Στη φωλιά του κούκου, Κεν Κέισι

Παραδόξως, δεν έχω δει ακόμη την ταινία (ή τουλάχιστον θυμάμαι μόνο εικόνες, ίσως από κάποια φορά που την είδαν οι γονείς μου στην τηλεόραση), αν και η μορφή του Τζακ Νίκολσον στον ρόλο αυτό είχε χαραχτεί τόσο έντονα στη μνήμη μου που δεν μπορούσα να μην την ταυτίζω με τον -τελείως ανόμοιο εμφανισιακά- χαρακτήρα του βιβλίου που υποδυόταν. Αφού το διάβασα, δεν ξέρω αν θέλω να τη δω· όχι βέβαια επειδή δεν μου άρεσε, αλλά επειδή με τάραξε πολύ.

Μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός ιθαγενούς Αμερικανού («Ινδιάνου») τρόφιμου ενός ψυχιατρείου στο Όρεγκον, λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο στην Κορέα, παρακολουθούμε τη ζωή σε μια πτέρυγά του που διαφεντεύεται με σιδηρά πυγμή από την Προϊσταμένη νοσοκόμα Ρέιτσεντ, ενώ θεραπείες ηλεκτρικού σοκ πραγματοποιούνται συχνά, όχι μόνο με θεραπευτικό χαρακτήρα, αλλά και τιμωρητικό. Εκεί φτάνει ο ΜακΜέρφι, ένας ρωμαλέος άντρας ιρλανδικής καταγωγής, ψιλοαπατεώνας, λωποδύτης και χαρτοκλέφτης, που ξέρει να χαίρεται τη μέρα (μου θύμισε κατά κάποιον τρόπο τον Ζορμπά του Καζαντζάκη) και βρέθηκε εκεί θεωρώντας προτιμότερη την παραμονή εκεί από την υποχρεωτική αγροτική εργασία της σύντομης ποινής που εξέτιε.

Ο ΜακΜέρφι αναστατώνει και τους τροφίμους, που τον ηρωοποιούν και τον λατρεύουν για αυτό που είναι, και την Προϊσταμένη, που τον αντιλαμβάνεται σαν κάποιον που αγνοεί την ίδια και την εξουσία της, σαν κάποιον που πρέπει να τον τσακίσει για να μην κλονιστεί από τον θρόνο της.

Παράλληλα με την εξωτερική πλοκή, που σε αρκετά σημεία κρατάει σε αγωνία τον αναγνώστη για αυτό που πρόκειται να επακολουθήσει, σε αυτό το πολυεπίπεδο μυθιστόρημα εκτυλίσσεται ταυτόχρονα και μέσα στο μυαλό του αφηγητή ένας προσωπικός αγώνας με τους δικούς του δαίμονες, στον οποίο καταλύτης θα είναι ο ΜακΜέρφι. Σε έναν ευτυχέστατο συνδυασμό μορφής και περιεχομένου, βλέπουμε αυτόν τον αγώνα και μέσα από το ύφος της γραφής, που στην αρχή του βιβλίου ξεκινά από την αφέλεια ενός ασταθούς ψυχικά ανθρώπου και στη συνέχεια γίνεται όλο και πιο σύνθετο και οξύ.

Προφανώς, το μυθιστόρημα αυτό θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως μια καταγγελία ενάντια στις απάνθρωπες μεθόδους που χρησιμοποιούνταν παλιότερα για την αντιμετώπιση των ψυχικά ασθενών, αλλά νομίζω ότι δεν είναι αυτό ο κεντρικός του άξονας. Στην πραγματικότητα, η θεματική που το διαπερνά είναι η μάχη ανάμεσα στη ζωή και την εξουσία, ο αγώνας δηλαδή για την ελευθερία του ανθρώπου.

Βιβλίο-σταθμός, που πραγματικά ταρακουνάει τον αναγνώστη.

ΥΓ. Αν θυμηθούμε ότι ο κούκος δεν φτιάχνει δική του φωλιά (αφήνει τα αυγά του στη φωλιά άλλων πουλιών), ο τίτλος του βιβλίου («Ένα πέταξε πάνω από τη φωλιά του κούκου» στην πλήρη μετάφρασή του από το πρωτότυπο), που προέρχεται από ένα παιδικό τραγουδάκι, αποκτά μια νέα διάσταση.

Το Μαβί

Όταν ξεκίνησα το The Color Purple της Alice Walker (1982, ελλ. μτφρ. Το Πορφυρό Χρώμα· μάλλον ατυχές να αλλάζει ολόκληρο χρώμα στην ελληνική μετάφραση του τίτλου για να επιτευχθεί μια πιο εντυπωσιακή φράση), δεν ήξερα τίποτα για το βιβλίο και για τη συγγραφέα πέρα από το ότι βραβεύτηκε με Πούλιτζερ. Δεν είχα καν ιδέα ότι ο Σπίλμπεργκ το γύρισε ταινία που ήταν μάλιστα υποψήφια για 11 Όσκαρ (το έμαθα συζητώντας με έναν γνωστό μου για το βιβλίο). Καλύτερα· προτιμώ -όσο γίνεται- να διαβάζω ένα βιβλίο κυρίως για αυτό που λέει σε μένα και όχι για αυτό που έγινε αφότου εκδόθηκε.

Τι είπε σε μένα λοιπόν; Πρώτα-πρώτα, επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά ότι υψηλή λογοτεχνία μπορεί να γίνει με τα πιο απλά, τα πιο ταπεινά ή υποτιμημένα υλικά· εδώ η Σέλι (Celie), μια κακοποιημένη, σωματικά, σεξουαλικά και ψυχικά, αφροαμερικανή του μεσοπολέμου αφηγείται τη ζωή της, με έναν κυνικά ευθύ και αφοπλιστικά ειλικρινή τρόπο, μέσα από γράμματα που στέλνει αρχικά στον Θεό και έπειτα και στην αδερφή της. Και μόνο η δεξιοτεχνία στο πλάσιμο αυτής της αφηγηματικής φωνής θα αρκούσε για να μιλάμε για ένα σπουδαίο έργο. Η συγγραφέας «υποδύεται» τόσο πειστικά τη Σέλι που καθώς διάβαζα το πρωτότυπο δεν ήμουν σίγουρος σε κάποια σημεία αν είχα μπροστά μου τα λάθη μιας σχεδόν αγράμματης γυναίκας ή απλώς τυπογραφικές αβλεψίες της έκδοσης. Δεν μένει όμως σε αυτό το εύρημα, που στο κάτω-κάτω το έχουμε ξανασυναντήσει σε αρκετά βιβλία, αλλά κατορθώνει επιπλέον να εγκιβωτίσει πειστικά και άλλες αφηγηματικές φωνές που φωτίζουν από διαφορετικές οπτικές γωνίες το μυθιστορηματικό της σύμπαν.

Έπειτα είναι η ίδια η ιστορία· ξεκινά από μια κατάσταση απόγνωσης, ένα τέλμα όπου σανίδα σωτηρίας δεν φαίνεται να υπάρχει, και σταδιακά απλώνεται σε δρόμους που αρχικά ούτε να τους φανταστεί μπορούσε ο αναγνώστης. Καταλύτης σε αυτή τη σταδιακή αλλαγή η εμφάνιση στο προσκήνιο γυναικών που τολμούν να κάνουν τα πράγματα αλλιώς και να διεκδικήσουν, η καθεμιά με τον τρόπο τους, την ανεξαρτησία τους.

Γράφω «γυναικών» γιατί φυσικά μιλάμε για ένα μυθιστόρημα όπου πρωταγωνιστούν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, οι γυναίκες, με έναν πολύ ουσιαστικά φεμινιστικό τρόπο, χωρίς όμως, και αυτό είναι πολύ σημαντικό επειδή μιλάμε για λογοτεχνία, να μετατρέπεται το βιβλίο σε φεμινιστική μπροσούρα. Οι ηρωίδες, άλλη λιγότερο και άλλη περισσότερο, δεν φτάνουν μόνο μέχρι τη συνειδητοποίηση της θέσης τους στην κοινωνία ως γυναίκες, ούτε ξοδεύονται σε ένα αδιέξοδο μίσος εναντίον των αντρών, αλλά αλλάζουν, τόσο τη θέση τους, όσο και οι ίδιες -και κάποιες στιγμές μένουν έκπληκτες όταν διαπιστώνουν ότι συμβαίνει το ίδιο και με κάποιους άντρες γύρω τους.

Παράλληλα, θίγονται, χωρίς καμία διάθεση διδακτισμού -με μία εξαίρεση ίσως μόνο όταν γίνεται μια σπινοζικής αντίληψης συζήτηση περί Θεού- και πλήθος άλλων θεμάτων, πέρα από την πατριαρχία και τον ρατσισμό: η θρησκεία, η σχέση των πολιτισμών (ανώτεροι-κατώτεροι), η σχέση Αφρικανών και Αφροαμερικανών, η εκμετάλλευση της Αφρικής, η μουσική, η δημιουργικότητα, και, φυσικά, το μόνιμο ερώτημα: ποιος/α είμαι και ποιο το νόημα όλων των πραγμάτων. Η έμφαση πάντως πρέπει να δοθεί στο «θίγονται» γιατί αυτό ακριβώς συμβαίνει, χάρη στην ελλειπτική γραφή και την ελάχιστη μόρφωση της αφηγήτριας.

Πολύ δυνατό βιβλίο.

Ο καιρός των τραγουδιών μας, Ρίτσαρντ Πάουερς

Μετά από πέντε μήνες που με συντρόφευε με μερικές σελίδες του σχεδόν κάθε μέρα, έφτασα στο τέλος των 800+ πυκνογραμμένων σελίδων αυτού του σπουδαίου βιβλίου, που βρέθηκε σχεδόν συμπτωματικά στα χέρια μου. Είναι από τις λίγες φορές που ένιωσα να ισχύει η κλισεδιά «ένα βιβλίο που δεν ήθελα να τελειώσει».

Ο Πάουερς φτιάχνει, με υλικά που αντλεί από τον συνδυασμό μερικών μαγικών «τι θα γινόταν αν;», μια πολυεπίπεδη ιστορία, που σε κάθε της σελίδα διαπνέεται από μια αδιαπραγμάτευτη αγάπη για τη μουσική -για κάθε είδους μουσική- και ταυτόχρονα αναπλάθει πολύ πειστικά ένα κομμάτι της ιστορίας των μαύρων στις ΗΠΑ τον 20ό αιώνα.

Ένας Γερμανοεβραίος εμιγκρές φυσικός, που ασχολείται με το ζήτημα της γραμμικότητας του χρόνου, και μια μαύρη πολλά υποσχόμενη Αμερικάνα σοπράνο, κόρη γιατρού, γνωρίζονται τυχαία στη μνημειώδη εμφάνιση της κοντράλτο Μάριαν Άντερσον έξω από το Καπιτώλιο, ερωτεύονται μεταξύ τους, παντρεύονται και γεννούν τρία παιδιά μιγάδες, σε διαφορετικές δερματικές αποχρώσεις. Μεγαλώνουν τα παιδιά τους μέσα στη μουσική και έξω από τις φυλετικές κατατάξεις, με μεγαλύτερη επιτυχία στο πρώτο από το δεύτερο- και οι δύο γιοι τους ακολουθούν καριέρα μουσικών κλασικής μουσικής (τραγούδι ο ένας, πιάνο ο άλλος, δίδυμο για χρόνια), με τον πρωτότοκο να είναι πραγματικό φαινόμενο, ενώ η κόρη εξελίσσεται σε ριζοσπάστρια και εμπλέκεται ενεργά στο κίνημα των μαύρων. Το πλαίσιο απόλυτα ρεαλιστικό, η οικογένεια και η ιστορία της προϊόν μυθοπλασίας.

Μέσα από παράλληλες χρονικότητες και αναδρομές, με τον μεσαίο γιο να αφηγείται την ιστορία τη δική του και της οικογένειάς του, προσπαθώντας να ανακαλύψει από τη μια αυτό που ψάχνουμε όλοι, το ποιοι είμαστε, αλλά με κάποια έξτρα δυσκολία ο ίδιος, και από την άλλη τα τι, τα πώς και τα γιατί της μουσικής, ταξιδεύουμε σε διαφορετικούς δρόμους χειραφέτησης και απώλειας. Και όλα αυτά δίνονται με μια απαράμιλλη πρόζα που καταφέρνει να ισορροπεί διαρκώς ανάμεσα στον λυρισμό και την κυνικότητα, το κωμικό και το τραγικό, τον φιλοσοφικό στοχασμό και την μουσικολογική ακρίβεια.

Ο Καιρός των τραγουδιών μας (Βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ) είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα του «ανάμεσα», ένα μυθιστόρημα που μοιάζει περισσότερο να «ακούγεται», παρά να διαβάζεται, ένα μυθιστόρημα-κιβωτός.

Σπουδαία η μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου που, μπροστά στην κολοσσιαία πρόκληση ενός πλήθους μουσικών όρων, λιμπρέτων, τίτλων μουσικών έργων και τραγουδιών, αλλά και γεγονότων και στοιχείων της αμερικανικής ιστορίας και κοινωνίας, έκανε εκείνες τις επιλογές που μας απέδωσαν ένα κείμενο που διαβάζεται αβίαστα, μεταδίδοντας όλη τη θέρμη του στον αναγνώστη.

Hyperion, Dan Simmons

Τι έχουμε εδώ λοιπόν; «Επιστημονική φαντασία» λέει η ειδολογική κατάταξη, τα ράφια των βιβλιοπωλείων, το βραβείο Hugo, η αφήγηση γεγονότων ενός απώτερου μέλλοντος μιας ανθρωπότητας που έχει πια αφήσει τη Γη και έχει επεκταθεί σε δεκάδες εξωπλανήτες.

Κι όμως, καθώς ο αναγνώστης βουτάει όλο και πιο βαθιά σε αυτόν τον βαθιά σύνθετο και μελετημένο κόσμο όπου τον πετάει ο Σίμονς (ακολουθώντας μαεστρικά την αρχή του «show, don’t tell»), συνειδητοποιεί ότι εδώ έχει να κάνει με κάτι πολύ παραπάνω· με ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα που αποτελεί ταυτόχρονα άσκηση ύφους, που εκτείνεται σε τουλάχιστον έξι άλλα είδη/αφηγηματικά μοτίβα, που είναι γραμμένο σε μια απίστευτη πρόζα, όσο μπορώ τουλάχιστον να αντιληφθώ στο αγγλικό πρωτότυπο, που συνομιλεί μέσω μιας λεπτής διακειμενικότητας με πλήθος άλλων λογοτεχνικών έργων (και όχι μόνο).

Κάπου στον 29ο αιώνα, επτά ταξιδιώτες (ένας ιερέας, ένας απόστρατος αξιωματικός, ένας ποιητής, ένας καθηγητής πανεπιστημίου, μια ιδιωτική ντετέκτιβ, ένας ανώτερος διοικητικός αξιωματούχος, και ο«Ναΐτης» κυβερνήτης ενός τεράστιου δεντροδιαστημόπλοιου), άγνωστοι ως τότε μεταξύ τους, συναντιούνται λίγο πριν φτάσουν σε έναν μακρινό και αφιλόξενο πλανήτη, τον Υπερίωνα, για να σώσουν (;) τον κόσμο από έναν διαπλανητικό πόλεμο ξεκινώντας -εκόντες άκοντες- ένα ιδιότυπο «προσκύνημα» προς τον τόπο όπου βρίσκεται ένα παράξενο ον, θεός και φονική μηχανή μαζί, που σύμφωνα με τον θρύλο μπορεί να πραγματοποιήσει την ευχή ενός από αυτούς σκοτώνοντας ταυτόχρονα τους υπόλοιπους.

Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού, που καταλαμβάνει αφηγηματικά όλο το πρώτο βιβλίο της σειράς, θα διηγηθούν διαδοχικά την ιστορία που έφερε τον καθένα τους στον Υπερίωνα, δίνοντάς μας την ευκαιρία, όχι μόνο να γνωρίσουμε σταδιακά όλο και περισσότερες ψηφίδες αυτού του κόσμου, αλλά και να διαβάσουμε έξι εξαιρετικές εγκιβωτισμένες νουβέλες, η καθεμιά από τις οποίες θα μπορούσε να σταθεί αυτόνομα ως ολοκληρωμένο έργο.

Η ιστορία του χριστιανού ιεραποστόλου που έχει χάσει την πίστη του· η ερωτική σχέση του πολεμιστή με ένα πλάσμα από άλλον χωροχρόνο· η ιστορία της ανόδου και της πτώσης ενός ποιητή· η ιστορία ενός ζευγαριού που βλέπει την χαρισματική του κόρη πρώτα να μεγαλώνει και να γίνεται αρχαιολόγος και μετά να ξαναμικραίνει μέρα τη μέρα μετά από κάτι σαν κατάρα σε μια ανασκαφή στον Υπερίωνα· η νουάρ νουβέλα με το κυβερνοανδροειδές που προσλαμβάνει μια ιδιωτική ντετέκτιβ για να βρει τον δολοφόνο του· το οικολογικό παραμύθι που αφηγείται άλλη μια ιστορία αποικιακής εκμετάλλευσης παράλληλα με έναν έρωτα που εκτυλίσσεται σε δύο χρονικές ταχύτητες· συναρπαστικές όλες τους, αποτελούν παραλλαγές σε γνωστά μοτίβα, με εκείνη τη μικρή -ή μεγαλύτερη- διαφοροποίηση κάθε φορά που τους δίνει φρεσκάδα και πρωτοτυπία και τις ενώνει στην κεντρική πλοκή του βιβλίου.

Ένα βιβλίο που φαινομενικά κλείνει μετέωρα, καθώς η ιστορία που αφηγείται συνεχίζεται στο επόμενο, αλλά ταυτόχρονα αφήνει στο τέλος και ένα αίσθημα ολοκλήρωσης, αφού τελικά σημασία έχει πάντα το ταξίδι (και οι ιστορίες του).

Κάτι θα γίνει, θα δεις, Χρήστος Οικονόμου

14005645.jpg

 

Αυτή η βραβευμένη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου δύσκολα διαβάζεται μονορούφι· στο τέλος κάθε διηγήματος νιώθεις ότι πρέπει να σταματήσεις, να διαβάσεις κάτι άλλο, να κοιτάξεις από το παράθυρο για λίγο για να βγεις από τον πνιγηρό, γεμάτο απόγνωση, κόσμο τους. Γραμμένα λίγο πριν η ελληνική κοινωνία βρεθεί μέχρι το λαιμό μέσα σε αυτό το παρατεταμένο διάστημα «κρίσης» που κοντεύει πια μια δεκαετία, με ήρωες και ηρωίδες που (ψευτο)ζουν σε φτωχογειτονιές του Πειραιά, στα όρια της τρέλας ή και πέρα από αυτά, θυμίζουν ότι ούτε «όλοι μαζί τα φάγαμε» ούτε όλη η χώρα ζούσε «πάνω από τις δυνατότητές της».

Ο ρεαλισμός των διηγημάτων -ιστορίες της διπλανής πόρτας σαν κι αυτές που όλοι έχουμε ακούσει- είναι πραγματικά γροθιά στο στομάχι. Ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την ικανότητα του συγγραφέα να δίνει μια απόλυτα πιστευτή φωνή σε ανθρώπους που σπάνια έχουν αυτή την ευκαιρία, ανθρώπους που δεν τους συμβαίνει κάτι το εξαιρετικό, κάτι το αξιοσημείωτο, κάτι το συνταρακτικό, πέρα από τη ζωή, τη φτώχεια και τη μοναξιά.

Ταυτόχρονα, την γραφή του Οικονόμου μόνο γυμνή δεν μπορείς να την πεις· ακόμη και στα πιο πεζά θέματα, ακόμη και στις πιο κυνικές στιγμές των ιστοριών του, ένας απρόσμενος, αλλά καθόλου άστοχος, λυρισμός κάνει την εμφάνισή του, κι έτσι οι περιπτώσεις των ανθρώπινων ναυαγίων που γεμίζουν τις σελίδες τους παύουν να είναι πια μόνο αυτό, δηλαδή περιπτώσεις, αριθμοί, στατιστικές, και γίνονται άνθρωποι, με τον δικό τους εσωτερικό κόσμο, τις ευαισθησίες και τα όνειρά τους.

Αν υπάρχει κάτι που ίσως με ξένισε σε αυτή τη σπουδαία δουλειά είναι ότι τα περισσότερα διηγήματα της συλλογής διαψεύδουν πανηγυρικά τον τίτλο της· τελικά τίποτα δεν γίνεται ή τουλάχιστον τίποτα που να επαληθεύει τη φαινομενική αισιοδοξία της φράσης του τίτλου. Κανονικά, αυτό θα με ενοχλούσε πολύ περισσότερο, εδώ όμως αυτό το βάλτωμα, αυτή η ακινησία, είναι ουσιαστικό στοιχείο του κλίματος όλων των διηγημάτων, και ο Οικονόμου πετυχαίνει να το αποδώσει σε κάθε επίπεδο.

Γκιακ, Δημοσθένης Παπαμάρκος

23865030.jpg

 

Το Γκιακ είναι ένα σπουδαίο βιβλίο ή έστω ένα βιβλίο που αξίζει πραγματικά να διαβαστεί. Σίγουρα πάντως πρόκειται για ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ.

Όχι όμως λόγω της γλώσσας του· η παράδοση της φωνογραφικής καταγραφής ενός ιδιώματος έχει πάνω από έναν αιώνα ζωής στα ελληνικά γράμματα -εξάλλου εδώ η χρήση μιας ντοπιολαλιάς υπαγορεύεται από το γεγονός ότι επιλέγεται ένας λαϊκός αφηγητής σε κάθε διήγημα της συλλογής ο οποίος υποτίθεται ότι αφηγείται προφορικά σε κάποιο άλλο πρόσωπο μια ιστορία, είτε με τον ίδιο ως πρωταγωνιστή είτε όχι.

Ούτε λόγω του ιστορικού του πλαισίου· είναι τραγικό να εκθειάζουμε σήμερα ένα βιβλίο επειδή τάχα αποκαλύπτει τις γνωστές από πολύ νωρίς θηριωδίες του ελληνικού στρατού στον μικρασιατικό πόλεμο (ο Καραγάτσης ή ο Μυριβήλης νομίζω έχει γράψει ένα σχετικό -και πολύ ωμό- διήγημα). Ακόμη πιο τραγικό βέβαια είναι να τις ανακαλύπτουμε χάρη σε αυτό το βιβλίο.

Ούτε καν επειδή αποτελεί κάποιου είδους αντιπολεμική κραυγή που «δείχνει» (τι φριχτή έκφραση για ένα έργο τέχνης) πόσο καταστρέφει ο πόλεμος τους ανθρώπους και την ψυχή τους· οι ίδιοι οι ήρωες των διηγημάτων που έχουν διαπράξει εγκλήματα στη Μικρασία δεν τα αντιλαμβάνονται ως τέτοια, αλλά ως μια αναγκαιότητα του πολέμου.

Ούτε πάλι επειδή πιάνει τον σφυγμό της ιδιοσυγκρασίας και της κουλτούρας των παλιότερων Αρβανιτών της ρουμελιώτικης υπαίθρου· τα διηγήματα της συλλογής δεν είναι κάποιου είδους όψιμη αναβίωση της νεοελληνικής ηθογραφίας.

Το γεγονός ότι προτάσσονται όλα ή έστω κάποια από τα παραπάνω ως οι κύριοι λόγοι που εξηγούν την επιτυχία του Γκιάκ αφορά περισσότερο την ανυδρία του σύγχρονου λογοτεχνικού τοπίου στην Ελλάδα, καθώς και μια στρεβλή αντίληψη για το τι είναι η λογοτεχνικότητα, και λιγότερο το ίδιο το βιβλίο. Στην πραγματικότητα, όλα τα παραπάνω υπηρετούν απλώς -όσο «απλό» κι αν είναι από μόνο του αυτό- την ουσία των αφηγήσεων που συναντάμε στα διηγήματά του.

Διότι αυτό που διαθέτει το Γκιάκ είναι κυρίως οι ιστορίες του.
Ιστορίες αιματηρές: ένας άντρας που εκδικείται τον βιαστή και φονιά της αγαπημένης του αδερφής, ένας άλλος που εκδικείται τον χαμό του βλάμη του, ένας τρίτος που έφυγε μετανάστης στην Αμερική και έγινε υπάλληλος σε σφαγείο γιατί το μόνο που ήξερε πια ήταν να σκοτώνει.
Ιστορίες κωμικοτραγικές και μακάβριες: για σύκα και παγανιστές, για βρυκόλακες και αποκοτιές.
Ιστορίες ερωτικές και τραγικές: κάποιος που ανακαλύπτει κάπως αργά ότι η αγαπημένη του σώθηκε από τη μικρασιατική καταστροφή, ένα ομοφυλοφιλικό ζευγάρι που γεννιέται στο μικρασιατικό μέτωπο και στην Παραλογή, που είναι γραμμένη σε δεκαπεντασύλλαβους σαν τα ομώνυμα δημοτικά τραγούδια, μια χήρα που ζητά από τον Χάρο να της φέρει πίσω τον άντρα της.

Και φυσικά όλα αυτά δίνονται με μεγάλη δεξιοτεχνία, μέσα από πλήθος αφηγηματικών τεχνασμάτων (αποκρύψεις, επιβραδύνσεις, αποκαλύψεις, επιταχύνσεις κοκ.) που φανερώνουν, μαζί με το καλά μελετημένο μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια ωμό και ανεπεξέργαστο ύφος (το οποίο δεν προλαβαίνει να γίνει μανιέρα και λόγω του μικρού μεγέθους του βιβλίου), μεγάλη λογοτεχνική δεξιοτεχνία και φροντίδα.

Οι οχτώ ιστορίες του Γκιακ μετουσιώνουν με τον καλύτερο τρόπο αυτό που πράγματι λείπει σε μεγάλο βαθμό από το ελληνικό διήγημα: «Πες μια καλή ιστορία και πες την καλά». Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι καθώς τις διάβαζα μου έρχονταν διαρκώς στο νου μερικά από τα καλύτερα διηγήματα ενός μεγάλου μαέστρου του είδους, του Στίβεν Κινγκ.

ΥΓ. Ο Βαγγέλης Μπιτσώρης έχει γράψει μια ιδιοφυή φιλολογική κριτική για το Γκιάκ, στην οποία οφείλω πολλά από όσα έγραψα εδώ.