodge. Ταυτόχρονα, ένα βιβλίο που μου έμαθε για τις γυναίκες και το φεμινισμό πολλά περισσότερα από «ειδικά» βιβλία.

Murder Must Advertise, Dorothy L. Sayers

More about Murder Must Advertise

(κλικ στο εξώφυλλο)

Ο ΠάνωςΚ τη βρίσκει με τα βιογραφικά των συγγραφέων (ξέρετε, αυτά που συναντάει κανείς συνήθως στα αυτιά των βιβλίων -μόνο που σε αυτή την περίπτωση εμείς είμαστε το αυτί που αφουγκράζεται τι σόι άνθρωπος είναι αυτός που έγραψε το βιβλίο που έχουμε στα χέρια μας), εγώ με τις σύντομες περιλήψεις στα οπισθόφυλλα ή στα λογοτεχνικά περιοδικά ή στα διαδικτυακά βιβλιοπωλεία. Μάλιστα, τις διαβάζω διαγώνια ή καθόλου πριν ξεκινήσω το βιβλίο, και πολύ πιο προσεχτικά αφού το τελειώσω. Παραφράζοντας τον ΠάνωΚ, θα έλεγα ότι τα διαβάζω όχι γιατί με ενδιαφέρουν τόσο τα πεπραγμένα του βιβλίου, όσο ο (υπαινικτικός) τρόπος με τον οποίον αυτά αναφέρονται (ή και αποσιωπούνται). Στην περίπτωση μάλιστα των αστυνομικών μυθιστορημάτων πρόκειται για μια υψηλή τέχνη, αφού το σύντομο κειμενάκι θα πρέπει να κάνει αρκούντως ελκυστικό το βιβλίο στον αναγνώστη, χωρίς να του προδίδει παρά ελάχιστα στοιχεία για την εξέλιξη της πλοκής.

Τι λέει λοιπόν, και κυρίως τι δεν λέει, η περίληψη του Murder Must Advertise στο Amazon; Για να δούμε:

Όταν ο διαφημιστής Victor Dean γκρεμίζεται από τις σκάλες των γραφείων της Pym, μιας αξιοσέβαστης λονδρέζικης διαφημιστικής εταιρείας, όλα δείχνουν ότι πρόκειται για ατύχημα. Έπειτα προσλαμβάνεται ο Λόρδος Peter Wimsey, και γρήγορα ανακαλύπτει ότι ο κόσμος της διαφήμισης κρύβει περισσότερα από όσα δείχνει. Μια δόση κοκαΐνης, μια υποψία εκβιασμού, και μερικές φιλήδονες γυναίκες διακρίνονται στο πίσω κείμενο. Και έπειτα είναι και αυτή η βίαιη διαδοχή των φόνων -5 στο σύνολο- ο καθένας τους το σταθερό κόστος της διαφήμισης ενός θανάσιμου μυστικού. 

Θεωρητικά θα έλεγε κανείς ότι αυτή η περίληψη μας τα λέει (σχεδόν) όλα, πράγμα αξιοπερίεργο για ένα αστυνομικό βιβλίο. Τι συμβαίνει λοιπόν; Αυτό που συμβαίνει είναι ότι έχουμε μπροστά μας ένα από τα μυθιστορήματα της Dorothy L. Sayers με ήρωα τον μεσοπολεμικό Λόρδο Peter Wimsey, έναν ευφυέστατο ερασιτέχνη ντετέκτιβ και συλλέκτη τυπωμένων προ του 1501 βιβλίων, μαύρο πρόβατο για τη μισή του οικογένεια, με απίστευτες ικανότητες, σωματικές και μεταμφίεσης, ο οποίος πάσχει από μετατραυματική ψυχική διαταραχή, κατάλοιπο ενός βομβαρδισμού στου Δυτικό Μέτωπο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το βασικό του όμως χαρακτηριστικό είναι το ετοιμόλογο πνεύμα του καθώς η Sayers βάζει στο στόμα του ορισμένες από τις πιο κοφτερές και πνευματώδεις φράσεις που έχω διαβάσει. Ενώ το μυστήριο σε όλα σχεδόν τα βιβλία με τον ίδιο ως ήρωα είναι περίτεχνα πλασμένο και κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον, ο αναγνώστης από ένα σημείο και μετά συνεπαίρνεται από αυτόν τον περίεργο τύπο που είναι ταυτόχρονα και του δρόμου και του σαλονιού, περιμένοντας την επόμενη θανατηφόρα ατάκα του και βλέποντάς τον να μη διστάζει, Λόρδος όντας, να τα βάζει με την ανοησία της αριστοκρατίας και του ταξικού διαχωρισμού της μεσοπολεμικής πια αγγλικής κοινωνίας.

Για του λόγου το αληθές δείτε τι εννοώ παρακάτω (δεν μεταφράζω τα αποσπάσματα γιατί στα ελληνικά χάνουν τη μισή τους χάρη):

  • He dogs my footsteps with the incompetent zeal of fifty Watsons. – Lord Peter Wimsey
  • Wherever trouble turns up, there am I at the bottom of it. – Lord Peter Wimsey
  • Everybody suspects an eager desire to curry favour, but rudeness, for some reason, is always accepted as a guarantee of good faith. – Lord Peter Wimsey
  • Wait a second… I’m not sure that you haven’t said something useful and important. – Lord Peter Wimsey

ΥΓ. Παρότι στον αγγλόφωνο κόσμο τα αστυνομικά της Sayers με ήρωα τον Wimsey (11 μυθιστορήματα και αρκετά διηγήματα) ήταν και εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά δημοφιλή, παραδόξως στην Ελλάδα μόλις πέρυσι κυκλοφόρησε το δεύτερο μεταφρασμένο βιβλίο της.

Οι Αναστημένοι, Ian Rankin

More about Οι Αναστημένοι

(κλικ στο εξώφυλλο)

Άρχισα να διαβάζω τις ιστορίες με τον Rebus in media res, ξεκινώντας από τη δέκατη τρίτη, τους Αναστημένους (η μετάφραση είναι τελείως άκυρη, καθώς ο αρχικός τίτλος Resurrection Men σήμαινε το 19ο αιώνα αυτούς που έκλεβαν πτώματα). Ο ήρωας του Rankin είναι ήδη 55 χρονών, έχει λύσει ένα κάρο υποθέσεις ως μέλος της Αστυνομίας του Εδιμβούργου, παραμένει όμως κυνικός, αλκοολικός και στο περιθώριο της ιεραρχίας, αφού οι μέθοδοί του, όπως κάθε ντετέκτιβ αστυνομικών ιστοριών που σέβεται τον εαυτό του, είναι πάντα αμφιλεγόμενες και στα όρια του νόμου.

Η συγκεκριμένη ιστορία αρχίζει με τον Rebus να έχει επιστρέψει στη σχολή των αξιωματικών για επανεκπαίδευση μετά από ένα σχετικά βίαιο ξέσπασμά του στο γραφείο της προϊσταμένης του επειδή διαφωνούσε στο χειρισμό της υπόθεσης της δολοφονίας ενός εμπόρου τέχνης. Εκεί θα ανατεθεί σε αυτόν και σε άλλους επανεκπαιδευόμενους η εξιχνίαση μιας άλλης δολοφονίας, η οποία σχετίζεται τελικά με πολλούς από αυτούς και θα φέρει τον Rebus κοντά στον τοπικό αρχιγκάγκστερ. Όπως είναι αναμενόμενο, οι δύο υποθέσεις σχετίζονται μεταξύ τους και ο Rebus θα αποτελέσει τον κρίκο που θα τις ενώσει -και θα τις λύσει εννοείται- σαν άλλος Δικαστής Τι.

Το βιβλίο είναι συναρπαστικό και φεύγει σαν νεράκι, όπως τα περισσότερα του Rankin. Νομίζω ότι μιλάμε για καλή αστυνομική λογοτεχνία και για έναν ήρωα που άνοιξε το δρόμο για τον περίφημο Χάρι Χόλε του Τζο Νέσμπο. Αν διαβάζετε αστυνομικά και δεν έχετε διαβάσει ακόμη Rankin, σπεύσατε, αν δεν διαβάζετε, δοκιμάστε τον, είναι μια καλή αρχή.