Κάτι θα γίνει, θα δεις, Χρήστος Οικονόμου

14005645.jpg

 

Αυτή η βραβευμένη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου δύσκολα διαβάζεται μονορούφι· στο τέλος κάθε διηγήματος νιώθεις ότι πρέπει να σταματήσεις, να διαβάσεις κάτι άλλο, να κοιτάξεις από το παράθυρο για λίγο για να βγεις από τον πνιγηρό, γεμάτο απόγνωση, κόσμο τους. Γραμμένα λίγο πριν η ελληνική κοινωνία βρεθεί μέχρι το λαιμό μέσα σε αυτό το παρατεταμένο διάστημα «κρίσης» που κοντεύει πια μια δεκαετία, με ήρωες και ηρωίδες που (ψευτο)ζουν σε φτωχογειτονιές του Πειραιά, στα όρια της τρέλας ή και πέρα από αυτά, θυμίζουν ότι ούτε «όλοι μαζί τα φάγαμε» ούτε όλη η χώρα ζούσε «πάνω από τις δυνατότητές της».

Ο ρεαλισμός των διηγημάτων -ιστορίες της διπλανής πόρτας σαν κι αυτές που όλοι έχουμε ακούσει- είναι πραγματικά γροθιά στο στομάχι. Ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την ικανότητα του συγγραφέα να δίνει μια απόλυτα πιστευτή φωνή σε ανθρώπους που σπάνια έχουν αυτή την ευκαιρία, ανθρώπους που δεν τους συμβαίνει κάτι το εξαιρετικό, κάτι το αξιοσημείωτο, κάτι το συνταρακτικό, πέρα από τη ζωή, τη φτώχεια και τη μοναξιά.

Ταυτόχρονα, την γραφή του Οικονόμου μόνο γυμνή δεν μπορείς να την πεις· ακόμη και στα πιο πεζά θέματα, ακόμη και στις πιο κυνικές στιγμές των ιστοριών του, ένας απρόσμενος, αλλά καθόλου άστοχος, λυρισμός κάνει την εμφάνισή του, κι έτσι οι περιπτώσεις των ανθρώπινων ναυαγίων που γεμίζουν τις σελίδες τους παύουν να είναι πια μόνο αυτό, δηλαδή περιπτώσεις, αριθμοί, στατιστικές, και γίνονται άνθρωποι, με τον δικό τους εσωτερικό κόσμο, τις ευαισθησίες και τα όνειρά τους.

Αν υπάρχει κάτι που ίσως με ξένισε σε αυτή τη σπουδαία δουλειά είναι ότι τα περισσότερα διηγήματα της συλλογής διαψεύδουν πανηγυρικά τον τίτλο της· τελικά τίποτα δεν γίνεται ή τουλάχιστον τίποτα που να επαληθεύει τη φαινομενική αισιοδοξία της φράσης του τίτλου. Κανονικά, αυτό θα με ενοχλούσε πολύ περισσότερο, εδώ όμως αυτό το βάλτωμα, αυτή η ακινησία, είναι ουσιαστικό στοιχείο του κλίματος όλων των διηγημάτων, και ο Οικονόμου πετυχαίνει να το αποδώσει σε κάθε επίπεδο.

Advertisements

Ένας Προφήτης, μα τι Προφήτης, ή ο Αρκάς κι εμείς

14064233_879804745489022_2076360365699353947_n

(Πρώτη δημοσίευση 08/09/2016, στο alterthess)

Όσα λένε οι χαρακτήρες ενός δημιουργού δεν εκφράζουν υποχρεωτικά όσα πιστεύει ο ίδιος (πράγμα το οποίο ούτως ή άλλως δυσκολεύομαι να καταλάβω γιατί θα πρέπει να μας νοιάζει τόσο, πολύ περισσότερο όταν ο δημιουργός κρύβει επιμελέστατα την ταυτότητά του για δεκαετίες).

Αυτή η αυτονόητη συνθήκη ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση του Αρκά, που μας έχει συνηθίσει σε χαρακτήρες που διαρκώς αυτοσαρκάζονται και αυτοϋπονομεύονται (πχ. Ισοβίτης, Κόκορας, Σπουργίτι, Λουκρητία, η τριάδα από τη Ζωή Μετά). Φανταστείτε να παίρναμε τοις μετρητοίς όσα λέει στον πατέρα του το Σπουργίτι· ο απόλυτος οδηγός κωλοπαιδισμού! Ή να θεωρούσαμε ότι η αντίληψη της Λουκρητίας για το σεξ αποτελεί πρόταση του Αρκά για τη σεξουαλική μας ζωή.

Είναι λοιπόν συγκλονιστικά εντυπωσιακό το ότι, από όλους τους αντισυμβατικούς χαρακτήρες που έχει πλάσει ο Αρκάς, ο πρώτος του οποίου οι αφορισμοί εκλαμβάνονται τόσο κυριολεκτικά, από θαυμαστές και επικριτές αντάμα, είναι ο πρόσφατος Προφήτης. Εκεί που ο Ισοβίτης δεν ήταν ποτέ πρότυπο ισοβίτη, ο Κόκορας ποτέ δεν μας παρουσιάστηκε ως ο ιδανικός άντρας του κοτετσιού, η Λουκρητία η καταλληλότερη γάτα συντροφιάς μιας γηραιάς κυρίας, το Σπουργίτι το ιδανικό τέκνο, ο Προφήτης αίφνης αναγορεύτηκε ως ο ορισμός του τέλειου προφήτη που κάθε του λέξη είναι θέσφατο. Ξαφνικά, τόσο η αυτοσαρκαστική παράδοση του δημιουργού, όσο και όλοι οι σχετικοί δείκτες αυτοϋπονόμευσης στα συγκεκριμένα στριπάκια, παραμερίζονται ένθεν κακείθεν, προκειμένου αυτά να γίνουν αντιληπτά ως ένα είδος πολιτικής παρακαταθήκης του Αρκά προς τον ελληνικό λαό, δημιουργώντας ταυτόχρονα φανατικούς όψιμους οπαδούς, που κάποτε δεν ασχολούνταν καν μαζί του, και ορκισμένους πλέον εχθρούς, που κάποτε έπιναν νερό στο όνομά του.

Τι εννοώ όμως με τους «δείκτες αυτοϋπονόμευσης»; Στη συγκεκριμένη σειρά σκίτσων βλέπουμε έναν ηλικιωμένο Προφήτη, έναν εκπρόσωπο δηλαδή μιας θρησκείας που την έχει σατιρίσει όσο δεν παίρνει ο Αρκάς με τη «βλάσφημη» Ζωή Μετά, να μιλάει σε ένα μάλλον καημένο ποίμνιο κυριολεκτικά από καθέδρας, και να λέει, συχνά με το δάχτυλο υψωμένο, πράγματα που μοιάζουν να αναφέρονται στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, αλλά είναι ταυτόχρονα απολύτως κοινότοπα, αφού λέγονται από το «ακραίο κέντρο» (Σώτη, Θεοδωρόπουλο, Μανδραβέλη κτλ.) εδώ και έξι χρόνια –και από συντηρητικούς γέρους εδώ και 10.000 χρόνια.

Ο Προφήτης του Αρκά είναι ακριβώς αυτός ο «οργανικός» διανοούμενος που από την πρώτη σχεδόν στιγμή της κρίσης καταδέχθηκε να κατέβει από την απομόνωση του πνευματικού του ερημητηρίου για να κηρύξει στις απαίδευτες μάζες ότι φταίμε όλοι το ίδιο, ότι όλοι μαζί τα φάγαμε, ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Και όλα αυτά στο όνομα κάποιου υποτιθέμενου αντιλαϊκισμού, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μεταμφιεσμένος λαϊκισμός, αφού χαϊδεύει τα αυτιά αυτών που βολεύονται στην αδράνεια, την πολιτική απραξία, αλλά και στην αποποίηση ευθυνών -όταν φταίνε όλοι, δεν φταίει κανείς· όταν όλοι αδικούν, δεν πειράζει να αδικώ κι εγώ.

Ο τρόπος λοιπόν που θα προσλάβουμε τα σκίτσα είναι ο τρόπος που προσλαμβάνουμε αυτόν τον τύπο διανοούμενου και από το πόσο θετικά ή αρνητικά διακείμενοι είμαστε απέναντί του, αλλά και απέναντι στους δείκτες που υπάρχουν μέσα στα σκίτσα. Έτσι για μένα όσα λέει ο Προφήτης είναι οι ανόητες κοινοτοπίες μιας καρικατούρας, ενώ για έναν πχ. Ποταμίσιο ή φιλελεύθερο αποτελούν κανονικότατο πολιτικό μπούσουλα. Στην πραγματικότητα, ο Προφήτης «προφητεύει» περισσότερα για το πώς διαβάζουμε τον κόσμο εμείς οι ίδιοι, παρά για το πώς τον διαβάζει ο ίδιος ο Αρκάς.

Κι αν είμαστε σίγουροι για το πόσο δίκιο μπορεί να έχει ένας Προφήτης με άποψη επί παντός επιστητού, ας ξαναδιαβάσουμε -πιο υποψιασμένοι πια- τη γελοιογραφία που συνοδεύει το παρόν κείμενο.

Αυτό το κείμενο δεν είναι για τον ΟΑΣΘ, είναι για σένα

img_20150311_183918_0_0

(Πρώτη δημοσίευση 05/09/2016, στο alterthess)

Ναι, για σένα, που το πρώτο πράγμα που σου ήρθε να πεις ήταν “Καλά να πάθει η τζαμπατζού”, όταν είδες το βίντεο με την κοπέλα που τη στριμώχνει σε μια γωνιά του λεωφορείου ένας ελεγκτής με τα διπλά της κιλά.

Για σένα, που πιο σημαντικό θεωρείς το να πληρώσει πρόστιμο επειδή δεν έκοψε εισιτήριο, και όχι το ότι οι ελεγκτές προβαίνουν σε παράνομη κράτηση και ασκούν προφανέστατη λεκτική, ψυχολογική και σωματική βία.

Για σένα, που μπροστά σε ένα κεφαλοκλείδωμα από έναν άγνωστο σε μια κοπέλα λες “ναι, εντάξει, όχι κι έτσι, αλλά εμείς που πληρώνουμε εισιτήριο είμαστε κορόιδα;”, και για σένα, που αντί για τη βία των ελεγκτών, προτιμάς να κατακρίνεις τη “χαζομάρα” κάποιας πανικόβλητης γυναίκας που πάει να βγει από το παράθυρο του λεωφορείου.

Και βέβαια, για σένα, που ταυτίστηκες με τον άλλο ελεγκτή όταν, σαν παλιός γυμνασιάρχης, τη ρωτάει φωνάζοντας αν μιλάει έτσι στον πατέρα της, κουνώντας απειλητικά την παλάμη του.

Σου έχω νέα, μικρέ μου ανθρωποφάγε. Τα έχεις μπερδέψει λίγο. Και αυτό από μόνο του δεν θα ήταν και τόσο κακό, αν δεν μου δημιουργούσε τη φριχτή υποψία ότι θα φερθείς ανάλογα -χωρίς δηλαδή καμία αναλογικότητα ανάμεσα στη δράση του άλλου και στη δική σου αντίδραση- και ο ίδιος ή η ίδια αν, έχοντας μια οποιαδήποτε μεγάλη ή μικρή “εξουσία”, βρεθείς σε μια παρόμοια κατάσταση• με την προϋπόθεση ότι θα σε παίρνει βέβαια, αφού δεν είναι καιροί να τα βάζουμε με ανθρώπους στους οποίους το να επιβληθούμε δεν είναι εκ των προτέρων δεδομένο (σκέψου μόνο τι θα έκαναν οι αγαπημένοι σου ελεγκτές αν στη θέση της νεαρής βρισκόταν γυμνασμένος άντρας ύψους 1,90).

Επειδή ακριβώς λοιπόν το “μπέρδεμά” σου είναι κοινωνικά προβληματικό, ή μάλλον αντικοινωνικό αν θέλουμε να ακριβολογούμε, θα σου προτείνω κάτι• πάρε εκείνη την παλιά ζυγαριά την οποία είμαι σίγουρος ότι χρησιμοποιείς για να κρίνεις κάθε πράξη των άλλων (ξέρεις μωρέ ποια λέω, εκείνη που είναι σαν το σύμβολο του ζωδιακού Ζυγού και στη μια της μεριά βάζεις πάντα κάτι που μετριέται με λεφτά), και βάλε στη μια μεριά το απλήρωτο εισιτήριο του ενός ευρώ. Στην άλλη βάλε το άδειασμα του λεωφορείου από τους άλλους επιβάτες, το κλείσιμο των θυρών του λεωφορείου, την παράνομη κράτηση πολίτη, τον όγκο του ενός ελεγκτή πάνω από μια καταφανώς πιο μικρόσωμη γυναίκα, το κεφαλοκλείδωμά του, τις φωνές των ελεγκτών, την επίκληση της τυχόν συμπεριφοράς της κοπέλας προς τον πατέρα της (αλήθεια, αν η κοπέλα δεν είχε πατέρα, αν είχε πεθάνει, αν ήταν κατάκοιτος και χίλια δυο άλλα, πώς θα ένιωθε ο ελεγκτής;), το τράβηγμα των ποδιών της από τον ελεγκτή όταν εκείνη πάει να βγει από το παράθυρο, το “Ας πέσει, αν είναι τόσο χαζή” χωρίς καμία προσπάθεια να ηρεμήσει ένα άτομο που βρίσκεται σε πανικό.

Εντάξει, τα έβαλες; Τι λέει, πόσο βαραίνει εκείνο το εισιτήριο;

Στα Άθυρα σπείρατε, αλλά δεν θα θερίσετε!

Σήμερα στο προσφυγοχώρι του παππού μου και του πατέρα μου όργωσαν τη γη και έσπειραν μίσος, ρατσισμό και σκατοψυχιά. Κάτοικοι των Αθύρων Πέλλας, του παλιού Μπόζετς, απόγονοι προσφύγων από τη Θράκη, όργωσαν με τα τρακτέρ τους έναν παλιό αεροδιάδρομο του στρατού κοντά στο χωριό τους για να μη δημιουργηθεί εκεί κέντρο μετεγκατάστασης προσφύγων, όπως είχε εξαγγελθεί την προηγούμενη ημέρα από τον δήμαρχο Πέλλας.

Συγχωριανοί του παππού μου και κοντοχωριανοί μου που «πήρατε την κατάσταση στα χέρια σας», είστε ξεφτίλες. Δεν σας σώζει καμιά δικαιολογία περί υγιεινής, ασφάλειας, εγκληματικότητας, ούτε βέβαια η ψευτοευαισθησία σας για τις δύσκολες συνθήκες στις οποίες θα ζουν οι πρόσφυγες. Διαβάζω τα σχόλιά σας και είναι σαν να διαβάζω ό,τι έγραφαν οι φυλλάδες των ντόπιων, όταν οι παππούδες και οι προπαππούδες μας ήρθαν εδώ. Και έχετε το θράσος να λέτε ότι δεν είναι το ίδιο. Πώς μπορείτε και ζείτε με τόσο φόβο και δηλητήριο μέσα σας;

Μείνετε λοιπόν αγκαλιά με τα τρακτέρ και τη μικρόψυχη μιζέρια σας. Από σήμερα μετατρέψατε το άσημο χωριουδάκι σας σε «ένα χωριό προσφύγων που δεν ήθελε κοντά του πρόσφυγες». Κρίμα μόνο για τους συγχωριανούς σας που δεν είναι σαν τα μούτρα σας. Ελπίζω και εύχομαι να σας μετατρέψουν σύντομα σε ακίνδυνη και περιθωριοποιημένη μειοψηφία. Από την πλευρά μου κάνω και θα κάνω ό,τι μπορώ για να συμβεί αυτό.

ΥΓ.1. «Οι Πρόσφυγες ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους με τη βία (1922) ή έπειτα από την υπογραφή της Σύμβασης περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών (1923), της Συνθήκης της Λωζάνης. […] Τότε, φορτωμένοι τον τρόμο, τον πόνο και την απελπισία, οι Πρόσφυγες, ήρθαν εδώ, στο «Μπόζετς».»

ΥΓ.2. «Τα πρώτα χρόνια στα Άθυρα οι πρόσφυγες αντιμετώπιζαν πολλά προβλήματα. Το βασικότερο ήταν η ελονοσία, η οπoία στοίχισε σε ανθρώπινες ζωές. Στο πρόβλημα της ελονοσίας σημαντική βοήθεια πρόσφερε αφιλοκερδώς ο Αθυραίος την καταγωγή ιατρός Παναγιώτης Τσακλόγλου.» (Πέτρου Δ. Θεοχαρίδη «ΑΘΥΡΑ  ΚΑΙ ΑΘΥΡΙΩΤΕΣ«- ΔΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙΘΑΜΑΤΑ ΣΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ, 2002)

ΥΓ.3. «Από τους απόδημους Αθυριώτες, τους Αθυριώτες που ζουν έξω από τα Άθυρα, πολλοί ζουν και προκόβουν στη Θεσσαλονίκη και σε άλλα μέρη της πατρίδας μας, ενώ κάμποσοι μισεύουν στο εξωτερικό (Αυστραλία, Αμερική, Γερμανία, Βραζιλία)«

ΥΓ.4. Ο Σραόσα είχε δίκιο όταν έγραψε λίγο πριν στο Facebook: «Ας μη μένουμε στους φασίστες που καίνε και οργώνουν για να μη φιλοξενηθούν πρόσφυγες», αλλά όφειλα αυτό το κείμενο στον παππού μου που ήρθε στο Μπόζετς 6 χρονών, πρόσφυγας από το Μπουγιούκ-Τσεκμετζέ, τα βυζαντινά Άθυρα.

Το μαύρο τραγούδι της Ευρώπης

Χτες βράδυ τελείωσα το πρώτο βιβλίο της νουάρ τριλογίας του Ζαν-Κλωντ Ιζζό για τη Μασσαλία, «Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας», σε μετάφραση Ριχάρδου Σωμερίτη (εκδόσεις Πόλις, 1999). Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα επίμετρο του μεταφραστή που κλείνει με τα εξής εντυπωσιακά προφητικά λόγια που συνοψίζουν 16 χρόνια πριν τις προκλήσεις της σημερινής εξάπλωσης της ξενοφοβίας και του φασισμού:

Διαβάζοντας τα βιβλία του Ιζζό, κυρίως τα τρία πρώτα, της σειράς «νουάρ», σκεφτόμουνα πόσο επίκαιρα είναι και για μας, παρά τις διαφορετικές ως ένα σημείο καταστάσεις που ζούμε. Πώς μπορούμε να να οργανωθούμε, ηθικά και πρακτικά, για να παραμείνουμε άνθρωποι, για να μην μας οδηγήσουν στο μίσος, στη βία, στο να χειροκροτούμε τα βάρβαρα ανθρωπομαζώματα μεταναστών και τους υποψήφιους (και όχι μόνο) δολοφόνους που «παίρνουν το νόμο στα χέρια τους»;

Τα όσα περιγράφει ο Ιζζό, με απελπισία αλλά και με κάποια πίστη στον άνθρωπο, είναι αυτά που δεν έχουμε ζήσει αλλά που είναι πολύ πιθανό ότι θα ζήσουμε. Τα όσα λένε οι εγκληματίες-φασίστες που μας παρουσιάζει, τα διαβάζουμε ήδη σε επώνυμες στήλες εφημερίδων και τα ακούμε σε τηλεοράσεις και ραδιόφωνα. Και το περιθώριο που μας ιστορεί, νάτο, κάτω από τα μάτια μας δημιουργείται κι εδώ, συχνά με τη συμπαράσταση (ανώνυμη) κυκλωμάτων μαύρου χρήματος και μαύρης πολιτικής.

Περί «λαϊκού» τραγουδιού

Σχόλιο σε συζήτηση στο Facebook με θέμα «τι εννοούμε όταν λέμε σήμερα «λαϊκό» και κατ’ επέκταση τι είναι λαϊκό τραγούδι, λαϊκός τραγουδιστής κλπ.»

Η όποια συζήτηση πρέπει να λάβει υπόψη της τρία πράγματα:

α) αυτό που λέει ο Σραόσα, ότι δλδ σήμερα, παρά τις διακηρύξεις περί ισοπεδωτικής μαζικής κουλτούρας που την καταναλώνουν όλοι, κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα δεν υπάρχει· σκεφτείτε μόνο πόσοι (όχι αναχωρητές ή ερημίτες) μπορούν να δηλώσουν πλέον, χωρίς να μας φαίνεται περίεργο, ότι δεν γνωρίζουν τον Παντελίδη ή τον Θανάση Παπακωνσταντίνου ή τους Lost Bodies ή τους Rotten Christ ή τη Γωγώ Τσαμπά -κάποτε ήξεραν όλοι τον Τσιτσάνη, ακόμη κι αν άκουγαν Poll, ή τον Σαββόπουλο, ακόμη κι αν άκουγαν Χρηστάκη, ή τον Καφάση, ακόμη κι αν άκουγαν Χατζιδάκι.

β) ο όρος «λαϊκό τραγούδι» ξεκίνησε ως περιγραφικός όρος για να περιγράψει το τραγούδι, που παρότι πατούσε στο ρεμπέτικο, είχε εξευγενιστεί στιχουργικά και μουσικά τόσο ώστε να μπορεί να τραγουδιέται και να ακούγεται από ευρύτερα λαϊκά στρώματα, απέκτησε στη συνέχεια, με την εμφάνιση Χατζιδάκι και Θεοδωράκη ένα παρακλάδι ή ξαδερφάκι, το έντεχνο λαϊκό, και εξελίχθηκε, αριστεράς βοηθούσης, σε αξιολογικό όρο που επιφυλασσόταν στα τραγούδια που θεωρούνταν ότι συνέχιζαν ποιοτικά τη μουσική κληρονομιά των δύο ειδών που προανέφερα, ΚΑΙ χρησιμοποιούσαν μπουζούκι.

γ) Το να ταυτίζουμε το λαϊκό με την ποπ (ή ακόμη χειρότερα, με τη φολκ) όχι μόνο συσκοτίζει τα πράγματα, αλλά τα μπερδεύει ακόμη περισσότερο· αν το pop συνδέεται με τη δημοφιλία (popular), τότε οι Μπιτλς, o Σινάτρα, ο Έλβις, ο Νταλάρας, ο Καζαντζίδης, ο Μότσαρτ, ο Μπάουι, οι Μπι-Τζίς, η Μαντόνα, η Χάρις Αλεξίου, η Βίσση και πάει λέγοντας, είναι ποπ. Καταλαβαίνετε βέβαια ότι, αν ο όρος δεν συσχετίζεται με κάποιο συγκεκριμένο ήχο, χάνει κάθε μουσική σημασία και αχρηστεύεται.

Τούτων δοθέντων, ο όρος «λαϊκό τραγούδι» για τραγούδια που κυκλοφορούν τα τελευταία 20-25 περίπου χρόνια είναι μάλλον αυθαίρετος και άκυρος, με εξαίρεση σπάνιες περιπτώσεις όπου συμπίπτουν όλα τα παραπάνω (μουσική συνέχεια, μπουζούκι, καθολική δημοφιλία κοκ.), όπως τη «Ρόζα», την «Πριγκιπέσσα» και παρόμοια.