Αυτό το κείμενο δεν είναι για τον ΟΑΣΘ, είναι για σένα

img_20150311_183918_0_0

(Πρώτη δημοσίευση 05/09/2016, στο alterthess)

Ναι, για σένα, που το πρώτο πράγμα που σου ήρθε να πεις ήταν “Καλά να πάθει η τζαμπατζού”, όταν είδες το βίντεο με την κοπέλα που τη στριμώχνει σε μια γωνιά του λεωφορείου ένας ελεγκτής με τα διπλά της κιλά.

Για σένα, που πιο σημαντικό θεωρείς το να πληρώσει πρόστιμο επειδή δεν έκοψε εισιτήριο, και όχι το ότι οι ελεγκτές προβαίνουν σε παράνομη κράτηση και ασκούν προφανέστατη λεκτική, ψυχολογική και σωματική βία.

Για σένα, που μπροστά σε ένα κεφαλοκλείδωμα από έναν άγνωστο σε μια κοπέλα λες “ναι, εντάξει, όχι κι έτσι, αλλά εμείς που πληρώνουμε εισιτήριο είμαστε κορόιδα;”, και για σένα, που αντί για τη βία των ελεγκτών, προτιμάς να κατακρίνεις τη “χαζομάρα” κάποιας πανικόβλητης γυναίκας που πάει να βγει από το παράθυρο του λεωφορείου.

Και βέβαια, για σένα, που ταυτίστηκες με τον άλλο ελεγκτή όταν, σαν παλιός γυμνασιάρχης, τη ρωτάει φωνάζοντας αν μιλάει έτσι στον πατέρα της, κουνώντας απειλητικά την παλάμη του.

Σου έχω νέα, μικρέ μου ανθρωποφάγε. Τα έχεις μπερδέψει λίγο. Και αυτό από μόνο του δεν θα ήταν και τόσο κακό, αν δεν μου δημιουργούσε τη φριχτή υποψία ότι θα φερθείς ανάλογα -χωρίς δηλαδή καμία αναλογικότητα ανάμεσα στη δράση του άλλου και στη δική σου αντίδραση- και ο ίδιος ή η ίδια αν, έχοντας μια οποιαδήποτε μεγάλη ή μικρή “εξουσία”, βρεθείς σε μια παρόμοια κατάσταση• με την προϋπόθεση ότι θα σε παίρνει βέβαια, αφού δεν είναι καιροί να τα βάζουμε με ανθρώπους στους οποίους το να επιβληθούμε δεν είναι εκ των προτέρων δεδομένο (σκέψου μόνο τι θα έκαναν οι αγαπημένοι σου ελεγκτές αν στη θέση της νεαρής βρισκόταν γυμνασμένος άντρας ύψους 1,90).

Επειδή ακριβώς λοιπόν το “μπέρδεμά” σου είναι κοινωνικά προβληματικό, ή μάλλον αντικοινωνικό αν θέλουμε να ακριβολογούμε, θα σου προτείνω κάτι• πάρε εκείνη την παλιά ζυγαριά την οποία είμαι σίγουρος ότι χρησιμοποιείς για να κρίνεις κάθε πράξη των άλλων (ξέρεις μωρέ ποια λέω, εκείνη που είναι σαν το σύμβολο του ζωδιακού Ζυγού και στη μια της μεριά βάζεις πάντα κάτι που μετριέται με λεφτά), και βάλε στη μια μεριά το απλήρωτο εισιτήριο του ενός ευρώ. Στην άλλη βάλε το άδειασμα του λεωφορείου από τους άλλους επιβάτες, το κλείσιμο των θυρών του λεωφορείου, την παράνομη κράτηση πολίτη, τον όγκο του ενός ελεγκτή πάνω από μια καταφανώς πιο μικρόσωμη γυναίκα, το κεφαλοκλείδωμά του, τις φωνές των ελεγκτών, την επίκληση της τυχόν συμπεριφοράς της κοπέλας προς τον πατέρα της (αλήθεια, αν η κοπέλα δεν είχε πατέρα, αν είχε πεθάνει, αν ήταν κατάκοιτος και χίλια δυο άλλα, πώς θα ένιωθε ο ελεγκτής;), το τράβηγμα των ποδιών της από τον ελεγκτή όταν εκείνη πάει να βγει από το παράθυρο, το “Ας πέσει, αν είναι τόσο χαζή” χωρίς καμία προσπάθεια να ηρεμήσει ένα άτομο που βρίσκεται σε πανικό.

Εντάξει, τα έβαλες; Τι λέει, πόσο βαραίνει εκείνο το εισιτήριο;

Ευπειθώς Αναφέρω

Είχε βρει καινούριο χόμπι. Του έφτανε μόνο μια κάρτα μηνιαίων διαδρομών και ένα από τα λεωφορεία του ΟΑΣΘ. Πήγαινε σε κάποιον από τους τερματικούς σταθμούς, διάλεγε ένα μισογεμάτο αστικό και έμπαινε μέσα. Καθόταν πίσω και περίμενε, κοιτάζοντας τους επιβάτες που ανέβαιναν. Όταν εντόπιζε το θύμα του, σηκωνόταν και πήγαινε στον οδηγό. Προσέχοντας μην τον ενοχλήσει σε στιγμή που έπαιρνε κάποια στροφή ή έκανε μανούβρα, του απηύθυνε το λόγο με την ίδια πάντα φράση: «Ακολουθώντας την προτροπή του κυλιόμενου οπτικού μηνύματος που λέει «Αναφέρατε στον οδηγό κάθε παράξενη ή παράνομη συμπεριφορά άλλου επιβάτη» θα ήθελα να σας αναφέρω ότι ένας/μία επιβάτης/ιδα…» κι έπειτα συνέχιζε με τη συγκεκριμένη παράξενη συμπεριφορά που είχε εντοπίσει.

Μέχρι τώρα είχε αναφέρει μια κυρία με παλιομοδίτικο πουά φόρεμα, γύρω στα 55, που κρατούσε ένα ροζ χαρτί και έκλαιγε, έναν ηλικωμένο που μιλούσε στην παλάμη του φιλώντας τη κάθε τόσο, μια μαθήτρια που έξυνε σαν τρελή την αριστερή της γάμπα, κάποιον τουρίστα που χαμογελούσε σε όλους γύρω του, ένα ζευγάρι γύρω στα 30 που διάβαζε γιαπωνέζικα ποιήματα, έναν παπά που σηκώθηκε για να καθίσει μια νεαρή τοξικομανής, τρεις νεαρούς που φορούσαν ο καθένας δύο διαφορετικά παπούτσια, ένα αθλητικό και ένα σκαρπίνι, δυο δεκαεξάχρονες φίλες που μπήκαν στο λεωφορείο χέρι-χέρι και δεν αντάλλαξαν κουβέντα για 20 λεπτά. Θα ανέφερε στον οδηγό και έναν γονιό που άκουγε σοβαρός την πεντάχρονη κόρη του να του εξηγεί ότι η θάλασσα είναι ο ιδρώτας  του φεγγαριού καθώς το χτυπάει ο ήλιος με τις ακτίνες του, αλλά του φάνηκε πως θα πήγαινε πολύ.

Συνήθως οι οδηγοί τον κοιτούσαν με ένα βλέμμα που δεν μπορούσε να το εξηγήσει κι αυτός πήγαινε στη θέση του έχοντας κάνει το καθήκον του. Υπήρξαν όμως φορές που τον ευχαρίστησαν και τους είδε να λένε κάτι στον ασύρματό τους.

Η τελευταία φορά που εξάσκησε το χόμπι του ήταν σε ένα βραδυνό δρομολόγιο κατά το οποίο ανέφερε στον οδηγό κάποιον διοπτροφόρο με γένια που σφύριζε τη Μικρή Νυχτερινή Μουσική του Μότσαρτ. Δεν είχε προλάβει να επιστρέψει στη θέση του όταν, κάνοντας μεταβολή, πήγε στον οδηγό και του είπε: «Επίσης θα ήθελα να σας αναφέρω ότι κάθε μέρα μπαίνω σε λεωφορεία του ΟΑΣΘ και αναφέρω στους οδηγούς επιβάτες με παράξενη συμπεριφορά.»

Βρίσκεις και Κάνεις;

Πριν μια ώρα μπήκα σε ένα μισογεμάτο λεωφορείο της γραμμής 51 του ΟΑΣΘ στο σταθμό του ΟΣΕ. Λίγο πριν ξεκινήσει, κι αφού ο οδηγός είχε ήδη κλείσει τις πόρτες, εμφανίζονται έξω από το λεωφορείο 5-6 παιδιά 14-15 χρονών, μάλλον τσιγγανάκια, αν κρίνω από τα χαρακτηριστικά τους, με αθλητικούς σάκους σαν να γύριζαν από κάποια προπόνηση. Ο οδηγός, σχετικά απρόθυμα, άνοιξε τις πόρτες και κάπου εκεί άρχισε το θέατρο του παραλόγου. Τα παιδιά δεν είχαν καλά-καλά καθίσει στις θέσεις τους και εκείνος άρχισε να τους ζητά επιτακτικά να κόψουν εισιτήριο, απειλώντας τους ότι στην επόμενη στάση θα τους κατεβάσει αν δεν το κάνουν. Ακόμη κι όταν κάποιοι από τους εφήβους πήγαν στο μηχάνημα για να κόψουν εισιτήριο, αυτός συνέχισε το βιολί του και μάλιστα ζητούσε να του πάνε το εισιτήριο που έκοψαν για να το δει.

Καθώς κάποια από τα παιδιά δεν έκοβαν εισιτήριο είτε επειδή δεν είχαν ψιλά είτε για δικούς τους λόγους, εξακολούθησε να τα απειλεί ότι θα τα κατεβάσει. Αυτό γινόταν για περίπου 4-5 στάσεις. Ε, δεν άντεξα. Του είπα να σταματήσει να κάνει παρατηρήσεις στους νεαρούς γιατί δεν είναι δουλειά του να ελέγχει ούτε τα εισιτήρια των επιβατών ούτε το ποιος έκοψε ή όχι εισιτήριο. Δουλειά του είναι να οδηγεί με ασφάλεια.

«Εμένα,» του λέω, «γιατί δε μου είπατε τίποτα που δε χτύπησα εισιτήριο;»

«Αν δε χτύπησες, να χτυπήσεις κι εσύ!»

«Έχω κάρτα,» του απαντώ, «αλλά δεν είναι εκεί το θέμα.»

«Αν έχεις κάρτα, να τη δω,» μου αντιγύρισε ο αθεόφοβος!!!

Εννοείται ότι δεν του την έδειξα, και όταν του είπα ότι αυτό είναι δουλειά των ελεγκτών, άλλαξε τροπάριο, λέγοντάς μου ότι δε θέλει να δουλεύει τζάμπα ούτε να νιώθει ηλίθιος που κάποιοι δεν πληρώνουν. «Εσύ, που έχεις κάρτα, δεν νιώθεις κορόιδο που άλλοι δεν πληρώνουν;»  με ρώτησε, λες και εγώ ξέρω ποιοι πληρώνουν και ποιοι όχι.

Το πράγμα πήγε σε αυτό το μοτίβο μέχρι μια στάση πριν κατέβω. Τότε του το πέταξα:

«Αλλά έτσι είναι! Ας ήταν ξανθά τα παιδιά και δε θα έλεγες κουβέντα. Είναι μαυριδερά όμως και νόμιζες σε έπαιρνε να μιλήσεις.» Μετά από αυτό αυτός δεν είπε κουβέντα κι εγώ κατέβηκα.

Τυραννίσκε και ρατσιστάκο της κακιάς ώρας, μπορεί να μου χάλασες τη διάθεση απόψε, αλλά μάλλον θα το ξανασκεφτείς την επόμενη φορά που θα θέλεις να κάνεις τον τζάμπα μάγκα σε επιβάτες σου.

Τράβα Πάρε Ταξί

Πριν καμιά ώρα γύριζα σπίτι με το αστικό. Καθόμουν σχετικά κοντά στον οδηγό και είχα καταλάβει από την ώρα που μπήκα ότι δεν ήταν και στις πολύ καλές του: τον ρωτάει σε κάποια στάση μια κυρία -για επιβεβαίωση μάλλον, γιατί από την απάντησή του φάνηκε ότι της το είχε ξαναπεί- αν από εκεί θα έπαιρνε το τάδε λεωφορείο, αυτός λέει ένα «Ναι» μέσ’ απ’ τα δόντια του, του λέει η κυρία «Με ακούτε;» και αυτός «Εγώ σ’ ακούω, εσύ δεν μ’ ακούς.» Στην ίδια στάση, την ώρα που είχαν κατέβει όσοι ήταν να κατέβουν, κάποιος ηλικιωμένος με κινητικά προβλήματα παίρνει θέση στο σκαλάκι της πόρτας (προφανώς για να είναι έτοιμος για την επόμενη στάση που είναι πολύ κοντά) και ο οδηγός φωνάζει με ύφος ανάλογο με το προηγούμενο: «Ο κύριος θα κατέβει ή όχι;»

Μέχρι να φτάσουμε στο σταθμό του ΟΣΕ απ’ όπου περνάει η συγκεκριμένη γραμμή και έπειτα πηγαίνει στα ΚΤΕΛ, τον έβλεπα στον καθρέφτη του να έχει μια ξινισμένη φάτσα και να μουρμουρίζει διαρκώς διάφορα. Τα ρέστα του του όμως τα έδωσε όταν φτάσαμε στο σταθμό. Κάποιος κύριος που κρατούσε έναν μπόγο πράγματα μέσα σε μια μεγάλη κίτρινη σακούλα του έκανε νόημα να ανοίξει τη μπροστινή πόρτα και με σπαστά ελληνικά τον ρώτησε αν το λεωφορείο πήγαινε Εγνατία. Ο οδηγός αρχικά έγνεψε αρνητικά και έπειτα σα να τον έπιασαν οι τύψεις ρώτησε τον τύπο πού ακριβώς ήθελε να πάει στην Εγνατία. «Μπότσαρη, Μπότσαρη,» είπε ο άλλος και τότε πήρε την εξής απάντηση: «Άμα θες Μπότσαρη πήγαινε πίσω να πάρεις το δυάρι [το λεωφορείο με το νούμερο 2], αλλιώς τράβα πάρε ταξί!»


Δεν θέλω να κάνω κανένα σπουδαίο κοινωνιολογικό σχόλιο με αφορμή το περιστατικό αυτό. Απλώς μου κάνει εντύπωση όλη αυτή η αχρείαστη αγένεια που όλο και πιο συχνά βλέπω γύρω μου. Αυτό είναι που με πειράζει περισσότερο: το ότι είναι αχρείαστη…

Ο Άνθρωπος που Έβλεπε τα ΚΤΕΛ να Περνούν

Τον βλέπω καθημερινά στην βόρεια είσοδο του θόλου των ΚΤΕΛ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ»: ένας τύπος άνω των πενήντα που φοράει στολή αστυνομικού με τα διακριτικά βγαλμένα ή καλυμμένα από το φωσφοριζέ γιλέκο του. Στο κεφάλι έχει ένα τζόκεϊ που δε φαίνεται να τον έχει βοηθήσει και πολύ αφού το πρόσωπό του είναι ηλιοκαμμένο -κόκκινο σχεδόν. Η έκφρασή του είναι ένα περίεργο κράμα σφιξίματος και ηρεμίας ταυτόχρονα και τα μάτια του κοιτάζουν πολύ συχνά κάπου που οι υπόλοιποι δεν μπορούμε να δούμε.

Υποτίθεται μάλλον ότι η δουλειά του είναι να κρατάει ανοιχτή την είσοδο από ΙΧ και γενικότερα να ψιλοπαίζει άτυπα το ρόλο του τροχονόμου σε εκείνο το σημείο. Από την πρώτη φορά όμως που τον πρόσεξα δεν μου βγαίνει από το μυαλό η αίσθηση ότι αυτός ο τύπος πρόκειται για κάποιον παλιό οδηγό ή/και ιδιοκτήτη λεωφορείου ΚΤΕΛ που ξέπεσε για κάποιον άγνωστο λόγο -θες επειδή χρεωκόπησε, θες επειδή έχασε την άδειά του όταν πιάστηκε να οδηγεί πιωμένος (την εμπνέει πολύ αυτή την εκδοχή)- και οι παλιοί του συνάδελφοι του έδωσαν αυτή την ψευτοδουλειά για να μπορεί να βγάζει ένα μεροκάματο…

Μπορεί να πέφτω τελείως έξω (το πιθανότερο), αλλά τουλάχιστον έτσι δίνω μια εξήγηση στο βλέμμα του που κοιτά με τέτοια λαχτάρα τα λεωφορεία που φεύγουν…

Κακοπιστία

Χθες το μεσημέρι μετά την πορεία πήρα από το σταθμό το αστικό (19) για το σπίτι μου. Κάθισα στις τελευταίες θέσεις, αυτές που είναι αντικριστά και ευνοούν τις κοινωνικές συναναστροφές, παρότι κανείς δεν εκμεταλλεύεται το γεγονός. Απέναντί μου μια κυρία γύρω στα πενήντα με ελαφρώς χαμένο βλέμμα. Δίπλα μου στην άλλη σειρά, ένας άντρας και μια γυναίκα που μέχρι να ξεκινήσει το λεωφορείο έμοιαζαν με ζευγάρι που ζητά τις δουλειές της ημέρας.

«Έμοιαζαν» μόνο όμως… Μόλις ξεκίνησε το αστικό έβγαλαν από τις τσέπες του το σήμα του ελεγκτή και άρχισαν να ελέγχουν τα εισιτήρια. Η κυρία απέναντί μου πανικοβλήθηκε και προσπάθησε να προλάβει να χτυπήσει ένα εισιτήριο που έβγαλε από την τσάντα της. Μάταιος κόπος. Το γερακίσιο μάτι του ελεγκτή τη συνέλαβε και αυτός της είπε με αυστηρότητα ότι ήταν πλέον αργά, ότι την είχε ξαναπετύχει να κάνει κάτι τέτοιο και πως θα πλήρωνε πρόστιμο.

Δεν πρόκειται να ασχοληθώ με το αν πρέπει ή όχι να χτυπάμε εισιτήριο ή για το αν θα πρέπει να υπάρχει πρόστιμο για τους τζαμπατζήδες. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό που με εκνεύρισε ήταν η μουλωχτότητα των ελεγκτών, οι οποίοι ενήργησαν σαν under-cover ασφαλίτες. Σκοπός σας είναι, κυρίες και κύριοι του ΟΑΣΘ, να πιάσετε στα πράσα τους τζαμπατζήδες ή να κόβουν όλοι εισιτήριο; Αν ισχύει το πρώτο, τότε μπράβο, δικαιούστε παράσημο για τις υπηρεσίες που προσφέρετε στην πάταξη της εγκληματικότητας. Αν ισχύει το δεύτερο, τότε, αφού ανεβαίνετε από την αφετηρία και κάθεστε σαν επιβάτες στο λεωφορείο, δηλώστε την ιδιότητά σας πριν να ξεκινήσει το όχημα, είτε φορώντας σε εμφανή θέση τα σήματά σας είτε ανακοινώνοντάς ότι θα γίνει έλεγχος στους επιβάτες άμα τη εκκινήσει. Μπορεί κάποιος να είναι αφηρημένος, αλλά ακόμα και να θέλει να τη βγάλει τζάμπα δώστε του μια ευκαιρία να το ξανασκεφτεί…

Αυτή η απαράδεκτη συμπεριφορά, λες και έχουμε να κάνουμε με καφκικούς δημόσιους λειτουργούς, υιοθετείται και από την αστυνομία όταν στήνει καρτέρι για να πιστοποιήσει παραβάσεις υπερβολικής ταχύτητας και κρύβεται πίσω από διάφορα -φυσικά ή μη- εμπόδια έτσι ώστε να μην την δουν εγκαίρως οι οδηγοί και κόψουν ταχύτητα. Έτσι είναι όμως όταν ο σκοπός δεν είναι η ασφάλεια στους δρόμους, αλλά η είσπραξη προστίμων.