Παρεξηγήσεις 3

Από το πρωί είχε σκάσει με τους ηλίθιους που την έπρηζαν στο γραφείο. Πώς γινόταν κάθε φορά και έφταιγε αυτή για όλα; Είχε προσληφθεί ως γραμματέας και της ανέθεταν ευθύνες αντιπροέδρου. Και τι έπαιρνε; Τον βασικό και καμιά υπερωρία. Το μόνο που σκεφτόταν τώρα ήταν το σπανακόρυζο που θα έφτιαχνε μόλις εφτανε στο σπίτι. Το λάτρευε από μικρή και ήταν το πρώτο φαγητό που είχε μάθει να φτιάχνει. Είχε αγοράσει κάτι φρεσκότατα σπανάκια από το μανάβη χτες και την περίμεναν στο ψυγείο.

Όταν έφτασε σπίτι, πήγε κατευθείαν στο ψυγείο για τα σπανάκια. Περίεργο… Δεν τα έβρισκε πουθενά. Ούτε στο πάνω ράφι ούτε στο κάτω ούτε στο συρτάρι με τα λαχανικά.

«Μαρία!» φώναξε την ωμοφάγο συγκάτοικό της. «Είχα κάτι σπανάκια στο ψυγείο. Μήπως ξέρεις τι έγιναν;»

Μετά από κάποια εύγλωττα δευτερόλεπτα σιωπής, το σγουρό κεφάλι της Μαρίας πρόβαλλε από την πόρτα του δωματίου της με ένοχο ύφος: «Τα έκανα σαλάτα…»

Advertisements

Παρεξηγήσεις

Ο Μαέστρος της Μικτής Τετραφωνικής Χορωδίας Φρούτων και Λαχανικών στάθηκε απέναντι στις μπανάνες σοπράνο, τις άλτο μελιτζάνες του, τους μαϊντανούς τενόρους του και τα μπάσσα λάχανα και ετοιμάστηκε για την πρόβα. Προσπαθούν τις μέρες αυτές να βγάλουν τη μεγάλη επιτυχία του Μάνου Πρασινάκη, «Ρίχνω το μανάβη στο πηγάδι.» Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που μπήκαν στη δεύτερη στροφή και τα λάχανα. Οι δυνατές τους φωνές σκέπαζαν όλους τους άλλους και ο Μαέστρος, αφού είδε ότι δεν καταλάβαιναν τις χειρονομίες του, αναγκάστηκε να χτυπήσει το αναλόγιό του και να πει στεγνά:

«Σιγά τα λάχανα!»