«Για σένα τραγουδάω»

Ο φόβος που την πλημμυρίζει δεν είναι τρακ. Έχει μοχθήσει πολύ στη ζωή της για να αμφιβάλλει για τις ικανότητές της. Το λαρύγγι της θα τη βγάλει ασπροπρόσωπη, ακόμη και σε τούτη τη δοκιμασία. Η μουσική θα είναι τέλεια. Όμως πώς θ’ ακουστεί; Κορμιά απλώνονται μπρος της, στρατιές ψυχών, ως εκεί που δεν φτάνει το μάτι. Η μάζα καμπυλώνει κατά μήκος της ανταυγάζουσας λίμνης και είναι πυκνή έως το μνημείο του Ουάσιγκτον. Κι από τούτη τη γεμάτη ελπίδα στρατιά αναβρύζει μια ανάγκη τόσο βαθιά, που θα την πνίξει τη Μάριαν Άντερσον. Είναι παγιδευμένη στον πυθμένα ενός ωκεανού ελπίδας και πολεμάει να ανασάνει.

Ρίτσαρντ Πάουερς, Ο καιρός των τραγουδιών μας, σελ. 66-67 (μετάφραση Μιχάλης Μακρόπουλος

Το 1939 οι Κόρες της Αμερικανικής Επανάστασης, μια γυναικεία οργάνωση με μέλη βιολογικές απογόνους Αμερικανών που συμμετείχαν στον αγώνα για την ανεξαρτησία των ΗΠΑ, απαγόρευσαν στη μεγάλη Αφροαμερικανή τραγουδίστρια Μάριαν Άντερσον να τραγουδήσει στην Αίθουσα του Συντάγματος στο κτίριο της οργάνωσης στην Ουάσιγκτον, λόγω του χρώματός της. Τότε η Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ, Έλεανορ Ρούζβελτ, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, παραιτήθηκε από την οργάνωση και κανόνισε να τραγουδήσει η Άντερσον στα σκαλιά του Μνημείου Λίνκολν, όπου και αποθεώθηκε από πάνω από 75.000 ανθρώπους. Η περιγραφή της συναυλίας από τον Ρίτσαρντ Πάουερς στο μυθιστόρημά του είναι συγκλονιστική.