Τρία Παρά Δύο

Αυτό ήταν λοιπόν… Κάπου εδώ τελειώνει η διαμονή μου στη Δράμα που ξεκίνησε έναν ελπιδοφόρο Σεπτέμβρη μιας χρονιάς γεμάτης αισιοδοξία και εθνική ανάταση. Σε λίγα λεπτά θα αποσυνδέσω τον υπολογιστή για να τον πακετάρω και να τον φορτώσω στο φορτηγό που έρχεται. Κυριακή. Μετακόμιση. Τι λείπει για να συμπληρωθεί η μελαγχολία αυτών των στιγμών;

Πάντως όχι ένα «αντίο». Τα σιχαίνομαι εξάλλου. Συν τοις άλλοις, όποτε τα είπα δεν έπιασαν…

«Θα ξανάρθω» λοιπόν. Το προτιμώ. Καλά ήταν.

Θεσσαλονίκη σου ‘ρχομαι!

Οι Ζωές των Άλλων (ή, Μήπως, «των Ίδιων»;)

Τη χθεσινή καυτή νύχτα αξιωθήκαμε επιτέλους να δούμε στον «Αλέξανδρο», το θερινό σινεμά της Δράμας, αυτή τη γερμανική ταινία που συζητήθηκε τόσο πολύ φέτος. Τα απρόοπτα δεν έλειψαν βέβαια ούτε και χτες, και πώς θα μπορούσαν σε ένα θερινό σινεμά: έσκισα το πανί μιας καρέκλας στην οποία έκατσα για λίγο, πετυχαίνοντας το δύο στα δύο, αφού την είχα ξαναπάθει και την προηγούμενη φορά που πήγα (όχι, δεν είμαι 150 κιλά, είναι σάπια τα πανιά!), τα κουνούπια εφορμούσαν στους γλυκοαίματους διπλανούς μου με αποτέλεσμα να αναμιχθεί η υπέροχη μυρωδιά του γιασεμιού με τα απαραίτητα αντικουνουπικά, τα σκυλιά έξω από το σινεμά να έχουν στήσει συναυλία, αλλά γενικά ήμασταν μια ωραία ατμόσφαιρα:-)

Ωραία η ταινία, χωρίς βέβαια να είναι κάποιο αριστούργημα. Καλές ερμηνείες, ενδιαφέρον σενάριο, ακαδημαϊκή σχεδόν σκηνοθεσία, και φυσικά «νόημα» (εντάξει, δεν έφτανε στα άκρα με το να είναι στρατευμένη ή δασκαλίστικη). Η σκηνή όμως που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση καθώς την παρακολουθούσα και εξακολουθεί να τριβελίζει στο μυαλό μου είναι μια σκηνή στην αρχή σχετικά της ταινίας που θα μπορούσε να περάσει και απαρατήρητη ή να θεωρηθεί ότι απλά συμπληρώνει την εικόνα της μυστικοπάθειας που επικρατούσε στη ΛΔΓ, αλλά έστειλε τη δική μου σκέψη σε τελείως άλλους δρόμους…

Όταν η ομάδα της Στάζι φυτεύει κρυφά κοριούς στο διαμέρισμα ενός θεατρικού συγγραφέα, ο λοχαγός που προΐσταται της ομάδας (και πρωταγωνιστής της ταινίας) χτυπά την πόρτα της γειτόνισσας που προφανώς κοιτούσε από το ματάκι τις δραστηριότητές τους και την απειλεί ότι αν πει σε κάποιον οτιδήποτε σχετικά με αυτό που είδε, η κόρη της θα χάσει τη δουλειά της στο Πανεπιστήμιο. Το ίδιο -μάλλον- βράδυ ο συγγραφέας που έχει γενέθλια, παίρνει δώρο από τη σύντροφό του μια γραβάτα για να τη φορέσει στο πάρτυ που θα ακολουθήσει. Η ίδια ισχυρίζεται ότι δεν θα μπορέσει να τη δέσει, ενώ αυτός πηγαίνοντας στον καθρέφτη του χωλ επιμένει ότι μπορεί. Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθειά όμως ανοίγει κρυφά την εξώπορτα και φωνάζει τη γειτόνισσα να τον βοηθήσει. Πραγματικά, η μεσόκοπη κυρία δένει τη γραβάτα και ο συγγραφέας της λέει συνομωτικά να μην το πει σε κανέναν ότι τον βοήθησε και ότι αυτό θα είναι το δικό τους μυστικό ρωτώντας την αν ξέρει να κρατά μυστικά.

Εντάξει, το προφανές είναι ότι η όλη στιχομυθία κυριαρχείται από τραγική ειρωνεία, αλλά δε στέκομαι εκεί. Για μένα αυτή η σκηνή δείχνει ανάγλυφα πόσο εύκολα οι άνθρωποι μπορούμε να πούμε ψέματα, να κρυφτούμε, να συνομωτήσουμε προκειμένου να πετύχουμε κάτι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο κατά τα άλλα «καλός» της ιστορίας δε διστάζει να κοροϊδέψει τη σύντροφό του για να μην καταλάβει αυτή ότι ο ίδιος δεν ξέρει να δένει γραβάτες. Όταν λοιπόν στα μικρά οι άνθρωποι δείχνονται τέτοιοι, τι περιμένουμε στα μεγάλα; Γι’ αυτό μου τη σπάει όταν ακούω να λένε για «απάνθρωπους» ή «κτήνη»: όλοι έχουμε μέσα τη δυνατότητα να φερθούμε έτσι. Άλλα πράγματα είναι που καθορίζουν αν αυτό τελικά συμβεί ή όχι…