Ιδανεικός χρόνος

Όποτε πιάνω στα χέρια μου ένα μυθιστόρημα λέω πρώτα από μέσα μου δυο κουβέντες στο συγγραφέα του: «Θα μου πεις μια ιστορία. Θέλω να είναι καλή. Αυτό είναι το βασικό. Αν κιόλας την αφηγηθείς καλά, τότε η δουλειά σου έχει ολοκληρωθεί. Όλα τα άλλα, νόημα, βάθος, χαρακτήρες, θα τα βρω εγώ. Κάπου μέσα της θα είναι.»

Ίσως επειδή είμαι τυχερός ή απλώς επειδή δεν έχω πολύ υψηλές απαιτήσεις, ο συγγραφέας του βιβλίου που έχω κάθε φορά μπροστά μου τα καταφέρνει συχνά και στα δύο, και τότε είμαι ένας ευτυχισμένος αναγνώστης. Εκεί κάπου βρίσκω και το λόγο που τα μυθιστορήματα μας σαγηνεύουν τόσο πολύ: στα πετυχημένα δείγματα του είδους, ακριβώς επειδή ακολουθούμε σελίδα-σελίδα μια καλογραμμένη ιστορία, καταλαβαίνουμε πάντα τι συμβαίνει, όλα έχουν κάποια σημασία, ακόμη και όταν πρόκειται για παράλογες ή σουρεαλιστικές καταστάσεις (υπάρχει λόγος που τέτοιες έχουν συμπεριληφθεί σε ένα μυθιστόρημα). Κι ακόμη κι αν δεν υπάρχει happy-end, υπάρχει ένα τέλος που βγάζει κάποιο νόημα.

Αντίθετα, η ιστορία της ζωής μας σπάνια είναι τόσο καλή όσο σε αυτά τα μυθιστορήματα και ακόμη πιο σπάνια είναι τόσο καλογραμμένη. Παραπαίουμε σε έναν κόσμο όπου η πληθώρα των αλληλοδιασταυρούμενων προσωπικών ιστοριών δεν δημιουργεί παρά έναν ασταμάτητο θόρυβο από τον οποίο μονάχα σπαράγματα νοήματος μπορούν να διασωθούν. Ανακαλύπτουμε διαρκώς ότι κάναμε πράγματα που δεν έπρεπε ή δεν θέλαμε να κάνουμε, ότι δεν είπαμε πράγματα που θέλαμε να πούμε, ότι ακολουθήσαμε ιστορίες που δεν μας έβγαλαν πουθενά ή εγκαταλείψαμε άλλες μένοντας με την απορία για την όποια εξέλιξή τους. Το γεγονός ότι το σενάριο δεν είναι ήδη γραμμένο δεν κάνει ευκολότερα τα πράγματα. Το ότι πολλοί από μας ψάχνουμε για κάποιο σενάριο τα κάνει ακόμη δυσκολότερα.

Είμαστε κι εμείς βέβαια που ζούμε τη ζωή μας σαν να διαβάζουμε μυθιστόρημα και διαβάζουμε τα μυθιστορήματα σαν να ζούμε τη ζωή μας. Και το πιο αστείο απ’ όλα -ή το πιο τραγικό- είναι ότι για μας μόνο έτσι βγάζουν νόημα. Και τα δύο.

Advertisements

Η θηλιά και το πηγάδι

Έδεσε μια θηλιά στο λαιμό της και προσπάθησε να κρεμαστεί από το πηγάδι, ωστόσο το σκοινί δεν άντεξε το βάρος της 75χρονης με αποτέλεσμα να κοπεί και η γυναίκα να πέσει στο βάθους 12 μέτρων πηγάδι.

Να έχεις αποφασίσει το απονενοημένο. Να κρέμεσαι πάνω από το αναπόφευκτο. Να αιωρείσαι ψάχνοντας μια περίεργη ελευθερία. Και το βάρος σου (που δεν μετριέται μόνο σε κιλά, αλλά και σε ενοχές, τύψεις, παλιές αμαρτίες, ξεχασμένες χαρές και επίμονες αναμνήσεις αναμνήσεων) να σε προδίδει παίρνοντας την τελευταία του πρωτοβουλία. Είναι όλα εντάξει, όταν το τέλος που διάλεξες, έρχεται με έναν τρόπο που δεν διάλεξες, την ώρα που είχες βάλει μπρος τον τρόπο που διάλεξες για το τέλος σου; Το Catch-22 σε νέες περιπέτειες.

Καβαφικό στοίχημα

Να, το ανεβάζω εδώ και το κοινοποιώ σε αυτό που είναι ο ορισμός της πολλής συνάφειας του κόσμου, η αποθέωση της καθημερινής ανοησίας των σχέσεων και των συναναστροφών, μπας και βλέποντάς το συνέχεια το χωνέψω επιτέλους, μπας και το «όσο» γίνει κάποια στιγμή πολύ:

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Κ.Π. Καβάφης

City of Illusions, Ursula K. Le Guin

More about City of Illusions

(κλικ στο εξώφυλλο)

Αλήθεια, τι είναι η αλήθεια;

Η επιστημονική φαντασία (ΕΦ) είναι ένα ακόμη από τα παρεξηγημένα λογοτεχνικά είδη που με έχει τραβήξει σαν αναγνώστη από την εποχή που διάβαζα τις παιδικές διασκευές των μυθιστορημάτων του Ιουλίου Βερν. Μία από τις συγγραφείς που κατόρθωσε, μαζί με τους Ασίμωφ, Άρθουρ Κλαρκ, Φίλιπ Ντικ, να βγάλει το είδος αυτό από την ανυποληψία ενός αδιάκοπου και αδιέξοδου πολέμου με εξωγήινους και από την χαζοχαρούμενη αισιοδοξία/καταθλιπτική απαισιοδοξία για το κοντινό ή μακρινό μέλλον, ήταν η Ursula K. Le Guin. Στα ΕΦ έργα της, που διαδραματίζονται αιώνες μετά την εποχή μας και σε ένα σύμπαν γεμάτο από πλανήτες σαν τη Γη, κυριαρχεί μια ανθρωπολογική και κοινωνιολογική θέαση των πραγμάτων, η διερεύνηση διαφόρων πολιτικών συστημάτων, η χειραφέτηση της γυναίκας, η έμφυλη ταυτότητα, ο φιλοσοφικός στοχασμός.

Σ’ αυτό το βιβλίο, για παράδειγμα, κεντρικό θέμα είναι το ψεύδος και η απάτη. Ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός; Ποιος ο φίλος και ποιος ο εχθρός; Ποιος ο βάρβαρος και ποιος ο πολιτισμένος; Και μη νομίσει κανείς ότι πρόκειται για μανιχαϊστικά διλήμματα στα οποία οι απαντήσεις είναι δεδομένες και αυτονόητες. Τα πράγματα αλλάζουν διαρκώς, όπως αλλάζουν σχήμα και μορφή τα κτίρια της πόλης του τίτλου. Κι εκεί που φαίνεται ότι η λύση μπορεί να δοθεί με το σβήσιμο των αναμνήσεων μιας συγκεκριμένης περιόδου, τελικά ο ήρωας κατορθώνει να τα βγάλει πέρα χρησιμοποιώντας και το κομμάτι της προσωπικότητάς του που χτίστηκε πάνω σ’ ένα ψέμα. Το ζήτημα του εγώ και του εαυτού ως ολότητας θα επανέλθει πολλές φορές στα βιβλία της Le Guin, και πάντα είναι παρούσα η αντίληψη ότι κανένα κομμάτι μας δεν μας είναι άχρηστο, ακριβώς επειδή είναι κομμάτι μας. Θα πούμε όμως κι άλλα για αυτήν και τα βιβλία της αργότερα…

Έξι Λέξεις

Όταν κάθισε αντίκρυ μου δεν περίμενα πια κανέναν. Είχα ξοδέψει τα τελευταία μου τέρματα σε τηλεφωνικούς θαλάμους αερίων, από εκείνους τους ξύλινους όπου η φωνή κάνει γκελ μονάχα μέσα σου. Γι’ αυτό δεν την κοίταξα καθόλου στα μάτια. Στα μάτια κοιτάζουν όσοι ελπίζουν -ή όσοι φοβούνται, που μπορεί και να είναι το ίδιο. Το βλέμμα μου καρφώθηκε στις παλάμες της. Ανθρώπινες, κόκκινες, χωμάτινες, με πληγές στη ράχη –από τα χρόνια ή τα χιόνια, ποιος ξέρει- άγγιζαν αυτές τα λίγα αντικείμενα επάνω στο τραπέζι που μας χώριζε, με τα δάχτυλα να μένουν μετέωρα και ελεύθερα πάνω από αυτά, κεραίες που αναζητούσαν σήματα –ή θύματα. Και σιγά-σιγά οι παλάμες της γίνονταν λάμες ανεμιστήρα μες σε κόλαση, κι όλο και γύριζαν και συστρέφονταν και περιστρέφονταν πάνω σε έναν άξονα που έμοιαζε να ξέρει μόνο εκείνη. Μόνο εκείνη. Μονοεκείνη. Μονοεκίνι. Μονοκίνι –δυο λέξεις που γίνονται ξόρκι μαγικό, φυλαχτό και μίτος της Αριάδνης για να σωθεί όποιος χάνεται στην απεραντοσύνη που φτιάχνει μόνο γι’ αυτόν μόνο εκείνη.

Θα έμενα εκεί κοντά της ασάλευτος για χρόνια, αν δεν έμπηγε ξαφνικά πάνω στο γυμνό μου χέρι τα δάχτυλα της, δρυοκολάπτες που έψαχναν να βρουν το σκουλήκι της ύπαρξής μου μέσα σε κάθε ίνα του θλιβερού μου σαρκίου, σε κάθε ιστό, σε κάθε επιθυμία ή αυταπάτη μου. Πόνεσα. Άρπαξα τότε και το άλλο της χέρι και το έμπηξα στο στήθος μου. Πάρε, ψάξε, μέτρα.

Ανασφαλήτης

Ήτανε δύο. Τους είδε πολλές φορές να κοιτάζουν με απάθεια τον κόσμο να μαζεύεται. Άλλες φορές του χαμογελούσαν δείχνοντας κάτι δόντια σάπια απ’ τα χαμόγελα σε ανωτέρους. Απ’ τα στήθια τους άκουσε ασύρματους να μουρμουρίζουν οδηγίες. Ο ένας ψηλός με κοτσίδα και σπυράκια μιας όψιμης εφηβείας και ο άλλος ένας κοντόχοντρος μουσάτος. Αυτό που του έκανε εντύπωση κάθε φορά που τους έπαιρνε χαμπάρι ήταν ότι έμοιαζαν να φοράνε μαύρα γυαλιά και λαδί λερωμένη καμπαρντίνα ακόμη κι όταν ήταν καλοκαιρινή νύχτα. Βέβαια, τους προσπερνούσε πάντα χωρίς δεύτερη ματιά -δεν ήταν από φόβο, αλλά για να τους δείξει πώς δεν τους φοβάται. Εξάλλου πάντα ήταν μπροστάρης στο κίνημα: πρώτος στις πορείες, στις απεργίες, στις κινητοποιήσεις, στις καταλήψεις.

Εκείνο το βράδυ που έφυγε από τη συνέλευση στο γνωστό στέκι θέλησε να περπατήσει στα στενά του κέντρου που τόσο αγαπούσε -το έκανε συχνά. Έβρισκε, έλεγε, ηρεμία και νοσταλγία στις μυρωδιές των κλειστών μαγαζιών. Έτσι κι αυτή τη νύχτα τριγυρνούσε άσκοπα μέχρι που στρίβοντας σε μια γωνία έπεσε κυριολεκτικά επάνω τους. 

Τους κοίταξε, μουρμούρησε ένα μηχανικό «συγγνώμη» και θέλησε να αλλάξει πεζοδρόμιο. Δεν το έκανε αρκετά γρήγορα όμως γιατί πρόλαβε να δει τα πρόσωπά τους να φωτίζονται από ένα φως που το είχε δει μονάχα σε αυτά των συντρόφων του κάθε φορά που συναντιόνταν ξανά μετά από καιρό. 

Το τελευταίο πράγμα που άκουσε πριν χάσει τα λογικά του -τον μάζεψαν την επόμενη μέρα γυμνό σε ένα πάρκο να επαναλαμβάνει «όχι, όχι» σαν χαλασμένο παιχνίδι- ήταν ένα χαρούμενο «Καλησπέρα συνάδελφε!» από εκείνους τους δύο, τον ψηλό με την κοτσίδα και τον κοντόχοντρο μουσάτο.