Μια δροσερή Τρικυμία

f4d2a59480964090d1126adf450c1089 (1)

Αν για τον Σαίξπηρ “όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή, κι όλοι οι άνθρωποι απλώς ηθοποιοί, με τις εξόδους και τις εισόδους τους”, τότε, λαμβάνοντας υπόψη και τους ειδικούς που ισχυρίζονται ότι η “Τρικυμία” είναι το τελευταίο έργο του, η έξοδος του Σαίξπηρ από τον κόσμο του θεάτρου έχει πολλά να μας πει για το πώς είδε τη σταδιοδρομία του σ’ αυτόν ο ίδιος ο Βάρδος· στο τέλος της πορείας αυτής ετοιμάζεται να επιστρέψει δικαιωματικά εκεί που του αξίζει, στη γαλήνη, την αναγνώριση και την ευτυχία, χάρη στη δύναμη της μαγείας του, της ποιητικής του δηλαδή τέχνης, που γέννησε τρικυμίες, ερωτικά σμιξίματα και τιμωρίες σφετεριστών, ζητώντας στην ακροτελεύτια φράση του έργου συγχώρεση από το κοινό για τα λάθη του. Κι όλα αυτά με μια αλαφράδα που συνταιριάζει το τραγικό με το κωμικό, το σοβαρό με το αστείο, τη φαντασία με την πραγματικότητα.

Αυτήν ακριβώς την αλαφράδα, αλλά και την αλληγορία, του έργου αποδίδει με έναν εξαιρετικά ευφάνταστο τρόπο η Push Your Art Company στη δική της απόδοση αυτού του κλασικού κειμένου. Πρόκειται για μια φρέσκια παράσταση της Κικής Στρατάκη που κατορθώνει, όχι απλώς να μην εμφανιστεί φτωχή και αδύναμη λόγω των αυτονόητων περιορισμών που επιβάλλει η ίδια η φύση μιας τοπικής θεατρικής ομάδας, αλλά αντίθετα να τους αξιοποιήσει με μεγάλη δημιουργικότητα και εφευρετικότητα.

Έτσι, τα μινιμαλιστικά σκηνικά που φέρνουν κάτι από την arte povera (τσουβάλια, ξύλινα καδρόνια που κρέμονται από την οροφή, ένα μπουγαδόσχοινο) χρησιμοποιούνται ποικιλοτρόπως “σημαίνοντας” κάθε φορά κάτι διαφορετικό, με τη βοήθεια της μαγείας του θεάτρου, έτσι όπως ο Πρόσπερος με τη βοήθεια της δικής του μαγείας μεταμορφώνει αντικείμενα και ελέγχει τα στοιχεία της φύσης. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κοστούμια, που υπαινίσσονται τους διάφορους χαρακτήρες στους οποίους εναλλάσσεται ο ολιγομελής θίασος των πέντε ηθοποιών, αντί να τους ντύνουν με μεγαλόπρεπες, “ρεαλιστικές” στολές, αφήνοντας τα υπόλοιπα στη φαντασία του κοινού.

Οι πέντε αυτοί ηθοποιοί, που μοιράζονται όλους τους ρόλους ενός πολυπληθούς έργου σαν κι αυτό, πετυχαίνουν τη μετάβαση από τον ένα στον άλλο με αξιοσημείωτη άνεση, χωρίς αυτή να ξενίζει καθόλου. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τη σκηνοθετική επιλογή να υποδυθεί το ρόλο του γέρου Πρόσπερου (του alter ego του Σαίξπηρ) η Σοφία Σακελλαρίου, η οποία, παρά τα αναπόφευκτα λαθάκια της πρεμιέρας, απέφυγε τη μανιέρα, δίνοντάς μας έναν Πρόσπερο ανθρώπινο, που είναι έτοιμος πια να αφήσει τη μαγεία του και να ξαποστάσει επιτέλους.

Πολύ καλός ο Πέτρος Φραγκόπουλος ως Καλιμπάν, με κίνηση και εκφορά λόγου που απέδιδαν πλήρως τη φύση και το χαρακτήρα αυτού του πλάσματος το οποίο αναπαριστά τη σκοτεινή πλευρά του ποιητή, το ζωώδες και τα ελαττώματά του, ενώ ο Μάριος Μεβουλιώτης είναι εξαιρετικός σε όλους τους πολύ διαφορετικούς ρόλους που υποδύεται. Η Θωμαή Ουζούνη, τέλος, πείθει απόλυτα ως δεκαπεντάχρονη Μιράντα. Όλοι τους αποφεύγουν τον στόμφο και στο στόμα τους η πολύ καλή μετάφραση ενός από τα πιο ποιητικά έργα του Άγγλου δραματουργού δεν ακούγεται σχεδόν ποτέ γλυκερή ή υπέρ του δεόντως λυρική.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στη Rhiannon Morgan, που εκτός από το ότι δούλεψε πολύ καλά την κίνηση των ηθοποιών στη σκηνή, έπαιξε έναν Άριελ με όλη εκείνη την παιδικότητα και ταυτόχρονα την αποστασιοποίηση που απαιτούσε αυτό το παιχνιδιάρικο πνεύμα. Το υπερφυσικό του στοιχείο παρουσιάζεται έξυπνα με το σκηνοθετικό εύρημα να ακούγονται με voice-over πολλά από τα λόγια του, ενώ τα όποια οπτικά εφέ στην εμφάνισή του υποκαθίστανται από τη χορογραφία της κίνησης.

Η σκηνοθεσία βασίζεται σε μια σκηνική ροή κατά την οποία τα όρια ανάμεσα στις πράξεις του έργου, τις σκηνές και τους διαφορετικούς χώρους είναι ακαθόριστα, ρευστά και απατηλά, αξιοποιώντας πλήρως την πρωτότυπη μουσική του Θεόδωρου Αλβανού και τους φωτισμούς του Πολύβιου Σερδάρη. Χαρακτηριστική είναι η μετάβαση από το καράβι στο νησί του Πρόσπερου στην αρχή του έργου, όπου ο θεατής βλέπει μπροστά του την πρώτη από τις πολλές μεταμορφώσεις των ηθοποιών στην παράσταση. Των ηθοποιών που, όταν δεν παίζουν, δεν εξαφανίζονται στα παρασκήνια, αλλά παραμένουν θεατές των δρωμένων στη σκηνή, ενισχύοντας έτσι την αίσθηση ότι αυτό που παρακολουθούμε είναι μια αλληγορία της θεατρικής ζωής του Βάρδου.

Γενικά, η παράσταση είναι σφιχτοδεμένη και κυλάει ευχάριστα μέχρι το τέλος όπου ο Πρόσπερος-Σαίξπηρ ουσιαστικά παραδίδει την τέχνη του στο κοινό, “κτήμα ες αεί”. Μοναδικές ίσως παραφωνίες, μια σχεδόν ανεπαίσθητη έλλειψη ρυθμού που παρατηρήσαμε στην αρχή της παράστασης και κάποιες σκηνές με τον Στέφανο και τον Τρίνκουλο που βρίσκονταν -ίσως αναγκαστικά- ελαφρώς έξω από το κλίμα του υπόλοιπου έργου, χωρίς όμως να αλλάζουν ουσιαστικά την τελική εικόνα ότι πρόκειται πράγματι για μια παράσταση “από το υλικό με το οποίο είναι φτιαγμένα τα όνειρα.” Προτείνεται σε εραστές του σαιξπηρικού έργου και μη.

Ταυτότητα παράστασης

«Η Τρικυμία»
του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

από την Push Your Art Company
Για 9 παραστάσεις (8-24 Απριλίου 2016)

Συντελεστές
Μετάφραση: Νίκος Χατζόπουλος
Σκηνοθεσία: Κική Στρατάκη
Πρωτότυπη μουσική: Θεόδωρος Αλβανός
Σκηνικά – κοστούμια: Πέτρος Φραγκόπουλος, Μίλτος Δίγκας
Επιμέλεια κίνησης: Rhiannon Morgan
Επιμέλεια φωτισμών: Πολύβιος Σερδάρης
Βοηθός σκηνοθέτη – Οργάνωση παραγωγής: Κωνσταντίνος Γκαϊτατζής
Φωτογραφίες – video: Ιωάννα Τοκμακίδου
Trailer: Γαβρήλος Ψαλτάκης
Παραγωγή: Push Your Art Company

Ερμηνεύουν οι: Μάριος Μεβουλιώτης, Rhiannon Morgan, Θωμαή Ουζούνη, Σοφία Σακελλαρίου, Πέτρος Φραγκόπουλος

Παραστάσεις
8-9-10, 15-16-17, 22-23-24 Απριλίου 2016
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Παρασκευή-Σάββατο στις 21:00 και Κυριακή στις 19:00
Διάρκεια: 90’
Εισιτήρια: 12 ευρώ (κανονικό), 8 ευρώ (φοιτητικό, ανέργων)
Πληροφορίες – κρατήσεις: 2310829254

Facebook event: https://www.facebook.com/events/1673738562885632/

Advertisements

“Δε με χωρά ο τόπος / Μήδεια”: Από μηχανής άνθρωποι

image004
Στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη ο από μηχανής θεός (φτερωτό άρμα) εμφανίζεται στο τέλος για να πάρει τη Μήδεια μακριά από τον Ιάσονα και το κοινό. Στην παράσταση που άνοιξε την πολλά υποσχόμενη νέα θεατρική χρονιά στο blackbox ο από μηχανής θεός (τριμερής κινητή εξέδρα) φέρνει από την αρχή μπροστά στο κοινό την ίδια, μαζί με τον Ιάσονα και τη Γλαύκη. Κι αν στην τραγωδία σώζει τη Μήδεια από την οργή του Ιάσονα για να την πάει σε άλλο τόπο, στην παράσταση “Δε με χωρά ο τόπος/Μήδεια” η θεατρική μηχανή είναι ο ίδιος ο τόπος που πνίγει τα τρία πρόσωπα του δράματος, που τα παγιδεύει και τα παρασέρνει, παίζοντας κεντρικό ρόλο σε όλη τη διάρκειά του δράματος.

Η ομάδα Πλεύσις, πιστή στις “προγραμματικές αρχές” της για ένα σωματικό θέατρο που συνδυάζει θέατρο, σύγχρονο χορό και μιμική, μέσα σε έναν πολυμορφικό σκηνικό χώρο, μας δίνει μια παράσταση που σχολιάζει το μύθο της ευριπίδειας Μήδειας μέσα από τη σωματική, μη-λεκτική, αλληλεπίδραση των τριών ερμηνευτών-χορευτών. Οι θεατές τους παρακολουθούν να κινούνται πάνω, κάτω, πίσω, μπρος και μέσα στη μακρόστενη κινητή λευκή πλατφόρμα, η οποία, αλλάζοντας φωτισμούς και κλίσεις, γίνεται χώρα μακρινή, θάλασσα, ερωτική και συζυγική κλίνη, παλάτι, σωτηρία, τιμωρία, ζωή και θάνατος μαζί.

Ο ευριπίδειος λόγος δεν εξοβελίζεται, αλλά ανιχνεύεται στην εξαιρετικά εκφραστική κίνηση των τριών ηθοποιών που μας δίνουν, με μια πειστικότητα που δεν έχει καμιά σχέση με το ρεαλισμό, τρία πρόσωπα που θέλουν κάτι πολύ και παραπαίουν διαρκώς ανάμεσα στο να το έχουν και να το χάνουν: ίσως σε αυτό να παραπέμπει και ο τίτλος της παράστασης, αφού πέρα από τη Μήδεια, ο τόπος δεν χωρά ούτε τον Ιάσονα, που θέλει κάτι παραπάνω από όσα έχει, γι’ αυτό επιδιώκει το βασιλικό γάμο, ούτε τη Γλαύκη, που θα τολμήσει να πάρει τον Ιάσονα από τη Μήδεια.

Η παράσταση επιδιώκει να υποβάλει στο θεατή μια συγκεκριμένη αίσθηση περιορισμού, εγκλωβισμού σχεδόν, και το πετυχαίνει, όχι μόνο με τις ερμηνείες και τα σκηνικά, αλλά και με τη βοήθεια της εξαιρετικής μουσικής και των ατμοσφαιρικών φωτισμών. Βέβαια, όλα αυτά συντελούν σε μια πολύ πυκνή και αφαιρετική παρουσίαση που απαιτεί από το κοινό τόσο τη γνώση της ευριπίδειας τραγωδίας, όσο και μια ανοιχτόμυαλη προσήλωση σε όσα ξετυλίγονται μπροστά του.

Το αποτέλεσμα είναι σίγουρα ενδιαφέρον -ταυτόχρονα δύσκολο, αλλά και ελκυστικό. Πρόκειται σίγουρα για ένα ιδιαίτερο θέαμα που με την ορμητική του δύναμη διεκδικεί μια θέση στη μνήμη όσων το παρακολούθησαν, αποτελώντας μια ιδιαίτερη ματιά πάνω στον αιώνιο μύθο της Μήδειας.

Συντελεστές
Σύλληψη – Σκηνοθεσία -Σκηνικά: Αντώνης Κουτρουμπής
Μουσική σύνθεση: Μηνάς Εμμανουήλ
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Κοστούμια: Όλγα Γερογιαννάκη
Graphic animation: Ακριβή Αναγνωστάκη
Κατασκευή σκηνικού: Δημήτρης Μαρούλης
Επιμέλεια κειμένων: Μιράντα Βατικιώτη
Ερμηνεία – Χορογραφία: Όλγα Γερογιαννάκη, Αντώνης Κουτρουμπής, Νατάσσα Ζαφειροπούλου

Παραστάσεις

Blackbox, Βασ. Όλγας 65 και Φλέμινγκ 2, 54642 Θεσσαλονίκη
25-26-27 Σεπτεμβρίου 2015
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στις 21:00
Εισιτήρια: 10€ κανονικό, 8€ (φοιτητικό, ανέργων)
Πληροφορίες – κρατήσεις: 2310829254

Προμηθέας Δεσμώτης – Πνεύμα Αδέσμευτο

promitheas

Ένα πρωί, στα πίσω χρόνια τα παλιά, καρφώσανε τον γίγαντα στο βράχο του Καυκάσου. Και φαίνεται ότι για τον Αισχύλο -2400 χρόνια περίπου πριν τον Ναζίμ Χικμέτ- δεν υπάρχει τίποτα πιο εκπληκτικό, πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο, παρά κάποιος που τον μποδίζουν να βαδίζει, κάποιος που τον αλυσοδένουνε. Φτιάχνει λοιπόν μια τραγωδία όπου ο Προμηθέας ως άλλος Ελεύθερος Πολιορκημένος διακηρύσσει με όλους τους τρόπους ότι “όσες κι αν χτίζουν φυλακές, κι αν ο κλοιός στενεύει, ο νους μας είν’ αληταριό κι όλο θα δραπετεύει.”

Ο “Προμηθέας Δεσμώτης” του Αισχύλου είναι μια τραγωδία η οποία, όπως υπαινίσσεται και η εισαγωγή μας, έχει λειτουργήσει αρχετυπικά μέχρι τις μέρες μας εμπνέοντας και συνομιλώντας διακειμενικά με ένα πλήθος έργων που μιλούν για την εξουσία, την πρωτοπορία, την ελευθερία του πνεύματος, για τις βαθύτερες πτυχές της ανθρώπινης κατάστασης. Αυτή τη διακειμενικότητα όχι μόνο τη λαμβάνει υπόψη, αλλά την αξιοποιεί και με το παραπάνω η σπουδαία παράσταση του ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων, σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου, που είδαμε στο Θέατρο Δάσους (Θεσσαλονίκη, 27/8). Μια παράσταση που δίνει πολλές και καλές απαντήσεις στην ερώτηση “πώς ανεβάζουμε σήμερα μια αρχαία τραγωδία;”. Και μάλιστα μια τραγωδία που δεν έχει ούτε ουσιαστική δράση ούτε τραγική κορύφωση ούτε κάθαρση με την “τυπική” έννοια του όρου.

Η πλοκή της τραγωδίας είναι λίγο-πολύ γνωστή: ο Προμηθέας, παλιός σύμμαχος του Δία στον πόλεμο εναντίων των Τιτάνων, οδηγείται από το Κράτος και τη Βία στον Καύκασο για να αλυσοδεθεί εκεί από τον Ήφαιστο, κατ’ εντολή του Δία, επειδή έδωσε τη φωτιά στους ανθρώπους. Στο πλευρό του έρχονται συγκινημένες από το βάσανό του οι Ωκεανίδες (ο Χορός του έργου) και έτσι αλυσοδεμένο τον επισκέπτονται διαδοχικά ο Ωκεανός, για να του συστήσει να μη συνεχίσει να βρίζει το Δία και να βάλει μυαλό, η Ιώ, η βασιλοπούλα του Άργους που ερωτεύτηκε ο Δίας και την κατατρέχει η Ήρα και, τέλος, ο αγγελιαφόρος του Δία, ο Ερμής, που απαιτεί από τον Προμηθέα την αποκάλυψη ενός μυστικού για κάτι που επιβουλεύεται τη μοίρα του βασιλιά των θεών. Ο Προμηθέας διώχνει τον Ωκεανό, συμπονά και βοηθά την Ιώ, και εξευτελίζει τον Ερμή, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τη συνέχιση του μαρτυρίου του.

Όπως είναι φανερό από την υπόθεση της τραγωδίας, το σημαντικότερο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει ο κάθε σκηνοθέτης που καταπιάνεται μαζί της είναι η φαινομενικά διπλή στατικότητά της, σε βαθμό ακινησίας σχεδόν: από τη μια, ο Προμηθέας, που είναι σε όλη τη διάρκειά της ακίνητος, δεμένος στο βράχο, και από την άλλη, τα σημαντικά γεγονότα του μύθου να έχουν συμβεί πριν αυτή ξεκινήσει (ή ακριβώς στην αρχή της). Ο Κώστας Φιλίππογλου με την ομάδα του αντιλήφθηκαν πολύ εύστοχα ότι η ουσιαστική δράση της τραγωδίας αυτής βρίσκεται στον πολύσημο και ανοιχτό σε ερμηνείες λόγο του Προμηθέα. Έτσι, πατώντας πάνω στην εξαιρετική μετάφραση του Γιώργου Πλανά -ποιητική και σύγχρονη ταυτόχρονα- έπλασαν μια παράσταση γεμάτη κίνηση, κίνηση από την οποία δεν ξεφεύγει ούτε και το αλυσοδεμένο σώμα του Τιτάνα.

Αυτή η κίνηση περιστρέφεται γύρω από ένα εμπνευσμένο σκηνικό, μινιμαλιστικό αλλά απολύτως λειτουργικό και μέσα στο πνεύμα της σκηνοθεσίας. Δυο ντουζίνες καρέκλες (μια από τις ευτυχέστερες στιγμές της παράστασης όπου η χορογραφία αξιοποιεί πλήρως αυτό το σκηνικό είναι το παιχνίδι με τις καρέκλες κατά την εμφάνιση του Ωκεανού, το οποίο αποδίδει ιδανικά την κίνηση του υγρού στοιχείου). Ένας ψηλός ορθογώνιος τοίχος που αντιπροσωπεύει τον Καύκασο, πάνω στον οποίο θα στηθεί πρώτα ένα σκιάχτρο γίγαντα και θα παραμείνει εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, ενώ ο Προμηθέας-Τάσος Νούσιας θα σταθεί δίπλα και λίγο πιο κάτω, χωρίς δεσμά, σε μια στάση που θυμίζει εσταυρωμένο (οι παραλληλισμοί με τον Ιησού είναι κάτι παραπάνω από διάφανοι σε όλη την παράσταση, πράγμα που δεν ξενίζει αφού η αναλογία ανιχνεύεται ήδη στο κείμενο του Αισχύλου). Τη θέση αυτή θα αφήσει κάποιες φορές κατά την παράσταση ο ηθοποιός για να ακολουθήσει το δρόμο του πνεύματος του Προμηθέα και των εικόνων που αυτό δημιουργεί.

Στο πλευρό του -ή μάλλον, για να είμαστε ακριβείς, γύρω του- βρίσκεται ο ολιγομελής Χορός των Ωκεανίδων, αποτελούμενος -κυρίως, αφού σ’ αυτόν συμμετέχουν κάποιες στιγμές και οι υπόλοιποι ηθοποιοί- από τις δύο κορυφαίες του και πέντε επαγγελματίες χορεύτριες. Η χορογράφος Φρόσω Κορρού που έχει αναλάβει την κίνηση της παράστασης τις καθοδηγεί ευφάνταστα σε ένα μεθυστικό στροβίλισμα δημιουργώντας μια εύστοχη αντίστιξη με την ακινησία του Προμηθέα.

Έναν Προμηθέα που τον αποδίδει εξαιρετικά ο Τάσος Νούσιας, χωρίς να καταφεύγει σε ευκολίες. Λιτός και ουσιαστικός, με τεράστια εκφραστική οικονομία, ο Νούσιας δείχνει να έχει καταδυθεί βαθιά στον προμηθεϊκό λόγο για να αναδυθεί φέρνοντας μαζί του στο κοινό, χωρίς περιττά στολίδια, έναν χαρακτήρα ταυτόχρονα υψηλό και γήινο, θεϊκό και ανθρώπινο αντάμα. Με δουλεμένη την κάθε φράση που αρθρώνει, μας προσφέρει μια ερμηνεία ανοιχτή να ερμηνευτεί από τους θεατές με πολλαπλούς τρόπους. Στον Προμηθέα του βρίσκουμε τον αλύγιστο αντίπαλο της εξουσίας, τη σοφία, τον ορθό λόγο, τη συμπόνια για τον κατατρεγμένο και τον αδικημένο, αλλά και πάθη, όπως την οργή και τη δίψα για εκδίκηση.

Ο Γεράσιμος Γεννατάς και ο Δημήτρης Κουρούμπαλης που υποδύονται τους υπόλοιπους ανδρικούς ρόλους είναι πολύ καλοί σε γενικές γραμμές, παρότι σε κάποια σημεία ίσως φέρνουν κάτι από την τηλεοπτική τους καριέρα (και μανιέρα). Τα κωμικά στοιχεία που ενσωμάτωσαν στους ρόλους τους πάντως δεν ξενίζουν καθόλου, αντίθετα φωτίζουν καλύτερα την αλαζονεία της εξουσίας και των λακέδων της. Ενδιαφέρον έχει και το σκηνοθετικό εύρημα του ζευγαριού των δυο αλητών (απόηχος του Περιμένοντας τον Γκοντό ίσως;) που σχολιάζουν άμεσα ή έμμεσα τα τεκταινόμενα σε διαλόγους που θυμίζουν θέατρο του παραλόγου, προσφέροντας ίσως και το ερμηνευτικό κλειδί για τη ματιά του ίδιου του σκηνοθέτη.

Η Μαρλένε Καμίνσκι δίνει μια Ιώ στα όρια της τρέλας που ψάχνει απεγνωσμένα να πιαστεί από κάπου. Η ερμηνεία της κατορθώνει να ενσωματώσει οργανικά ακόμη και την ξενική της προφορά (που αρχικά φέρνει ομολογουμένως μια σχετική αμηχανία στο θεατή) και τη γερμανική της καταγωγή. Οι δύο κορυφαίες του Χορού εκφράζουν αποτελεσματικά τις συναισθηματικές διακυμάνσεις των Ωκεανίδων μπροστά στο μαρτύριο του Προμηθέα, αν και η φωνή της πρώτης από τις δύο (Κατερίνα Λούρα) παρότι αρκετά καθαρή, ακουγόταν ζορισμένη.

Η μουσική των Lost Bodies υπηρετεί πλήρως τις ανάγκες της παράστασης, ενώ ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στα αφαιρετικά και συνάμα πολύ εκφραστικά κοστούμια της παράστασης που τα επιμελήθηκε, όπως και τα σκηνικά, η Κέννυ ΜακΛέλλαν.

Μια σύγχρονη παράσταση αρχαίας τραγωδίας έχει νόημα μόνο όταν κατορθώνει να συνομιλήσει με το κοινό της, απευθύνοντάς του ερωτήματα στα οποία ο κάθε θεατής θα απαντήσει με άλλα ερωτήματα. Ο “Προμηθέας Δεσμώτης” του Κώστα Φιλίππογλου το πετυχαίνει αυτό, γεννώντας μάλιστα ερωτήματα που βρίσκονται στην καρδιά του Ορθού Λόγου, στην ουσία αυτού που κάνει “άνθρωπο τον άνθρωπο”. Ερωτήματα που όλα τους ξεκινούν με το “Γιατί;”.

Ταυτότητα παράστασης

Σκηνοθεσία: Κώστας Φιλίππογλου

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

Κίνηση-καλλιτεχνική συνεργασία: Φρόσω Κορρού

Σκηνικά-κοστούμια: Kenny MacLellan

Μουσική: Lost Bodies

Σχεδιασμός φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτις: Εριφύλη Στεφανίδου

Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώτα Σερεμέτη

Βοηθοί Σκηνογράφου: Σοφία Κατσουλιέρη, Άννα Σαπουνάκη

Βοηθός Ενδυματολόγου: Ανθούλα Μάμαλου

Φωτογραφίες : Θωμάς Χρυσοχοΐδης

Φωτογραφίες πρόβας/προγράμματος: Κική Παπαδοπούλου

Σχεδιασμός Επικοινωνίας (video, artwork) : ΠΑΝΚ ΤΑΝΚ

Διανομή :

Προμηθέας: Τάσος Νούσιας

Ήφαιστος, Ωκεανός: Γεράσιμος Γεννατάς

Κράτος, Ερμής: Δημήτρης Κουρούμπαλης

Ιώ: Marlene Kaminski

Α’ Κορυφαία Χορού: Κατερίνα Λούρα

Β’ Κορυφαία Χορού: Ίριδα Μάρα

Χορός: Δέσποινα Λαγουδάκη

Χριστίνα Μπίτου

Βιβή Μπουτάτη

Πηνελόπη Μωρούτ

Νατάσα Σαραντοπούλου

Στο χορό συμμετέχει όλος ο θίασος

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ώρα Έναρξης: 21.00

Διάρκεια: 75 λεπτά

Τιμές Εισιτηρίων:

Γενική Είσοδος: 15 € (Ηλιούπολη, Αχαρνές) | 18 € (υπόλοιπα θέατρα, πλην Ηρωδείου)

Μειωμένο Εισιτήριο: 10 € (Ηλιούπολη) | 14 € (μαθητές, φοιτητές) | 10 € (άνεργοι, ΑΜΕΑ, συνταξιούχοι) για τα υπόλοιπα θέατρα, πλην του Ηρωδείου

Πρόγραμμα Περιοδείας:

Δευτέρα, 24 Αυγούστου: Ηλιούπολη, Δημοτικό Θέατρο Άλσους «Δ.Κιντής»

Τετάρτη, 26 & Πέμπτη, 27 Αυγούστου: Θέατρο Δάσους, Θεσσαλονίκη

Παρασκευή, 28 Αυγούστου: Αρχαίο Θέατρο Δίου

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου: Γαλάτσι Άλσος, Βεΐκου

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου: Θέατρο Μίκης Θεοδωράκης, Δήμος Αχαρνών (Προφήτης Ηλίας)

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου: Βύρωνας, θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου: Ωδείο Ηρώδου Αττικού, Αθήνα

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου: Κορυδαλλός, Δημοτικό Θέατρο «Θανάσης Βέγγος»,

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου: Κηποθέατρο Παπάγου

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου: Βεάκειο Θέατρο Πειραιά

*** Το πρόγραμμα ενδέχεται να τροποποιηθεί λόγω της τρέχουσας πολιτικής κατάστασης.

«Peer Gynt, no man’s land» – To be or to be yourself?

11270634_794933170598383_1324447011737976836_o

Ποιος είναι ο Πέερ Γκυντ; Η απάντηση είναι μία και ταυτόχρονα άπειρες, αν και ο τίτλος της παράστασης μας υποβάλλει την ιδέα ότι είναι του Κανενός ο τόπος. Εκεί όπου συναντιούνται τα όνειρα και η πραγματικότητα, το εγώ με το εγώ, ο εαυτός με τον εαυτό. Ο Πέερ Γκυντ είναι ταυτόχρονα λοιπόν ο ομηρικός Κανένας, ο Δον Κιχώτης, ο Άμλετ και τελικά ο κάθε άνθρωπος που δεν είναι ικανοποιημένος με αυτό που είναι ο ίδιος και ο κόσμος γύρω του. Πολύ πριν την αμερικανιά του “be yourself” ο Πέερ Γκυντ τα καταφέρνει μια χαρά να είναι ο εαυτός του, έχοντας ως μότο αυτήν ακριβώς τη φράση. Μόνο που ακολουθώντας τον στα μέσα και στα έξω ταξίδια του καταλαβαίνουμε πολύ καλά ότι αυτός ο εαυτός δεν είναι ένα μονοκόμματο, στατικό και απαράλλαχτο πράγμα, αλλά κάτι σύνθετο και περίπλοκο, δυναμικό και μεταλλασσόμενο, ικανό για το καλύτερο και το χειρότερο, βαθύ και ρηχό την ίδια στιγμή.

Στην περιπλάνησή μας στο πλευρό αυτού του αντιήρωα είχαμε στο θέατρο “Αυλαία” άξιο οδηγό την θεατρική ομάδα «The 3rd person theatre group» που κατόρθωσε μέσα σε ενενήντα λεπτά να κρατήσει την ουσία από αυτό το έργο-ποταμός του Ίψεν και να το μετατρέψει σε μια συναρπαστική κατάδυση στο εγώ μας. Αν έχετε δει ή διαβάσει το “Πέερ Γκυντ” πριν από αυτή την παράσταση, ετοιμαστείτε για κάτι πολύ διαφορετικό, αν μη τι άλλο τότε λόγω της πολύ μικρής συγκριτικά διάρκειας και του ελάχιστου αριθμού των ηθοποιών.

Η διασκευή του κειμένου του Ίψεν από τη Σέβη Ματσακίδου χρησιμοποιεί τη χυμώδη δημοτική της έμμετρης μετάφρασης του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, μιας μετάφρασης που στα χείλια των ηθοποιών ακουγόταν φρέσκια και ζωντανή σαν να μη γράφτηκε έναν αιώνα πριν. Η δραματουργική επεξεργασία σοφά επέλεξε εκείνα τα κομμάτια του έργου που φωτίζουν καλύτερα την προσωπικότητα του Πέερ και τα σύμβολα της μητέρας και της αγαπημένης. Έτσι, η πλοκή μπαίνει σε δεύτερη μοίρα και οι θεατές πληροφορούνται κάθε τόσο τα βασικά της σημεία από ένα βίντεο που προβάλλεται σε μια οθόνη επί σκηνής.

Στο απόλυτα αφαιρετικό σκηνικό του Γιάννη Θεοδωράκη, μια τεράστια ξύλινη σανίδα που με τη βοήθεια ενός σκοινιού γίνεται σπίτι, βουνοπλαγιά, παλάτι, πάλι σπίτι, καράβι, και πάλι σπίτι, οι τρεις ηθοποιοί δεν παίζουν απλώς επιλεγμένα αποσπάσματα από το “Πέερ Γκυντ” του Ίψεν, ούτε υποδύονται μονάχα όλους τους ρόλους αυτού του πολυπρόσωπου έργου (ο Βαλάντης Φράγκος τον Πέερ, η Ελένη Ζαραφίδου τη μητέρα του και όλα τα υπερβατικά/μεταφυσικά πρόσωπα και η Αντιγόνη Φρυδά την αγαπημένη του σε όλες τις μορφές που παίρνει). Στην πραγματικότητα ερμηνεύουν το κείμενο με έναν τόσο ανοιχτό τρόπο που επιτρέπει στον θεατή να χαράξει σιγά-σιγά κατά τη διάρκεια της παράστασης τη δική του εσωτερική διαδρομή, χωρίς να νιώθει ότι προσπαθούν να του επιβάλλουν τη μία ή την άλλη ερμηνεία.

Η σκηνοθεσία, που έχει γίνει από τα ίδια τα μέλη της ομάδας, ακολουθεί αβίαστα όλες τις υφολογικές μεταπτώσεις που υποβάλλει το κείμενο του Ίψεν, περνώντας από το ελαφρό βουκολικό κωμειδύλλιο στο δυσοίωνο χώρο του φανταστικού, και από τη λογοτεχνία της περιπλάνησης στη σάτιρα, για να φτάσει σε έναν απόλυτα δικαιολογημένο μινιμαλισμό για να αποδώσει το φιλοσοφικό τόνο του τέλος του έργου. Ταυτόχρονα, μπορούμε ίσως να ανιχνεύσουμε σε αυτήν και αναφορές στον Λόρκα, στον Σαίξπηρ, στον Μπρεχτ, στο θέατρο του παραλόγου, και στο υπαρξιακό θέατρο. Σε σχέση με αυτό το τελευταίο μάλιστα, στη γνωστή φράση του Σαρτρ “Η Κόλαση είναι οι άλλοι” (“Κεκλεισμένων των θυρών”), δίνεται πρωθύστερα μια απάντηση στην έσχατη σκηνή, όπου υπονοείται το ακριβώς αντίθετο: “Ο Παράδεισος είναι οι άλλοι” (ή “η άλλη”).

Ο Βαλάντης Φράγκος ως Πέερ Γκυντ είναι εξαιρετικός. Κατορθώνει να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα εντυπωσιακό, συλλαμβάνοντας με την ερμηνεία του το πιο ουσιαστικό ίσως χαρακτηριστικό του, το γεγονός δηλαδή ότι ο Πέερ δεν παίρνει ποτέ τον εαυτό του στα σοβαρά -ούτε πολύ ούτε για πολύ. Το “γκυντικό το εγώ του” είναι από την αρχή μέχρι το τέλος ένας κατεργάρης που θέλει να κάνει πάντα το γύρο (των εμποδίων ή της αλήθειας;) και ποτέ να μην πηγαίνει ίσια, ένας Οδυσσέας που μηχανεύεται διαρκώς τρόπους να φτάσει κάπου, να γίνει σπουδαίος, αυτοκράτορας (ή μήπως “εαυτοκράτορας”;), για να γυρίσει τελικά στη δική του Ιθάκη, που δεν μοιάζει να είναι τίποτα άλλο παρά η μητρική αγκαλιά της παιδικής αθωότητας.

Η Ελένη Ζαραφίδου, δωρική και στιβαρή, πείθει σε όλους τους απαιτητικούς ρόλους της παράστασης, ενώ η Αντιγόνη Φρυδά εντυπωσιάζει με την πλαστικότητα της ερμηνείας της που κινείται άνετα σε κάθε πτυχή του γυναικείου σύμπαντος: κωμική, ερωτική, δραματική, λάγνα, σκληρή, ευαίσθητη, μητρική.

Αυτή την πλαστικότητα την ξαναβρίσκουμε και στην κίνηση των τριών ηθοποιών που υπηρετεί άψογα τη σκηνοθεσία, ενώ κοστούμια, φωτισμοί και μουσική τονίζουν με τον καλύτερο τρόπο την ατμόσφαιρα του έργου με μια διαρκώς εύθραυστη ισορροπία μεταξύ σοβαρού και ελαφρού, κωμικού και δραματικού.

Αν τελικά θέλαμε να μιλήσουμε με δυο φράσεις για τη θεατρική εμπειρία που προσφέρει αυτή η παράσταση, θα λέγαμε ότι ο θεατής έρχεται σε αυτήν για να μάθει ποιος είναι ο Πέερ Γκυντ και φεύγει διερωτώμενος ποιος είναι ο ίδιος. Ή αλλιώς, για να θυμηθούμε κάτι από το κείμενο, ψάχνει να βρει την απάντηση σε αυτά τα λόγια: “[Είμαι] ο εαυτός μου. Μπορείς να πεις κι εσύ το ίδιο;”

Ταυτότητα παράστασης

«Peer Gynt, no man’s land»

Συντελεστές
Μετάφραση: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος
Διασκευή/Δραματουργική επεξεργασία: Σέβη Ματσακίδου
Σκηνοθεσία: Αντιγόνη Φρυδά, Ελένη Ζαραφίδου, Βαλάντης Φράγκος
Σκηνικά: Γιάννης Θεοδωράκης
Εικαστικός: Αποστόλης Πλαχούρης
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Μουσική: Γιάννης Σαββίδης
Φωτισμοί: Κατερίνα Παπαδάκου
Ηθοποιοί: Αντιγόνη Φρυδά, Ελένη Ζαραφίδου, Βαλάντης Φράγκος

Η ομάδα βραβεύτηκε για την παράσταση με τη διεθνή υποτροφία Ibsen Scholarship 2013 από το θεσμό του Ibsen Awards στη Νορβηγία


ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ
20-24 Μαΐου 2015

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ ΚΑΙ ΩΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ
Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο στις 21:00, Κυριακή στις 19:00

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
90 λεπτά

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Προπώληση: 10 ευρώ (γενική είσοδος)
Στο ταμείο τις ημέρες της παράστασης: 12 ευρώ (γενική είσοδος)

Θέατρο ΑΥΛΑΙΑ
Πλατεία ΧΑΝΘ (πλευρά Τσιμισκή)

2310237700

«Ήρωες», αλλά τίνος;

Ο τίτλος της μουσικοθεατρικής παράστασης «Ήρωες» της Ελένης Γκασούκα είναι πλήρως επιτυχημένος. Μόνο που οι ήρωες της παράστασης είναι όσοι θεατές άντεξαν να τη δουν ως το τέλος, παρότι τους πρόσβαλλε διαρκώς αισθητικά και ιδεολογικά. Αυτοί οι θεατές μάλιστα ήταν διπλά ηρωικοί, αφού η πλειονότητα του κοινού, που ήταν μάλλον τηλεοπτική παρά θεατρική, γελούσε και χειροκροτούσε κάθε τόσο, κάνοντας το μαρτύριό τους ακόμη μεγαλύτερο. Πρώτη φορά έφυγα από το θέατρο τόσο εκνευρισμένος με κάτι που είχα δει επί σκηνής.

Η τρίωρη (!!!) παράσταση, η οποία φιλοδοξεί να αποτελεί μια «positive energy» διασταύρωση βαριετέ και μοντέρνας επιθεώρησης, είναι τόσο απαράδεκτη από πλευράς περιεχομένου και κειμένων, που δεν αξίζει λεπτομερούς κριτικής με θεατρικούς όρους. Για του λόγου το αληθές θα γράψω μόνο ότι σ’ αυτή την παράσταση χώρεσαν, με έντονη διάθεση χλευασμού και κοροϊδίας, οι καρικατούρες μιας γυναίκας που έτρωγε ξύλο από κάποιον άντρα και κάθε φορά έλεγε «για τελευταία φορά», μιας Σερβίδας μετανάστριας που δούλευε ως συνοδός γκέι κυρίων και ξεφτιλιζόταν για να πάρει έναν ρόλο, ενός ατόμου με νοητική στέρηση, ενός γκέι από κάποιο ορεινό χωριό της Ηπείρου που ως μόνη διέξοδο βρίσκει την αυτοκτονία, ενός εξαρτημένου που κατέληγε την παρλάτα του λέγοντας ότι για τα ναρκωτικά φταίνε τα ναρκωτικά, ενός μαζοχιστή βασανιστή της χούντας που έβαζε έναν «καημένο» φυλακισμένο να τον μαστιγώνει (πολύ γέλιο -ούτε το κοινό που γελούσε με το παραμικρό δεν γέλασε με αυτό) και διάφορα άλλα τέτοια. Σε κάθε περίπτωση από αυτές, το γέλιο επιδιωκόταν μέσα από τη διακωμώδηση της διαφορετικότητας που οδηγεί στον κοινωνικό αποκλεισμό (ξενική προφορά, στερεότυπη φρασεολογία/κινησιολογία ομοφυλοφίλων/εξαρτημένων, χαμηλό IQ, και πάει λέγοντας), ενώ απουσίαζε αυτό που είναι ο ουσιαστικός ρόλος της σάτιρας, δηλαδή η αδυσώπητη κριτική της κάθε μορφής εξουσίας που παίζει το βασικό ρόλο σε αυτούς τους αποκλεισμούς. Μέχρι και τη φράση «Για να μην έχουν ενωθεί ως τώρα οι προλετάριοι όλων των χωρών, αυτό σημαίνει ότι δεν θέλουν να ενωθούν ποτέ» ακούσαμε…

Αντικείμενο της «σάτιρας» της παράστασης έμοιαζε να είναι καθετί το διαφορετικό, χωρίς καμιά συμπάθεια, συστράτευση ή κατανόηση προς αυτό. Μονάχα στερεότυπα, στερεότυπα, στερεότυπα, σερβιρισμένα επιπλέον με διόλου πρωτότυπο τρόπο. Η σύμπραξη στα κείμενα μάλιστα του Θοδωρή Αθερίδη εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι κάποια από αυτά θύμιζαν ξεδιάντροπα αντίστοιχα κείμενα των Άγαμων Θυτών προ 25ετίας.

Είναι πολύ κρίμα που το όποιο ταλέντο ηθοποιών και μουσικών χαραμίστηκε σε μια τόσο, όχι απλά ανούσια, αλλά βαθιά συντηρητική και αντιδραστική παράσταση. Και φυσικά δεν μπορεί να αποτελεί ποτέ δικαιολογία το «αυτά θέλει ο κόσμος». Σε μια σπάνια στιγμή ειλικρίνειας κατά τη διάρκεια της παρλάτας του «γκέι Ηπειρώτη» ακούγεται -στο περίπου- η φράση «Στο χωριό αν πέσεις κάτω, γελάνε όλοι. Αν σπάσεις και το χέρι σου, ξεκαρδίζονται.» Απ’ ό,τι φαίνεται αυτή τη συνταγή ακολούθησε και η συγκεκριμένη παράσταση.

Ένα κερένιο “Αχ”

11148347_630939310339617_723999525245807975_n

Μετά από τις διθυραμβικές κριτικές που απέσπασε όπου κι αν έχει παιχτεί, το “Αχ!” από την ομάδα bijoux de kant ανηφόρισε στη Θεσσαλονίκη για τέσσερις παραστάσεις στο θέατρο blackbox. Την είδαμε στην πρώτη από αυτές και δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερη θεατρική εμπειρία που σίγουρα αφήνει ένα πολύ ισχυρό αποτύπωμα στην καρδιά και το νου του κάθε θεατή.

Και αυτή η παραγωγή εντάσσεται στις όλο και πιο συχνές απόπειρες Ελλήνων σκηνοθετών και θεατρικών σχημάτων να προσεγγίσουν στη σκηνή κείμενα που προέρχονται από την πεζογραφία ή την ποίηση, κάποτε μάλιστα από παλιότερες περιόδους της ελληνικής λογοτεχνίας. Αυτές οι απόπειρες είναι ταυτόχρονα προκλητικά γοητευτικές και παρακινδυνευμένες, καθώς έρχονται αντιμέτωπες με κείμενα που είναι γραμμένα με κώδικες πολύ διαφορετικούς από τους συνήθεις θεατρικούς. Το αποτέλεσμα έτσι είναι ένα είδος θεάτρου που αφήνει συχνά στην άκρη την τυπική δραματουργική νόρμα και συναντιέται με την προφορική αφήγηση, τον εσωτερικό μονόλογο, την διακειμενικότητα.

Στην περίπτωση του “Αχ!”, ανάμεσα στη νουβέλα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου “Η Κερένια κούκλα” (πρωτοδημοσιεύτηκε το 1908) και στην προσέγγισή της από την bijoux de kant παρεμβάλλεται το κείμενο της Γλυκερίας Μπασδέκη, που με έναν ευφυή τρόπο επεκτείνει, ανοίγει και εμβαθύνει το ποιητικό και συνάμα ρεαλιστικό πεζογράφημα του Χρηστομάνου, μετατρέποντάς το σε μια πανανθρώπινη ιστορία για τον έρωτα και τον θάνατο. Το τραγικό ερωτικό τρίγωνο του Νίκου, της Βιργινίας και της Λιόλιας ξαναζωντανεύει, από τον Άδη πια, με την προσθήκη της μορφής της κερένιας κούκλας, που αποκτά τη δική της φωνή. Οι τέσσερις τους αφηγούνται ξανά εκ των υστέρων την ιστορία τους σε ποιητικούς μονολόγους που κάποιες φορές διασταυρώνονται μεταξύ τους, όπως διασταυρώθηκαν οι ζωές των προσώπων του έργου. Όλοι τους δικάζουν και δικάζονται, υπερασπίζονται τη δική τους αλήθεια, ξαναζούν τις παλιές ελπίδες και ματαιώσεις με μόνη λύτρωση αυτό το αχ, που μοιάζει να αιωρείται σε όλη την παράσταση σαν δαμόκλειος σπάθη.

Ο σκηνοθέτης και εικαστικός Γιάννης Σκουρλέτης αποδίδει την ατμόσφαιρα και τη λογική του κειμένου της Μπασδέκη με απόλυτα πειστικό τρόπο. Οι ήρωες κινούνται -ή μένουν ακίνητοι- λέγοντας την ιστορία τους χωρίς να αλληλεπιδρούν σωματικά μεταξύ τους, σε ένα σκηνικό που δημιουργεί από την πρώτη στιγμή μια απόκοσμη αίσθηση, με τους νεκρούς μπροστά και ενωμένους στο θάνατο, και τη Λιόλια και την Κερένια Κούκλα πίσω από ένα αραχνοΰφαντο πέπλο γλυκών αναμνήσεων και πικρής οδύνης. Οι κινήσεις τους, δουλεμένες άριστα από τον Τάσο Καραχάλιο, υπηρετούν την ίδια αίσθηση και μετατρέπουν τα σώματά τους σε ποιητικά σχήματα, ενώ η εκφορά του λόγου αποδίδει όλες τις λεπτές αποχρώσεις του δράματος του καθενός.

Πραγματικά, οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών υπηρετούν εξαιρετικά τη σκηνοθετική γραμμή, με τη Λένα Δροσάκη να ξεχωρίζει δίνοντας μια εντυπωσιακά οριακή Λιόλια, μια γυναίκα που θυμάται όσα έζησε έχοντας φτάσει πια στην περιοχή της τρέλας, στο “ψήλωμα του νου”. Η υποβλητική, σχεδόν επική, φωνή της Κατερίνας Μισιχρόνη ως κερένιας κούκλας φέρνει στη σκηνή όλο το βάρος ενός συμβόλου πέρα από το χρόνο και τη φθορά, ενώ ο Νίκος του Δημήτρη Μοθωναίου είναι ένας άντρας δυνατός κι αδύναμος ταυτόχρονα, σκληρός και ευαίσθητος μαζί. Τέλος, η Μαρία Συνατσάκη αποδίδει με εντυπωσιακή λιτότητα το πάθος μιας γυναίκας που πεθαίνει βιολογικά και συναισθηματικά.

Αν κάποιος θεατρόφιλος αναζητά σε μια παράσταση πρωτίστως σκηνική δράση, εξέλιξη χαρακτήρων ή αριστοτελική κάθαρση, μάλλον το “Αχ!” δεν θα τον ικανοποιήσει. Αν όμως τον ενδιαφέρει μια ποιητική ματιά στα πάθη της ψυχής, που επανανοηματοδοτεί δημιουργικά μέσα από αισθαντικές ερμηνείες ένα σπουδαίο κείμενο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, το “Αχ!” θα τον αποζημιώσει και με το παραπάνω.

Συντελεστές

Κείμενο: Γλυκερία Μπασδέκη
Σκηνοθεσία – Σκηνογραφία: Γιάννης Σκουρλέτης
Μουσική: Κώστας Δαλακούρας
Βοηθός Σκηνοθέτης: Ηλέκτρα Ελληνικιώτη
Σκηνική εγκατάσταση: Αντρέας Κασάπης
Κίνηση: Τάσος Καραχάλιος
Κοστούμια: Δήμητρα Λιάκουρα
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Φωτογραφίες: PHOTOHARRIE
Video trailer: Γιώργος Αποστολόπουλος
Artwork: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης

Παίζουν:
Λένα Δροσάκη (Βραβευθείσα με το Βραβείο Μελίνα Μερκούρη 2015)
Δημήτρης Μοθωναίος (Υποψήφιος για το Βραβείο Δημήτρης Χορν 2014)
Κατερίνα Μισιχρόνη
Μαίρη Συνατσάκη

Παραστάσεις

30 Απριλίου, 1, 2, 3 Μαΐου 2015
Ημέρες και ώρες παραστάσεων:
Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 21:00 και Κυριακή στις 19:00
Διάρκεια παράστασης: 90’

Facebook event: https://www.facebook.com/events/890380511021815/