Eric (Discworld, Book 9), Terry Pratchett

More about Eric

(κλικ στο εξώφυλλο)

Κοίταξε στα πόδια του τα πλατιά σκαλιά που ανέβαιναν οι δυο τους. Ήταν κάτι το πρωτότυπο -το καθένα τους ήταν φτιαγμένο με τεράστια πέτρινα γράμματα. Αυτό που πατούσε τώρα, για παράδειγμα, έλεγε: «Το Έκανα Για Καλό Σκοπό».

Το επόμενο: «Νόμισα Πως Θα Σου Άρεσε.»

Ο Έρικ στεκόταν στο: «Για το Καλό των Παιδιών.»

«Περίεργο, ε;» είπε. «Γιατί τα έφτιαξαν έτσι;»

«Νομίζω ότι πρόκειται για καλές προθέσεις,» είπε ο Ανεμοβρόχης. Αυτός ήταν ο δρόμος προς την Κόλαση, και στους δαίμονες, αν μη τι άλλο, άρεσε να κρατάνε τις παραδόσεις. 

(Οι δύο ήρωες φεύγουν από την Κόλαση και βλέπουν με τι είναι στρωμένος ο δρόμος προς αυτή)

Τα βιβλία του Πράτσετ είναι σε μεγάλο βαθμό παρωδίες γνωστών λογοτεχνικών, θεατρικών ή κινηματογραφικών έργων, σ’ αυτό εδώ όμως το μικρό βιβλιαράκι, φαίνεται ότι το παρακάνει, αφού ήδη από το εξώφυλλο βλέπουμε το FAUST διαγραμμένο και στη θέση του το eric, κάνοντας υπερβολικά ξεκάθαρο το τι πρόκειται να παρωδήσει στη συνέχεια. Δεν είναι έτσι ακριβώς όμως: μπορεί το κεντρικό θέμα να είναι ο μύθος του Φάουστ (ένας 13χρονος πιτσιρικάς, το δισκοκοσμικό ανάλογο του γήινου χακερά, χρησιμοποιεί ένα μαγικό βιβλίο, το Mallificarum Sumpta Diabolicite Occularis Singularum (MS DOS) για να καλέσει έναν πανίσχυρο δαίμονα που θα του εκπληρώσει τρεις επιθυμίες (Κυρίαρχος του Κόσμου, την ωραιότερη γυναίκα της ιστορίας, αιωνιότητα), αλλά τελικά εμφανίζεται ο Ανεμοβρόχης, ο πιο άχρηστος μάγος του Δισκόκοσμου και ταυτόχρονα εξαιρετικός στο να επιβιώνει, γνωστός από προηγούμενα βιβλία της σειράς), αλλά ολόκληρο το βιβλίο περιλαμβάνει τέσσερα επεισόδια που το καθένας τους παρωδεί, άλλα μεγάλα (ή μικρά) έργα της παγκόσμιας κουλτούρας:

α) το δεύτερο Ιντιάνα Τζόουνς (και γενικότερα τις ταινίες με Ευρωπαίους εξερευνητές που βρίσκουν χαμένες φυλές στη ζούγκλα), 

Η πρώτη επιθυμία του Έρικ γίνεται πραγματικότητα, καθώς αυτός κι ο Ανεμοβρόχης τηλεμεταφέρονται σε μια αυτοκρατορία, παρωδία της αυτοκρατορίας των Αζτέκων, οι κάτοικοι της οποίας αναγνωρίζουν τον Έρικ ως Κυρίαρχο του Κόσμου. Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα: οι ιθαγενείς θέλουν να θυσιάσουν τον Κυρίαρχο του Κόσμου, αφού τον θεωρούν υπεύθυνο για όλες τους τις συμφορές. Οι ήρωες σώζονται χάρη στην παρέμβαση του Μπαούλου, μιας μαγικής αποσκευής, δεμένης συναισθηματικά με τον Ανεμοβρόχη, η οποία έχει εκατοντάδες ανθρώπινα ποδαράκια και ένα αδηφάγο καπάκι.

β) τα ομηρικά έπη και το Τρωικό πόλεμο (ο στίχος των Ξύλινων Σπαθιών «η Ωραία Ελένη είναι τώρα γριά» βρίσκει το κυριολεκτικό του αντίστοιχο εδώ),

Η ωραιότερη γυναίκα της ιστορίας δεν θα μπορούσε να είναι άλλη παρά το δισκοκοσμικό είδωλο της Ωραίας Ελένης, η Έλενορ. Οι ήρωες μας φτάνουν στο Τσορτ (δηλαδή στην Τροία) μέσα σε ένα κατά τα άλλα άδειο ξύλινο άλογο και όταν βγαίνουν από αυτό τους περικυκλώνουν στρατιώτες που τους περνούν για Εφηβαίους (για την Εφήβη δείτε την προηγούμενη ανάρτηση). Οι Εφηβαίοι (δηλαδή οι Έλληνες) με αρχηγό τον Αεροϋετό (δηλαδή τον Οδυσσέα) βρίσκονται έξω από τα τείχη και ετοιμάζονται να επιτεθούν στους εχθρούς τους που ασχολούνται με το ξύλινο άλογο. Με τα πολλά, Έρικ και Ανεμοβρόχης συναντούν την «Ωραία Έλενορ» που μετά από τόσα χρόνια έχει παχύνει από τις πολλές εγκυμοσύνες και ένα μουστάκι αχνοφαίνεται πλέον πάνω από τα χείλη της.

γ) το πρώτο κεφάλαιο της Βίβλου (Γένεσις),

Η ικανοποίηση της ευχής για αιωνιότητα σημαίνει ότι οι ήρωες εμφανίζονται σε ένα μέρος έξω από τον χρόνο, λίγο πριν ο Δημιουργός φτιάξει τον κόσμο, αφού «αιώνιο» σημαίνει «από την αρχή ως το τέλος του κόσμου.» Φυσικά, μια τέτοια αιωνιότητα δεν είναι και πολύ ελκυστική και μετά από μερικούς σουρεαλιστικούς διαλόγους με το Δημιουργό που αντιμετωπίζει δυσκολίες στη δημιουργία κάποιων ζώων και γενικότερο δημιουργικό μπλοκάρισμα φεύγουν για

δ) την Κόλαση (του Δάντη και όχι μόνο)

Η Κόλαση του Πράτσετ δεν είναι οι Άλλοι, αλλά η γραφειοκρατία, αφού ο Δαιμονοβασιλιάς έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η βαρεμάρα είναι η χειρότερη μορφή μαρτυρίου. Η εμπειρία του Ανεμοβρόχη με το διοικητικό προσωπικό και τα μέλη ΔΕΠ του Αθέατου Πανεπιστημίου (δηλαδή με τους μάγους, αφού μιλάμε για ένα Πανεπιστήμιο Μαγείας, πολύ πριν το Χόγκουαρτς) τον βοηθά να ξεγελάσει τους δαίμονες με τα ίδια τους τα όπλα και αρχίζει με τον Έρικ τον μακρύ δρόμο προς την έξοδο που παρωδεί τους δαντικούς κύκλους της Κολάσεως.

Το βιβλίο τελειώνει με όλους χαρούμενους, αν και όχι για τους λόγους που θα ήθελαν να είναι χαρούμενοι αρχικά.

Η μεγάλη χίμαιρα, Μ. Καραγάτσης

More about Η μεγάλη χίμαιρα(κλικ στο εξώφυλλο)

Ένα ακόμη ελληνικό μυθιστόρημα που έχω διαβάσει δύο φορές, αυτή τη φορά από έναν συγγραφέα που σημάδεψε για τα καλά την εφηβεία μου. Η Μεγάλη Χίμαιρα πρέπει να ήταν το πρώτο μυθιστόρημα του Καραγάτση που έπεσε στα χέρια μου (υπήρχε ήδη στη μικρή βιβλιοθήκη των γονιών μου) και ακολούθησαν ο Γιούγκερμαν, ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν, η τριλογία του Κοτζάμπαση Μίχαλου Ρούση, ο Κίτρινος Φάκελος, το Δέκα, όλα δανεισμένα από τη δημοτική βιβλιοθήκη της γενέτειράς μου. Στιβαρά μυθιστορήματα που αν είχαν γραφτεί στα αγγλικά ή σε κάποια άλλη από τις μείζονες γλώσσες της λογοτεχνίας είμαι σίγουρος ότι θα είχαν γίνει διεθνή best seller. Δυστυχώς για τα ίδια όμως, μέχρι πρόσφατα στην ελληνική λογοτεχνία αν ένα μυθιστόρημα διαβαζόταν σα νεράκι η κριτική το θεωρούσε σχεδόν παραλογοτεχνία, ιδίως αν ο συγγραφέας του δεν είχε αριστερά παράσημα. Παρ’ όλ’ αυτά ο Καραγάτσης κατόρθωσε να επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας γνωρίζοντας μάλιστα μια δεύτερη άνοιξη τη δεκαετία του ’90 με τη μεταφορά του Κίτρινου Φάκελου στη μικρή οθόνη (Κουτσομύτης, Κιμούλης, Καραμπέτη, Μιχαλακόπουλος) χάρη στις ευφάνταστες πλοκές που επινοούσε, τους ρεαλιστικούς και δυνατούς χαρακτήρες που έπλαθε και φυσικά στον οξυδερκή τρόπο με τον οποίο έβλεπε την ελληνική κοινωνία, έστω κι αν (ή ακριβώς γι’ αυτό το λόγο) η ματιά του ήταν αυτή ενός αστού με μπόλικες δόσεις νατουραλισμού και ενστίκτου.

Όλες αυτές οι αρετές είναι παρούσες και στη Μεγάλη Χίμαιρα, μια ιστορία που ξεκινά στη Γαλλία, θυμίζοντας κάποια ποιήματα του Καββαδία στα οποία ο ποιητής μιλά για τις γυναίκες που συναντούσε σε ευρωπαϊκά λιμάνια, και καταλήγει σε ένα νησί των Κυκλάδων που θα αποδειχθεί αφιλόξενο και σκληρό για τη Μαρίνα, την ηρωίδα του βιβλίου. Η Μαρίνα ερωτεύεται, παθιάζεται, οδηγείται στην καταστροφή μέσα από μια αφήγηση που κατορθώνει να συνταιριάσει το ψυχογράφημα με το κοινωνικό μυθιστόρημα, μέσα από μια ρωμαλέα γραφή που δείχνει ότι η δημοτική στα χέρια συγγραφέων όπως ο Καραγάτσης έφτασε στα επίπεδα εκείνα που θέτουν πλέον ένα λογοτεχνικό κανόνα για την εγχώρια παραγωγή. Δείτε τι εννοώ:

«Έκανε να πάει κατά την πολυθρόνα, όπου η Αννούλα κειτόταν βουλιαγμένη στο λήθαργο του πυρετού. Κι άξαφνα κοντοστάθηκε. Το σκληρό, το μαύρο μάτι της έφερε ένα γύρο την κάμαρα. Είδε, πάνω στο ανακατεμένο κρεβάτι, το αδιάβροχο και το μπερέ. Είδε τη Μαρίνα ντυμένη με ρούχα τσαλακωμένα, με μορφή ξαγρυπνισμένη και στραπατσαρισμένη. Είδε την εγγονούλα της με τα μασκαράτικα, κοιμισμένη στην πολυθρόνα, δίπλα στ’ ανοιχτό παράθυρο.

Δεν ξεστόμισε λόγο. Η μορφή της ήταν τώρα παγωμένη, σκληρή, λες και χοντροπελεκημένη σε γρανίτη. Έσκυψε και με χέρια που έτρεμαν από λαχτάρα έπιασε το κοιμισμένο παιδί, το ανασήκωσε, το ‘σφίξε στο ξερό της στέρνο. Και δίχως να ρίξει μια ματιά στη νύφη της, βγήκε απ’ την κάμαρα .Η Μαρίνα απόμεινε ακίνητη, παγωμένη. Με μάτι λαφιασμένο είδε τη μαύρη σκιά να χάνεται στο μισοσκόταδο του διαδρόμου, με την Αννούλα στην αγκαλιά. Και κατάλαβε πως το παιδί της έφυγε για πάντα… Το παιδί μου! Στριγγλίζει η Μαρίνα. Το παιδί μου! Αρπάζει το νεκρό κορμί, το πασπατεύει, το αγκαλιάζει, το κοιτάει με μάτια ξέφρενα. Δε θέλει να πιστέψη. Δεν μπορεί…

Τι το κοιτάς; σαρκάζει η γριά. Είναι πεθαμένο το παιδί σου!

Η Μαρίνα σωπαίνει. Κρατάει το μικρό πτώμα πάνω στο γυμνό της στήθος, με χέρια ξυλιασμένα. Κοιτάει πέρα, πουθενά, με μάτι γυμνό από φρόνηση. Τότε η Ρεΐζαινα σκύβει και πλησιάζει το πρόσωπο του Μηνά, που κοιτόταν ασάλευτος κι ανέκφραστος, σα χτυπημένος από κεραυνό. Τον κοιτάει στα μάτια, με μάτια που σπαράζουν από σιχασιά, από μίσος. Και σουρώνοντας τα γέρικα χείλη της, τον φτύνει κατάμουτρα.»

Τη Χίμαιρα την αγαπώ και για έναν άλλο λόγο: υπήρξε η αφορμή για να ακούσω το πρώτο μεγάλο ευχαριστώ από μαθητή μου στα δέκα σχεδόν χρόνια που διδάσκω στη Μέση Εκπαίδευση. Την είχα προτείνει 7 χρόνια πριν σε μια μαθήτρια Λυκείου, από οικογένεια μεταναστών (πρώην Σοβιετική Ένωση) και ήταν για την ίδια μια αποκάλυψη, αφού έπειτα πήρε φόρα και άρχισε να διαβάζει συστηματικά λογοτεχνία. Δεν θα ξεχάσω τη στιγμή που με πλησίασε στο πάρτι αποφοίτησης  και με ευχαρίστησε από καρδιάς «για τη Μεγάλη Χίμαιρα.«

 

A Book not Read

Άλλοι φρικάρουν βλέποντας στα νεκροταφεία ταφόπλακες με ηλικίες κάτω από αυτή που θεωρούν οι ίδιοι παραδεκτή για να αφήσει κανείς τη ζωή, άλλοι ανατριχιάζουν μέχρι το μεδούλι αν τους ζητηθεί να κοιμηθούν σε κρεβάτι όπου πέθανε κάποιος, και μερικοί δεν αντέχουν να βλέπουν φωτογραφίες νεκρών. Για να πω την αλήθεια, όλα αυτά μάλλον δε με σοκάρουν. Βρέθηκα όμως πρόσφατα μπροστά στη βιβλιοθήκη μιας καλλιεργημένης, άγνωστης σε μένα, γυναίκας που είχε πεθάνει πρόσφατα και, καθώς γέμιζα κούτες με τα βιβλία που είχε αποκτήσει κατά τη διάρκεια της ζωής της, αγγελοκρούστηκα τόσο που ακόμη και τώρα τα όσα με άγγιξαν εκείνες τις στιγμές τριγυρνούν στο μυαλό μου σαν ξεφτισμένος εφιάλτης.

Πόσες στιγμές πέρασε με τα βιβλία αυτά; Πόσα πράγματα σκέφτηκε αναλογιζόμενη όσα είχε διαβάσει μόλις; Πόσα συναισθήματα ένιωσε κλείνοντας τα μάτια της μπροστά σε προτάσεις και παραγράφους που μιλούσαν στην καρδιά της; Πού πήγαν όλες αυτές οι γνώσεις που γέμισαν το νου της όλα αυτά τα χρόνια; Πρόλαβε άραγε να διαβάσει αυτό το ολοκαίνουριο μυθιστόρημα που έχει ακόμη επάνω το αυτοκόλλητο της προσφοράς του βιβλιοπωλείου; Κι ο «Πίνακας της Φλάνδρας» που έχει σελιδοδείκτη λίγο πριν τη μέση, δεν της άρεσε και τον παράτησε ή απλώς ήταν το τελευταίο που διάβαζε; Ποια ήταν τα αγαπημένα της; Ποια ήταν;

Υπάρχουν χίλιοι λόγοι για να μας τρομάζει ο θάνατος. Άραγε το ότι μας κάνει να δούμε πόσο μάταια είναι όλα τελικά, είναι ένας από αυτούς;

Καλό ταξίδι Μίλοραντ…

Τον είχα γνωρίσει έφηβος ανάμεσα στα σκονισμένα ράφια της Δημοτικής μας Βιβλιοθήκης. Μου είχε συστηθεί με ένα περίεργο βιβλίο, που παρόμοιό του δεν είχα ξαναδεί:  ένα μυθιστόρημα που δεν ήταν ακριβώς μυθιστόρημα, το «Λεξικό των Χαζάρων.» Το διάβασα και το ξαναδιάβασα -γραμμικά, αλλά και τσαλαβουτώντας στα διάφορα λήμματά του και πάντα μου άφηνε μια γεύση μελιού στο νου…

Τον ξανασυνάντησα στα φοιτητικά μου χρόνια, όταν μου πρότεινε να διαβάσω τα κεφάλαια ενός βιβλίου του σαν να επρόκειτο για τους ορισμούς ενός σταυρολέξου, αλλά και όταν μου χάρισε μια απίστευτη ιστορία με ανθρώπους που μοιράζονταν ύπνο και ξύπνιο. Πάντα μου άνοιγε νέους δρόμος για να ταξιδέψω στη λογοτεχνία, πάντα μου έδειχνε κόσμους καινούριους και ταυτόχρονα δίπλα μας…

Πριν λίγο έμαθα ότι ο Milorad Pavic πέθανε. Εύχομαι να ταξιδεύει στην εσωτερική πλευρά του ανέμου ψάχνοντας πάντα τοπία ζωγραφισμένα με τσάι…

Νεκρός

Δεν θα νοιάξει κανέναν

τι ήθελες να γίνεις,

τι όνειρα είχες,

ποιο κορίτσι σου άρεσε,

τι παιχνίδια έπαιζες,

ποια φαγητά σου άρεσαν,

τι σκεφτόσουν χθες στις 20:00


Σου κλέψαμε και το θάνατο


Θα γίνεις σύμβολο και σύνθημα,

αφορμή για συζητήσεις,

μολότοφ και χαιρεκακίες

Το όνομά σου θα δονεί καρδιές

με πάθος για εκδίκηση

θα κάνει παρέα στα άλλα ονόματα

των άσαρκων νεκρών



Δεν ΘΑ σε ξεχάσουμε

Σε ξεχάσαμε ήδη


Υστεροφημία

Χθες πήγα με τους γονείς μου στο Πέτροβο να δούμε τους παππούδες. Σε κάποια φάση λέει η 85χρονη γιαγιά μου στον γαμπρό της και πατέρα μου:

-Μιχάλη, πότε θα έρθεις να βάψεις το σπίτι; (Ο father είναι μπογιατζής)

-Μπορώ σε τρεις βδομάδες. Όλο το σπίτι ή μόνο την κουζίνα και το καθιστικό; Το υπόλοιπο καθαρό μου φαίνεται.

-Όλο τσέδο μ’ (για μετάφραση απευθυνθείτε στο Υπουργείο Εξωτερικών)

-Γιατί όλο; Αφού δεν μπαίνετε στα άλλα δωμάτια…

-Άκου να σου πω: εμείς μεγάλοι άνθρωποι είμαστε. Να το βάψουμε όλο, να είναι καθαρά και όμορφα, να μη γίνουμε ρεζίλι στον κόσμο που θα έρθει στο σπίτι άμα πεθάνουμε…