Τέλη Ακυκλοφόρητα

Ο άλλος μάζευε τα κομμένα φιλιά και έφτιαξε στο τέλος μια ταινία μονάχα με αυτά. Μου είχε κάνει πολλή εντύπωση αυτή η σκηνή όταν την είδα για πρώτη φορά τη δεύτερη φορά που είδα το Σινεμά ο Παράδεισος. Την πρώτη το είχα δει όταν μας πήγαν με το σχολείο στο σινεμά της γενέτειράς μου που είχε εξελιχθεί πια σε τσοντάδικο. Σε εκείνη την προβολή τα κομμένα φιλιά ξανακόπηκαν σε μια πράξη αυθεντικής τραγικής ειρωνείας: μόνο έτσι μπορούσε να κριθεί το θέαμα κατάλληλο για γυμνασιόπαιδα. Η δική μου η συλλογή όμως μονάχα από υπεραισιόδοξους θα μπορούσε να λογοκριθεί, αφού κατά νου δεν έχω μια αλληλουχία από φιλιά, αλλά από τέλη, τελικές σκηνές, ακροτελεύτειες ατάκες, από αυτές που βλέπουμε λίγο πριν μαυρίσει οριστικά η οθόνη. Ένα παιδί με τα χέρια στις τσέπες κοντού παντελονιού να κλωτσά μια πέτρα, διπλωμένα δάχτυλα πάνω σε στήθος γυναικείο, μια κατσαρίδα μόνη στη γη (ω-ω-ω μόνη στη γη), δρυοκολάπτες να σχίζουν τη σιωπή με το ράμφος τους. Μια πόλη να σε χαιρετά την ώρα που απομακρύνεσαι, γέλια, γέλια πολλά, που δεν ξέρεις από πού έρχονται, ένα ζευγάρι να αγκαλιάζεται σε θανάσιμο χορό, νύχτα, νύχτα χαρούμενη ή μέρα θλιμμένη. Να έρχονται τα τέλη το ένα μετά το άλλο και έτσι να ακυρώνουν το ένα την τελικότητα του άλλου, κάθε θάνατος μια μήτρα, κάθε σκαμμένος λάκκος μια γέννηση, κάθε κλισέ «κλείσε», κάθε τέλος απλήρωτο. Και κάπου εκεί να μπαίνουν αριστοτελικές αντιλήψεις περί εντελέχειας και βουτιά από ψηλά σε μολυβένια θάλασσα κι αυτή η βουτιά να φέρνει τη θάλασσα μέσα μου και να με κρατά καθηλωμένο σε ένα κρεβάτι σε μια συσκευή σε ένα αέναο παρατεταμένο τέλος που αγωνιά να γίνει αρχή, αρχή μιας άλλης ιστορίας, που είναι ανίκανη να τελειώσει και να το ευχαριστηθεί. Κάπου εδώ ευχαριστείς τον ΠάνωΚ και πας για ύπνο.

Advertisements

Χί-μερες

Δύο αποκαλύψεις σε μια μέρα δεν είναι κάτι που συμβαίνει συχνά. Για τη βραδυνή θα μιλήσω όταν θα έχει καθίσει καλύτερα μέσα μου ο κουρνιαχτός που σήκωσε. Το πρωί όμως την ώρα που πρόβαλλα -μετ’ εμποδίων είν’ αλήθεια- την «Ζωή του Ντέιβιντ Γκέιλ» στους μαθητές του Β4 ήρθε μια σκηνή της ταινίας να με ταρακουνήσει συθέμελα. Πρόκειται για μια σκηνή στην αρχή της ταινίας που λειτουργεί ως ερμηνευτικό κλειδί για την εξέλιξή της και στην οποία ο καθηγητής πανεπιστημίου Ντέιβιντ Γκέιλ δίνει μια διάλεξη σχετικά με τις θέσεις του Λακάν γύρω από τη φύση της φαντασίωσης, της επιθυμίας, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που με τάραξε:

«Οι φαντασιώσεις μας θα πρέπει να είναι εξωπραγματικές, γιατί, τη στιγμή που παίρνεις αυτό που επιζητείς, παύεις να το επιθυμείς, παύεις να μπορείς να το επιθυμείς πια. Για να εξακολουθήσει να υπάρχει, η επιθυμία θα πρέπει να είναι αενάως απούσα. Δεν επιθυμούμε το αντικείμενο του πόθου, αλλά τη φαντασίωσή του.»

(Και) έτσι λοιπόν εξηγούνται όλα;

ΥΓ. Η διάλεξη κλείνει δίνοντας πάσα σε μια ταινία που βγήκε λίγα χρόνια αργότερα…

…Κάτω απ’ τη Μάσκα που Φοράς

Ο Tom Cruise στο Vanilla Sky (μια μάλλον υποτιμημένη ταινία) φορά μια μάσκα για να κρύψει το παραμορφωμένο από ένα τροχαίο δυστύχημα πρόσωπό του. Εξακολουθεί να τη φορά και στο όνειρό του, όταν αυτό μετατρέπεται σε εφιάλτη. Κάπου ενδιάμεσα, σε μια σκηνή που τον βρίσκει σουρωμένο και πεσμένο στο υγρό λιθόστρωτο, συνειδητοποίησα γιατί οι σούπερ-ήρωες είναι μασκοφόροι (με ηχηρή εξαίρεση τον Superman, εκτός κι αν θεωρήσουμε μάσκα ένα απλό ζευγάρι γυαλιά): νιώθουν ενοχές γι’ αυτό που είναι και κρύβουν το πρόσωπό τους από τους άλλους. Η μάσκα δεν υπάρχει για να τους δίνει -όπως νομίζουν πολλοί- ελευθερία, αλλά για να τους φυλακίζει, να τους απομονώνει στην προσωπική τους κόλαση. Εκεί όπου έχουν βρεθεί επειδή πλέον μπορούν να κάνουν σχεδόν τα πάντα, χωρίς να έχουν όμως ξεχάσει ότι πρέπει να έχουν φραγμούς. Είναι οι πλέον τραγικές φιγούρες που έχουμε πλάσει οι άνθρωποι: εμείς θέλουμε, αλλά δεν μπορούμε, αυτοί μπορούν, αλλά δεν πρέπει.

Θα Υπάρξει Νύστα

Ο τίτλος απευθύνεται σε όσους (τυχερούς) δεν έχουν δει ακόμα την ταινία «There Will Be Blood» και σκέφτονται να το επιχειρήσουν. Όσοι πάλι την είδαν και τους άρεσε (και είναι υπερβολικά πολλοί αυτοί, αφού στο imdb η ταινία βρίσκεται ήδη στην 44η θέση ανάμεσα στις 250 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών),  μπορούν να μου εξηγήσουν τους λόγους και σε μένα, που θεωρούμαι εν γένει πολύ επιεικής με τις ταινίες που βλέπω, αλλά με τη συγκεκριμένη περίμενα πώς και πώς να τελειώσει;

Ο Βασιλιάς της Ομίχλης

Χθες είδαμε στο σινεμά την «Ομίχλη» του Φρανκ Ντάραμποντ, ταινία βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα του Στήβεν Κινγκ. Μου άρεσε πολύ. Yπήρξαν βέβαια αρκετές σκηνές που ο ωμός ρεαλισμός τους δε μου επέτρεπε να τις παρακολουθήσω παρά μόνο λοξοκοιτώντας την οθόνη, αλλά κι αυτό είναι συνήθως μες στο πρόγραμμα όταν βλέπεις κάτι του Κινγκ. Πλοκάμια, τέρατα σε διάφορα μεγέθη, αίμα, και άλλα που κόβουν το αίμα και την όρεξη αποτελούν ένα κομμάτι της ταινίας που ίσως την κάνει δυσπρόσιτη, ακόμα και απωθητική, για ένα μεγάλο μέρος του κοινού. Όμως, ο τρόμος και η βία που προέρχονται από το υπερφυσικό είναι στον Κινγκ μόνο η αφορμή, ή μάλλον ο καταλύτης, για μια σπουδή στον τρόμο και στη βία που υπάρχει μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο.

Η ομίχλη είναι -μαζί με τις αστραπές- το πιο αγαπημένο καιρικό φαινόμενο των ταινιών και των βιβλίων τρόμου. Παρούσα και απούσα ταυτόχρονα, να την αισθάνεσαι στο κορμί και να μη μπορείς να την πιάσεις, να κρύβει, αλλά όχι τελείως, είναι το ιδανικό περιβάλλον για να ξεμυτίσουν μέσα από αυτό τέρατα, υπερφυσικά όντα, πλάσματα που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν, όπως συμβαίνει και σε αυτή την ταινία, που αν έμενε σε αυτό μόνο θα ήταν μια «αξιοπρεπής» ταινία τρόμου. Ευτυχώς όμως, τόσο ο Κινγκ όσο και Ντάραμποντ επεκτείνουν την ομίχλη και μέσα στα μυαλά των ανθρώπων που παγιδεύονται σε ένα ναό της ομίχλης του σύγχρονου νου, σε ένα σούπερ μάρκετ. Η ομίχλη της δυσπιστίας, των εσφαλμένων αποφάσεων, του φόβου, του θρησκευτικού φανατισμού, του συλλογικού νου, της πρωτόγονης βίας γεμίζει τους ήρωες και την ταινία απ’ άκρη σ’ άκρη, για να καταλήξει σε ένα τέλος που καταδεικνύει το πέπλο της ομίχλης που σκεπάζει το μέλλον του κάθε ανθρώπου.

Ο Κινγκ σίγουρα ψάχνει στα περισσότερα από τα βιβλία του τρόπους για να τρομάξει τους αναγνώστες*, αλλά εκεί που δείχνει όλη του τη μαστοριά είναι στην ανατομία της ανθρώπινης ψυχής από τη μια και της κοινωνίας (ιδιαίτερα της αμερικανικής) από την άλλη. Οι χαρακτήρες που δημιουργεί είναι τόσο αληθινοί, τόσο καθημερινοί, που όλοι μας μπορούμε να ανακαλύψουμε σε κάποιον από αυτούς κομμάτια, μεγάλα ή μικρά, του εαυτού μας. Και είναι τόσο αληθινοί όχι μόνο γιατί τους περιγράφει με αληθοφάνεια, αλλά γιατί τους βάζει να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους έτσι όπως θα περίμενε κανείς από τέτοιους απλούς ανθρώπους. Η λεπτομέρεια σε κάθε επίπεδο είναι πραγματικά αυτή που κάνει τη διαφορά στα έργα του.

Η ταινία, όπως και τα βιβλία του Κινγκ, όπως σε τελική ανάλυση και τα βιβλία κάθε σοβαρού συγγραφέα, δεν «περνάει μηνύματα», με την έννοια ότι δεν έχει την πρόθεση να μας δώσει ηθικά διδάγματα ή παραινέσεις προς τη μια ή την άλλη συμπεριφορά. Έτσι λειτουργούν κάτι αποτυχημένοι συγγραφείς ή η προπαγανδιστική τέχνη. Δεν είναι τίποτε άλλο από την αφήγηση μιας ιστορίας, από τη δική τους βέβαια οπτική γωνία και να είναι αρκετά ειλικρινείς ώστε να μας πουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο: «Αυτή την ιστορία είχα να σας πω. Ελπίζω να την αφηγήθηκα όσο καλύτερα μπορούσα. Τα συμπεράσματα δικά σας.»

Αν αντέχει το στομάχι σας τέρατα και αίμα, δείτε την «Ομίχλη». Αν όχι, το λιγότερο που έχετε να κάνετε, αν δεν το έχετε κάνει ήδη, είναι διαβάσετε κάτι δικό του ή να δείτε μια από τις επιτυχημένες μεταφορές βιβλίων του στην οθόνη.

*Γράφω «στα περισσότερα» γιατί μπορεί ο Κινγκ να θεωρείται από τους περισσότερους που τον έχουν ακουστά ως «ο βασιλιάς του τρόμου» ή ως «ο  μαιτρ της ανατριχίλας», αλλά στην πραγματικότητα έχει γράψει και αρκετά μυθιστορήματα, διηγήματα και νουβέλες που έχουν ελάχιστη ή καμία σχέση με τον τρόμο. Διασκεδάζω απίστευτα όποτε συζητάω με κάποιον που δηλώνει ότι σιχαίνεται τον Κινγκ και του λέω ότι ταινίες όπως το «Ρίτα Χέιγουορθ: Τελευταία Έξοδος», το «Στάσου Πλάι μου», το «Μίζερι», το «Ντολόρες Κλέπμπορν», όλες τους ρεαλιστικές ταινίες μυθοπλασίας, βασίζονται σε βιβλία ή νουβέλες του εν λόγω συγγραφέα.

ΥΓ. ΓΙα μια πιο «ορθόδοξη» κριτική της ταινίας δείτε εδώ και εκεί.

Οι Ζωές των Άλλων (ή, Μήπως, «των Ίδιων»;)

Τη χθεσινή καυτή νύχτα αξιωθήκαμε επιτέλους να δούμε στον «Αλέξανδρο», το θερινό σινεμά της Δράμας, αυτή τη γερμανική ταινία που συζητήθηκε τόσο πολύ φέτος. Τα απρόοπτα δεν έλειψαν βέβαια ούτε και χτες, και πώς θα μπορούσαν σε ένα θερινό σινεμά: έσκισα το πανί μιας καρέκλας στην οποία έκατσα για λίγο, πετυχαίνοντας το δύο στα δύο, αφού την είχα ξαναπάθει και την προηγούμενη φορά που πήγα (όχι, δεν είμαι 150 κιλά, είναι σάπια τα πανιά!), τα κουνούπια εφορμούσαν στους γλυκοαίματους διπλανούς μου με αποτέλεσμα να αναμιχθεί η υπέροχη μυρωδιά του γιασεμιού με τα απαραίτητα αντικουνουπικά, τα σκυλιά έξω από το σινεμά να έχουν στήσει συναυλία, αλλά γενικά ήμασταν μια ωραία ατμόσφαιρα:-)

Ωραία η ταινία, χωρίς βέβαια να είναι κάποιο αριστούργημα. Καλές ερμηνείες, ενδιαφέρον σενάριο, ακαδημαϊκή σχεδόν σκηνοθεσία, και φυσικά «νόημα» (εντάξει, δεν έφτανε στα άκρα με το να είναι στρατευμένη ή δασκαλίστικη). Η σκηνή όμως που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση καθώς την παρακολουθούσα και εξακολουθεί να τριβελίζει στο μυαλό μου είναι μια σκηνή στην αρχή σχετικά της ταινίας που θα μπορούσε να περάσει και απαρατήρητη ή να θεωρηθεί ότι απλά συμπληρώνει την εικόνα της μυστικοπάθειας που επικρατούσε στη ΛΔΓ, αλλά έστειλε τη δική μου σκέψη σε τελείως άλλους δρόμους…

Όταν η ομάδα της Στάζι φυτεύει κρυφά κοριούς στο διαμέρισμα ενός θεατρικού συγγραφέα, ο λοχαγός που προΐσταται της ομάδας (και πρωταγωνιστής της ταινίας) χτυπά την πόρτα της γειτόνισσας που προφανώς κοιτούσε από το ματάκι τις δραστηριότητές τους και την απειλεί ότι αν πει σε κάποιον οτιδήποτε σχετικά με αυτό που είδε, η κόρη της θα χάσει τη δουλειά της στο Πανεπιστήμιο. Το ίδιο -μάλλον- βράδυ ο συγγραφέας που έχει γενέθλια, παίρνει δώρο από τη σύντροφό του μια γραβάτα για να τη φορέσει στο πάρτυ που θα ακολουθήσει. Η ίδια ισχυρίζεται ότι δεν θα μπορέσει να τη δέσει, ενώ αυτός πηγαίνοντας στον καθρέφτη του χωλ επιμένει ότι μπορεί. Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθειά όμως ανοίγει κρυφά την εξώπορτα και φωνάζει τη γειτόνισσα να τον βοηθήσει. Πραγματικά, η μεσόκοπη κυρία δένει τη γραβάτα και ο συγγραφέας της λέει συνομωτικά να μην το πει σε κανέναν ότι τον βοήθησε και ότι αυτό θα είναι το δικό τους μυστικό ρωτώντας την αν ξέρει να κρατά μυστικά.

Εντάξει, το προφανές είναι ότι η όλη στιχομυθία κυριαρχείται από τραγική ειρωνεία, αλλά δε στέκομαι εκεί. Για μένα αυτή η σκηνή δείχνει ανάγλυφα πόσο εύκολα οι άνθρωποι μπορούμε να πούμε ψέματα, να κρυφτούμε, να συνομωτήσουμε προκειμένου να πετύχουμε κάτι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο κατά τα άλλα «καλός» της ιστορίας δε διστάζει να κοροϊδέψει τη σύντροφό του για να μην καταλάβει αυτή ότι ο ίδιος δεν ξέρει να δένει γραβάτες. Όταν λοιπόν στα μικρά οι άνθρωποι δείχνονται τέτοιοι, τι περιμένουμε στα μεγάλα; Γι’ αυτό μου τη σπάει όταν ακούω να λένε για «απάνθρωπους» ή «κτήνη»: όλοι έχουμε μέσα τη δυνατότητα να φερθούμε έτσι. Άλλα πράγματα είναι που καθορίζουν αν αυτό τελικά συμβεί ή όχι…