Κάτι θα γίνει, θα δεις, Χρήστος Οικονόμου

14005645.jpg

 

Αυτή η βραβευμένη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου δύσκολα διαβάζεται μονορούφι· στο τέλος κάθε διηγήματος νιώθεις ότι πρέπει να σταματήσεις, να διαβάσεις κάτι άλλο, να κοιτάξεις από το παράθυρο για λίγο για να βγεις από τον πνιγηρό, γεμάτο απόγνωση, κόσμο τους. Γραμμένα λίγο πριν η ελληνική κοινωνία βρεθεί μέχρι το λαιμό μέσα σε αυτό το παρατεταμένο διάστημα «κρίσης» που κοντεύει πια μια δεκαετία, με ήρωες και ηρωίδες που (ψευτο)ζουν σε φτωχογειτονιές του Πειραιά, στα όρια της τρέλας ή και πέρα από αυτά, θυμίζουν ότι ούτε «όλοι μαζί τα φάγαμε» ούτε όλη η χώρα ζούσε «πάνω από τις δυνατότητές της».

Ο ρεαλισμός των διηγημάτων -ιστορίες της διπλανής πόρτας σαν κι αυτές που όλοι έχουμε ακούσει- είναι πραγματικά γροθιά στο στομάχι. Ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την ικανότητα του συγγραφέα να δίνει μια απόλυτα πιστευτή φωνή σε ανθρώπους που σπάνια έχουν αυτή την ευκαιρία, ανθρώπους που δεν τους συμβαίνει κάτι το εξαιρετικό, κάτι το αξιοσημείωτο, κάτι το συνταρακτικό, πέρα από τη ζωή, τη φτώχεια και τη μοναξιά.

Ταυτόχρονα, την γραφή του Οικονόμου μόνο γυμνή δεν μπορείς να την πεις· ακόμη και στα πιο πεζά θέματα, ακόμη και στις πιο κυνικές στιγμές των ιστοριών του, ένας απρόσμενος, αλλά καθόλου άστοχος, λυρισμός κάνει την εμφάνισή του, κι έτσι οι περιπτώσεις των ανθρώπινων ναυαγίων που γεμίζουν τις σελίδες τους παύουν να είναι πια μόνο αυτό, δηλαδή περιπτώσεις, αριθμοί, στατιστικές, και γίνονται άνθρωποι, με τον δικό τους εσωτερικό κόσμο, τις ευαισθησίες και τα όνειρά τους.

Αν υπάρχει κάτι που ίσως με ξένισε σε αυτή τη σπουδαία δουλειά είναι ότι τα περισσότερα διηγήματα της συλλογής διαψεύδουν πανηγυρικά τον τίτλο της· τελικά τίποτα δεν γίνεται ή τουλάχιστον τίποτα που να επαληθεύει τη φαινομενική αισιοδοξία της φράσης του τίτλου. Κανονικά, αυτό θα με ενοχλούσε πολύ περισσότερο, εδώ όμως αυτό το βάλτωμα, αυτή η ακινησία, είναι ουσιαστικό στοιχείο του κλίματος όλων των διηγημάτων, και ο Οικονόμου πετυχαίνει να το αποδώσει σε κάθε επίπεδο.

Advertisements

Γκιακ, Δημοσθένης Παπαμάρκος

23865030.jpg

 

Το Γκιακ είναι ένα σπουδαίο βιβλίο ή έστω ένα βιβλίο που αξίζει πραγματικά να διαβαστεί. Σίγουρα πάντως πρόκειται για ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ.

Όχι όμως λόγω της γλώσσας του· η παράδοση της φωνογραφικής καταγραφής ενός ιδιώματος έχει πάνω από έναν αιώνα ζωής στα ελληνικά γράμματα -εξάλλου εδώ η χρήση μιας ντοπιολαλιάς υπαγορεύεται από το γεγονός ότι επιλέγεται ένας λαϊκός αφηγητής σε κάθε διήγημα της συλλογής ο οποίος υποτίθεται ότι αφηγείται προφορικά σε κάποιο άλλο πρόσωπο μια ιστορία, είτε με τον ίδιο ως πρωταγωνιστή είτε όχι.

Ούτε λόγω του ιστορικού του πλαισίου· είναι τραγικό να εκθειάζουμε σήμερα ένα βιβλίο επειδή τάχα αποκαλύπτει τις γνωστές από πολύ νωρίς θηριωδίες του ελληνικού στρατού στον μικρασιατικό πόλεμο (ο Καραγάτσης νομίζω έχει γράψει ένα σχετικό -και πολύ ωμό- διήγημα). Ακόμη πιο τραγικό βέβαια είναι να τις ανακαλύπτουμε χάρη σε αυτό το βιβλίο.

Ούτε καν επειδή αποτελεί κάποιου είδους αντιπολεμική κραυγή που «δείχνει» (τι φριχτή έκφραση για ένα έργο τέχνης) πόσο καταστρέφει ο πόλεμος τους ανθρώπους και την ψυχή τους· οι ίδιοι οι ήρωες των διηγημάτων που έχουν διαπράξει εγκλήματα στη Μικρασία δεν τα αντιλαμβάνονται ως τέτοια, αλλά ως μια αναγκαιότητα του πολέμου.

Ούτε πάλι επειδή πιάνει τον σφυγμό της ιδιοσυγκρασίας και της κουλτούρας των παλιότερων Αρβανιτών της ρουμελιώτικης υπαίθρου· τα διηγήματα της συλλογής δεν είναι κάποιου είδους όψιμη αναβίωση της νεοελληνικής ηθογραφίας.

Το γεγονός ότι προτάσσονται όλα ή έστω κάποια από τα παραπάνω ως οι κύριοι λόγοι που εξηγούν την επιτυχία του Γκιάκ αφορά περισσότερο την ανυδρία του σύγχρονου λογοτεχνικού τοπίου στην Ελλάδα, καθώς και μια στρεβλή αντίληψη για το τι είναι η λογοτεχνικότητα, και λιγότερο το ίδιο το βιβλίο. Στην πραγματικότητα, όλα τα παραπάνω υπηρετούν απλώς -όσο «απλό» κι αν είναι από μόνο του αυτό- την ουσία των αφηγήσεων που συναντάμε στα διηγήματά του.

Διότι αυτό που διαθέτει το Γκιάκ είναι κυρίως οι ιστορίες του.
Ιστορίες αιματηρές: ένας άντρας που εκδικείται τον βιαστή και φονιά της αγαπημένης του αδερφής, ένας άλλος που εκδικείται τον χαμό του βλάμη του, ένας τρίτος που έφυγε μετανάστης στην Αμερική και έγινε υπάλληλος σε σφαγείο γιατί το μόνο που ήξερε πια ήταν να σκοτώνει.
Ιστορίες κωμικοτραγικές και μακάβριες: για σύκα και παγανιστές, για βρυκόλακες και αποκοτιές.
Ιστορίες ερωτικές και τραγικές: κάποιος που ανακαλύπτει κάπως αργά ότι η αγαπημένη του σώθηκε από τη μικρασιατική καταστροφή, ένα ομοφυλοφιλικό ζευγάρι που γεννιέται στο μικρασιατικό μέτωπο και στην Παραλογή, που είναι γραμμένη σε δεκαπεντασύλλαβους σαν τα ομώνυμα δημοτικά τραγούδια, μια χήρα που ζητά από τον Χάρο να της φέρει πίσω τον άντρα της.

Και φυσικά όλα αυτά δίνονται με μεγάλη δεξιοτεχνία, μέσα από πλήθος αφηγηματικών τεχνασμάτων (αποκρύψεις, επιβραδύνσεις, αποκαλύψεις, επιταχύνσεις κοκ.) που φανερώνουν, μαζί με το καλά μελετημένο μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια ωμό και ανεπεξέργαστο ύφος (το οποίο δεν προλαβαίνει να γίνει μανιέρα και λόγω του μικρού μεγέθους του βιβλίου), μεγάλη λογοτεχνική δεξιοτεχνία και φροντίδα.

Οι οχτώ ιστορίες του Γκιακ μετουσιώνουν με τον καλύτερο τρόπο αυτό που πράγματι λείπει σε μεγάλο βαθμό από το ελληνικό διήγημα: «Πες μια καλή ιστορία και πες την καλά». Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι καθώς τις διάβαζα μου έρχονταν διαρκώς στο νου μερικά από τα καλύτερα διηγήματα ενός μεγάλου μαέστρου του είδους, του Στίβεν Κινγκ.

ΥΓ. Ο Βαγγέλης Μπιτσώρης έχει γράψει μια ιδιοφυή φιλολογική κριτική για το Γκιάκ, στην οποία οφείλω πολλά από όσα έγραψα εδώ.

Small Great Things, Jodi Picoult

28587957.jpg

 

Τι θα γινόταν σήμερα αν ένα ζευγάρι Αμερικανών «χρυσαυγιτών» έβλεπε μια Αφροαμερικανή μαία (η οποία πιστεύει στις ίσες ευκαιρίες και κρατά αποστάσεις από την κοινότητά της) να φροντίζει στο μαιευτήριο το νεογέννητό τους; Μα φυσικά θα ζητούσαν την αντικατάστασή της. Και αν το νεογέννητό τους πέθαινε την επόμενη μέρα από ανακοπή καρδιάς στα χέρια σχεδόν αυτής της μαίας;
Από αυτό το μαγικό «αν» ξεκινάει ουσιαστικά το βιβλίο «Small Great Things» («Μικρά, σημαντικά πράγματα» στην ελληνική έκδοση του Ψυχογιού), του οποίου η πρωτότυπη έκδοση έπεσε στα χέρια μου σχεδόν συμπτωματικά και χωρίς να ξέρω τίποτα για τη συγγραφέα του (λευκή και πολύ διάσημη εντέλει) ή για το ίδιο, πέρα από τη σύντομη περιγραφή του στο Goodreads και το γεγονός ότι ήταν πέρσι μεγάλη εκδοτική επιτυχία στις ΗΠΑ.
Προφανώς είναι ένα μυθιστόρημα για τις φυλετικές διακρίσεις, είναι όμως εξαιρετικά καλογραμμένο (διαβάζεται άνετα σαν δικαστικό θρίλερ), αποφεύγει τις εύκολες λύσεις (με εξαίρεση κάνα δυο σημεία στο τέλος, παρότι κι αυτά δεν είναι εξωπραγματικά) και δεν διαπνέεται, όπως θα ήταν αναμενόμενο, από ιδιαίτερο διδακτισμό, αντίθετα αφήνει τα γεγονότα -και τους ήρωες- να μιλήσουν.
Αυτό το τελευταίο μάλιστα είναι και μια από τις μεγαλύτερες αρετές του βιβλίου· η συγγραφέας έχει επιλέξει να μοιράσει την αφήγηση σε τρεις εναλλασσόμενους πρωτοπρόσωπους αφηγητές, τη μαία, τον πατέρα του νεογέννητου και τη λευκή δικηγόρο της νομικής βοήθειας που αναλαμβάνει την υπεράσπιση της μαίας. Μέσα από τα μάτια τους λοιπόν παρακολουθούμε τα γεγονότα της υπόθεσης -συχνά μάλιστα δίνεται το ίδιο γεγονός από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες- αλλά και σκηνές από το παρελθόν τους που συνδέονται με τα τεκταινόμενα.
Σε μια τέτοια ιστορία υπάρχει πάντα ο κίνδυνος οι χαρακτήρες να καταντήσουν απλώς στερεότυπα: ο πωρωμένος νεοναζί, η κατατρεγμένη μαύρη, η δικαιωματική δικηγόρος. Ευτυχώς εδώ, με τη βοήθεια των διαφορετικών πρωτοπρόσωπων οπτικών, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Όχι ότι το βιβλίο δεν παίρνει θέση για το πού βρίσκεται το δίκιο, αλλά ψάχνει να βρει αίτια για το πώς καταντάει κάποιος φασίστας, για το πώς άνθρωποι από καταπιεσμένες κοινότητες ψάχνουν απεγνωσμένα -και μάταια- να ενσωματωθούν στην κυρίαρχη, για το ποια είναι τα κίνητρα όσων στηρίζουν και βοηθούν αυτούς τους ανθρώπους.
Υπάρχουν πολλά σημεία στο βιβλίο που είναι συγκλονιστικά, όπως για παράδειγμα η μύηση του πατέρα στον κόσμο των Αμερικανών φασιστών και η περιγραφή του τρόπου ζωής και σκέψης τους, που θυμίζουν σε βαθμό ταύτισης όσα ξέρουμε για τους χρυσαυγίτες, ή η αντιμετώπιση των Αφροαμερικανών από το σύστημα ή οι δεσμοί εντός της αφροαμερικανικής κοινότητας.
Χωρίς να έχω κάποια γνώση της αμερικανικής κοινωνίας από πρώτο χέρι δεν μπορώ να βεβαιώσω ότι το βιβλίο είναι ρεαλιστικό, είναι όμως πειστικό με βάση όσα γνωρίζω για αυτήν από διάφορες πηγές. Μια κοινωνία υποκριτική, ταξική και γεμάτη κρυφές και φανερές διακρίσεις και αποκλεισμούς.
Και μόνο για τη συζήτηση που άνοιξε το βιβλίο αυτό, τη στιγμή που την άνοιξε (2016), πρόκειται για ένα μικρό σημαντικό πράγμα.

Μια δροσερή Τρικυμία

f4d2a59480964090d1126adf450c1089 (1)

Αν για τον Σαίξπηρ “όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή, κι όλοι οι άνθρωποι απλώς ηθοποιοί, με τις εξόδους και τις εισόδους τους”, τότε, λαμβάνοντας υπόψη και τους ειδικούς που ισχυρίζονται ότι η “Τρικυμία” είναι το τελευταίο έργο του, η έξοδος του Σαίξπηρ από τον κόσμο του θεάτρου έχει πολλά να μας πει για το πώς είδε τη σταδιοδρομία του σ’ αυτόν ο ίδιος ο Βάρδος· στο τέλος της πορείας αυτής ετοιμάζεται να επιστρέψει δικαιωματικά εκεί που του αξίζει, στη γαλήνη, την αναγνώριση και την ευτυχία, χάρη στη δύναμη της μαγείας του, της ποιητικής του δηλαδή τέχνης, που γέννησε τρικυμίες, ερωτικά σμιξίματα και τιμωρίες σφετεριστών, ζητώντας στην ακροτελεύτια φράση του έργου συγχώρεση από το κοινό για τα λάθη του. Κι όλα αυτά με μια αλαφράδα που συνταιριάζει το τραγικό με το κωμικό, το σοβαρό με το αστείο, τη φαντασία με την πραγματικότητα.

Αυτήν ακριβώς την αλαφράδα, αλλά και την αλληγορία, του έργου αποδίδει με έναν εξαιρετικά ευφάνταστο τρόπο η Push Your Art Company στη δική της απόδοση αυτού του κλασικού κειμένου. Πρόκειται για μια φρέσκια παράσταση της Κικής Στρατάκη που κατορθώνει, όχι απλώς να μην εμφανιστεί φτωχή και αδύναμη λόγω των αυτονόητων περιορισμών που επιβάλλει η ίδια η φύση μιας τοπικής θεατρικής ομάδας, αλλά αντίθετα να τους αξιοποιήσει με μεγάλη δημιουργικότητα και εφευρετικότητα.

Έτσι, τα μινιμαλιστικά σκηνικά που φέρνουν κάτι από την arte povera (τσουβάλια, ξύλινα καδρόνια που κρέμονται από την οροφή, ένα μπουγαδόσχοινο) χρησιμοποιούνται ποικιλοτρόπως “σημαίνοντας” κάθε φορά κάτι διαφορετικό, με τη βοήθεια της μαγείας του θεάτρου, έτσι όπως ο Πρόσπερος με τη βοήθεια της δικής του μαγείας μεταμορφώνει αντικείμενα και ελέγχει τα στοιχεία της φύσης. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κοστούμια, που υπαινίσσονται τους διάφορους χαρακτήρες στους οποίους εναλλάσσεται ο ολιγομελής θίασος των πέντε ηθοποιών, αντί να τους ντύνουν με μεγαλόπρεπες, “ρεαλιστικές” στολές, αφήνοντας τα υπόλοιπα στη φαντασία του κοινού.

Οι πέντε αυτοί ηθοποιοί, που μοιράζονται όλους τους ρόλους ενός πολυπληθούς έργου σαν κι αυτό, πετυχαίνουν τη μετάβαση από τον ένα στον άλλο με αξιοσημείωτη άνεση, χωρίς αυτή να ξενίζει καθόλου. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τη σκηνοθετική επιλογή να υποδυθεί το ρόλο του γέρου Πρόσπερου (του alter ego του Σαίξπηρ) η Σοφία Σακελλαρίου, η οποία, παρά τα αναπόφευκτα λαθάκια της πρεμιέρας, απέφυγε τη μανιέρα, δίνοντάς μας έναν Πρόσπερο ανθρώπινο, που είναι έτοιμος πια να αφήσει τη μαγεία του και να ξαποστάσει επιτέλους.

Πολύ καλός ο Πέτρος Φραγκόπουλος ως Καλιμπάν, με κίνηση και εκφορά λόγου που απέδιδαν πλήρως τη φύση και το χαρακτήρα αυτού του πλάσματος το οποίο αναπαριστά τη σκοτεινή πλευρά του ποιητή, το ζωώδες και τα ελαττώματά του, ενώ ο Μάριος Μεβουλιώτης είναι εξαιρετικός σε όλους τους πολύ διαφορετικούς ρόλους που υποδύεται. Η Θωμαή Ουζούνη, τέλος, πείθει απόλυτα ως δεκαπεντάχρονη Μιράντα. Όλοι τους αποφεύγουν τον στόμφο και στο στόμα τους η πολύ καλή μετάφραση ενός από τα πιο ποιητικά έργα του Άγγλου δραματουργού δεν ακούγεται σχεδόν ποτέ γλυκερή ή υπέρ του δεόντως λυρική.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στη Rhiannon Morgan, που εκτός από το ότι δούλεψε πολύ καλά την κίνηση των ηθοποιών στη σκηνή, έπαιξε έναν Άριελ με όλη εκείνη την παιδικότητα και ταυτόχρονα την αποστασιοποίηση που απαιτούσε αυτό το παιχνιδιάρικο πνεύμα. Το υπερφυσικό του στοιχείο παρουσιάζεται έξυπνα με το σκηνοθετικό εύρημα να ακούγονται με voice-over πολλά από τα λόγια του, ενώ τα όποια οπτικά εφέ στην εμφάνισή του υποκαθίστανται από τη χορογραφία της κίνησης.

Η σκηνοθεσία βασίζεται σε μια σκηνική ροή κατά την οποία τα όρια ανάμεσα στις πράξεις του έργου, τις σκηνές και τους διαφορετικούς χώρους είναι ακαθόριστα, ρευστά και απατηλά, αξιοποιώντας πλήρως την πρωτότυπη μουσική του Θεόδωρου Αλβανού και τους φωτισμούς του Πολύβιου Σερδάρη. Χαρακτηριστική είναι η μετάβαση από το καράβι στο νησί του Πρόσπερου στην αρχή του έργου, όπου ο θεατής βλέπει μπροστά του την πρώτη από τις πολλές μεταμορφώσεις των ηθοποιών στην παράσταση. Των ηθοποιών που, όταν δεν παίζουν, δεν εξαφανίζονται στα παρασκήνια, αλλά παραμένουν θεατές των δρωμένων στη σκηνή, ενισχύοντας έτσι την αίσθηση ότι αυτό που παρακολουθούμε είναι μια αλληγορία της θεατρικής ζωής του Βάρδου.

Γενικά, η παράσταση είναι σφιχτοδεμένη και κυλάει ευχάριστα μέχρι το τέλος όπου ο Πρόσπερος-Σαίξπηρ ουσιαστικά παραδίδει την τέχνη του στο κοινό, “κτήμα ες αεί”. Μοναδικές ίσως παραφωνίες, μια σχεδόν ανεπαίσθητη έλλειψη ρυθμού που παρατηρήσαμε στην αρχή της παράστασης και κάποιες σκηνές με τον Στέφανο και τον Τρίνκουλο που βρίσκονταν -ίσως αναγκαστικά- ελαφρώς έξω από το κλίμα του υπόλοιπου έργου, χωρίς όμως να αλλάζουν ουσιαστικά την τελική εικόνα ότι πρόκειται πράγματι για μια παράσταση “από το υλικό με το οποίο είναι φτιαγμένα τα όνειρα.” Προτείνεται σε εραστές του σαιξπηρικού έργου και μη.

Ταυτότητα παράστασης

«Η Τρικυμία»
του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

από την Push Your Art Company
Για 9 παραστάσεις (8-24 Απριλίου 2016)

Συντελεστές
Μετάφραση: Νίκος Χατζόπουλος
Σκηνοθεσία: Κική Στρατάκη
Πρωτότυπη μουσική: Θεόδωρος Αλβανός
Σκηνικά – κοστούμια: Πέτρος Φραγκόπουλος, Μίλτος Δίγκας
Επιμέλεια κίνησης: Rhiannon Morgan
Επιμέλεια φωτισμών: Πολύβιος Σερδάρης
Βοηθός σκηνοθέτη – Οργάνωση παραγωγής: Κωνσταντίνος Γκαϊτατζής
Φωτογραφίες – video: Ιωάννα Τοκμακίδου
Trailer: Γαβρήλος Ψαλτάκης
Παραγωγή: Push Your Art Company

Ερμηνεύουν οι: Μάριος Μεβουλιώτης, Rhiannon Morgan, Θωμαή Ουζούνη, Σοφία Σακελλαρίου, Πέτρος Φραγκόπουλος

Παραστάσεις
8-9-10, 15-16-17, 22-23-24 Απριλίου 2016
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Παρασκευή-Σάββατο στις 21:00 και Κυριακή στις 19:00
Διάρκεια: 90’
Εισιτήρια: 12 ευρώ (κανονικό), 8 ευρώ (φοιτητικό, ανέργων)
Πληροφορίες – κρατήσεις: 2310829254

Facebook event: https://www.facebook.com/events/1673738562885632/

Θα Υπάρξει Νύστα

Ο τίτλος απευθύνεται σε όσους (τυχερούς) δεν έχουν δει ακόμα την ταινία «There Will Be Blood» και σκέφτονται να το επιχειρήσουν. Όσοι πάλι την είδαν και τους άρεσε (και είναι υπερβολικά πολλοί αυτοί, αφού στο imdb η ταινία βρίσκεται ήδη στην 44η θέση ανάμεσα στις 250 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών),  μπορούν να μου εξηγήσουν τους λόγους και σε μένα, που θεωρούμαι εν γένει πολύ επιεικής με τις ταινίες που βλέπω, αλλά με τη συγκεκριμένη περίμενα πώς και πώς να τελειώσει;

Οι Ζωές των Άλλων (ή, Μήπως, «των Ίδιων»;)

Τη χθεσινή καυτή νύχτα αξιωθήκαμε επιτέλους να δούμε στον «Αλέξανδρο», το θερινό σινεμά της Δράμας, αυτή τη γερμανική ταινία που συζητήθηκε τόσο πολύ φέτος. Τα απρόοπτα δεν έλειψαν βέβαια ούτε και χτες, και πώς θα μπορούσαν σε ένα θερινό σινεμά: έσκισα το πανί μιας καρέκλας στην οποία έκατσα για λίγο, πετυχαίνοντας το δύο στα δύο, αφού την είχα ξαναπάθει και την προηγούμενη φορά που πήγα (όχι, δεν είμαι 150 κιλά, είναι σάπια τα πανιά!), τα κουνούπια εφορμούσαν στους γλυκοαίματους διπλανούς μου με αποτέλεσμα να αναμιχθεί η υπέροχη μυρωδιά του γιασεμιού με τα απαραίτητα αντικουνουπικά, τα σκυλιά έξω από το σινεμά να έχουν στήσει συναυλία, αλλά γενικά ήμασταν μια ωραία ατμόσφαιρα:-)

Ωραία η ταινία, χωρίς βέβαια να είναι κάποιο αριστούργημα. Καλές ερμηνείες, ενδιαφέρον σενάριο, ακαδημαϊκή σχεδόν σκηνοθεσία, και φυσικά «νόημα» (εντάξει, δεν έφτανε στα άκρα με το να είναι στρατευμένη ή δασκαλίστικη). Η σκηνή όμως που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση καθώς την παρακολουθούσα και εξακολουθεί να τριβελίζει στο μυαλό μου είναι μια σκηνή στην αρχή σχετικά της ταινίας που θα μπορούσε να περάσει και απαρατήρητη ή να θεωρηθεί ότι απλά συμπληρώνει την εικόνα της μυστικοπάθειας που επικρατούσε στη ΛΔΓ, αλλά έστειλε τη δική μου σκέψη σε τελείως άλλους δρόμους…

Όταν η ομάδα της Στάζι φυτεύει κρυφά κοριούς στο διαμέρισμα ενός θεατρικού συγγραφέα, ο λοχαγός που προΐσταται της ομάδας (και πρωταγωνιστής της ταινίας) χτυπά την πόρτα της γειτόνισσας που προφανώς κοιτούσε από το ματάκι τις δραστηριότητές τους και την απειλεί ότι αν πει σε κάποιον οτιδήποτε σχετικά με αυτό που είδε, η κόρη της θα χάσει τη δουλειά της στο Πανεπιστήμιο. Το ίδιο -μάλλον- βράδυ ο συγγραφέας που έχει γενέθλια, παίρνει δώρο από τη σύντροφό του μια γραβάτα για να τη φορέσει στο πάρτυ που θα ακολουθήσει. Η ίδια ισχυρίζεται ότι δεν θα μπορέσει να τη δέσει, ενώ αυτός πηγαίνοντας στον καθρέφτη του χωλ επιμένει ότι μπορεί. Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθειά όμως ανοίγει κρυφά την εξώπορτα και φωνάζει τη γειτόνισσα να τον βοηθήσει. Πραγματικά, η μεσόκοπη κυρία δένει τη γραβάτα και ο συγγραφέας της λέει συνομωτικά να μην το πει σε κανέναν ότι τον βοήθησε και ότι αυτό θα είναι το δικό τους μυστικό ρωτώντας την αν ξέρει να κρατά μυστικά.

Εντάξει, το προφανές είναι ότι η όλη στιχομυθία κυριαρχείται από τραγική ειρωνεία, αλλά δε στέκομαι εκεί. Για μένα αυτή η σκηνή δείχνει ανάγλυφα πόσο εύκολα οι άνθρωποι μπορούμε να πούμε ψέματα, να κρυφτούμε, να συνομωτήσουμε προκειμένου να πετύχουμε κάτι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο κατά τα άλλα «καλός» της ιστορίας δε διστάζει να κοροϊδέψει τη σύντροφό του για να μην καταλάβει αυτή ότι ο ίδιος δεν ξέρει να δένει γραβάτες. Όταν λοιπόν στα μικρά οι άνθρωποι δείχνονται τέτοιοι, τι περιμένουμε στα μεγάλα; Γι’ αυτό μου τη σπάει όταν ακούω να λένε για «απάνθρωπους» ή «κτήνη»: όλοι έχουμε μέσα τη δυνατότητα να φερθούμε έτσι. Άλλα πράγματα είναι που καθορίζουν αν αυτό τελικά συμβεί ή όχι…