Άγγελος Εξάγγελος

savopoulos-to-perivoli-2

(Πρώτη δημοσίευση 14/10/16 στο greek cloud)

Μπομπ Ντίλαν δεν έχω ακούσει και πολύ πέρα από τα 10-15 πασίγνωστα κομμάτια του, τα Νόμπελ Λογοτεχνίας και Ειρήνης δεν μου λένε σχεδόν τίποτα (ούτε τα άλλα μου λένε, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή δεν έχω τις αντίστοιχες γνώσεις στις σχετικές επιστήμες), η βράβευση όμως του Ντίλαν από τη σουηδική ακαδημία αποτέλεσε αληθινή αποκάλυψη για μένα· πριν από αυτή δεν ήξερα πόσο πολλοί θεωρητικοί της λογοτεχνίας ζουν ανάμεσά μας και περιμένουν υπομονετικά κάτι τέτοιες στιγμές για να αναδειχθούν.
Από την ώρα λοιπόν που έγινε γνωστή η είδηση, όλοι αυτοί οι παραγνωρισμένοι ακαδημαϊκοί κηρύττουν, ορμώμενοι προφανώς από τις μακρές και επιστημονικές αναζητήσεις τους στο χώρο της γραμματολογίας και των λογοτεχνικών ειδών, ότι τα στιχάκια των τραγουδιών δεν είναι λογοτεχνία, ότι είναι απόλυτα συνυφασμένα με τη μουσική, ότι άλλο στιχουργική και άλλο ποίηση και διάφορα άλλα τέτοια εμβριθή, που διατυπώνονται μάλιστα σε ύφος «όπως-ξέρουμε-όλοι».
Από την άλλη μεριά, ο νεοελληνιστής φιλόλογος Γιώργος Βελουδής, καθηγητής στα Πανεπιστήμια του Μονάχου και των Ιωαννίνων, έγραφε το 1994 στηΓραμματολογία του:
«…Παρά το διαζύγιο της έντεχνης ποίησης από τη μουσική, η πανάρχαιη σύζευξη των δύο αυτών αδελφών τεχνών δε θα επιβιώσει μόνο, και στον αιώνα μας, στο παραδοσιακό δημοτικολαϊκό τραγούδι σ’ όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, ακόμα και στις πιο εκβιομηχανισμένες ανάμεσά τους (Ιρλανδία, Λατινική και Βόρεια Αμερική). Η συνύπαρξη στο ίδιο το πρόσωπο του ποιητή, του συνθέτη και, πολύ συχνά, του εκτελεστή θα ξαναβρεί στον αιώνα μας την ανανεωμένη δικαίωσή της, μετά τα σποραδικά προανακρούσματά της με το νέο Brecht, μερικούς αξιόλογους εκπροσώπους, μοντέρνους τροβαδούρους, ιδιαίτερα για την ποιητική/λυρική συνέκφραση (Popsong/Protestsong) των αντιαυταρχικών, όχι μόνο φοιτητικών, κινημάτων στη δεκαετία του 1960 (Beatles, Bob Dylan, Joan Baez, Leonard Cohen, Wolf Biermann κ.α.). Μια επιστημονική και όχι κανονιστική γραμματολογία είναι υποχρεωμένη να συμπεριλάβει και αυτά, αλλά και τ’ αναρίθμητα εκείνα δείγματα του σύγχρονου μαζικού, λαϊκού ή ψευτολαϊκού, λογοτεχνικού ή παραλογοτεχνικού τραγουδιού στην ιστορία και τη θεωρία της λυρικής ποίησης. Η ενδεχόμενη εφαρμογή ποιοτικών-αξιολογικών κριτηρίων στον τομέα θα ήταν ενέργεια εντελώς ανιστόρητη και θα οδηγούσε, οπωσδήποτε, στον αποκλεισμό από τη γραμματολογική και ποιητολογική έρευνα όχι μόνο ένός μέρους της παραδοσιακής δημοτικολαϊκής, αλλά κ’ ενός μεγαλύτερου τμήματος της -νεότερης ή παλαιότερης, παραδοσιακής ή μοντέρνας- έντεχνης ποίησης«. [Η έμφαση δική μου]
Θεωρητικούρες, θα μου πείτε. Έχουμε διαβάσει όλοι λογοτεχνία αφού.

Η λογοτεχνία στο ντιβάνι

being-john-malkovich

Πρώτη δημοσίευση 30/09/16 στο greekcloud

Όποτε επιχειρώ να πω στις μαθήτριες και τους μαθητές μου (γυμνασίου/λυκείου) ότι στη λογοτεχνία δεν μας νοιάζει “τι θέλει να πει ο ποιητής” με κοιτάζουν περίπου όπως όταν τυχαίνει να αναφέρω ότι δεν έχω τηλεόραση· πρόκειται για κάτι τελείως έξω από την εμπειρία και την κατανόησή τους. Όχι τυχαία. Από την πρώτη δημοτικού μέχρι την τρίτη λυκείου εθιστήκαμε, και δυστυχώς εθιζόμαστε μέχρι σήμερα, σε μια αντίληψη για τη λογοτεχνία που μετατρέπει την ανάγνωση ενός ποιήματος ή ενός πεζού σε ψυχαναλυτική διαδικασία με αντικείμενο τον συγγραφέα.
Καλούμαστε από πολύ νωρίς να παίξουμε το ρόλο ενός ψυχολόγου που δεν έχει μπροστά του τον άνθρωπο που θα αναλύσει, αλλά μόνο κάποια γραπτά του και, ενίοτε, το ιστορικό του (τα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα). Το λογοτεχνικό κείμενο δηλαδή δεν είναι εκεί για να ασχοληθούμε ουσιαστικά μαζί του, για να μας αρέσει ή να μη μας αρέσει, για να δούμε τι καταλαβαίνουμε από αυτό ή τι μας κάνει να νιώσουμε, αλλά για να χρησιμοποιηθεί ως τεκμήριο για το τι “είχε μέσα του” ο λογοτέχνης όταν το έγραφε (όλο αυτό βέβαια δεν είναι άσχετο με την αντίληψη ότι ένα έργο τέχνης αποτελεί πηγαίο και αυθεντικό δείγμα της ψυχής του δημιουργού του).
Αν η επικέντρωση της λογοτεχνικής ανάλυσης στη φόρμα, τη δομή, τους αφηγηματικούς τρόπους, τα εκφραστικά μέσα και όλα τα σχετικά βάζει το λογοτεχνικό κείμενο στο χειρουργικό τραπέζι (με κίνδυνο να μας μείνει στα χέρια), η επιμονή στην αναζήτηση της πρόθεσης του συγγραφέα βάζει σε αυτό το τραπέζι το φάντασμα του ίδιου του συγγραφέα. Και ως γνωστόν, τα φαντάσματα δεν μπορούν να απαντήσουν στις ερωτήσεις μας. Για τον φιλόλογο όμως αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα. Ξέρει τι θα απαντούσαν. Αυτό αρκεί.
Και δώστου οι παραναγνώσεις, και δώστου οι δίκες προθέσεων, και να ο Ρίτσος που γράφει έτσι “για να” υπογραμμίσει το τάδε, και να η Ζωρζ Σαρή που “θέλει να” τονίσει το δείνα, από δω και ο Ντίκενς που “προσπαθεί να” μας κάνει να νιώσουμε κάπως. Κι όταν ρωτάς προβοκατόρικα “Κι εσύ που το ξέρεις; Τον/Την ρώτησες;”, έρχεται το βραχυκύκλωμα. Και μετά το βραχυκύκλωμα, έρχεται και η ειλικρινής ερώτηση: “Μα αυτό που ήθελε να πει ο ποιητής δεν είναι το ίδιο με αυτό που λέει το κείμενο;”.
Ε, αν ήθελε να το πει, ας το έλεγε. Νισάφι.

Το μαύρο τραγούδι της Ευρώπης

Χτες βράδυ τελείωσα το πρώτο βιβλίο της νουάρ τριλογίας του Ζαν-Κλωντ Ιζζό για τη Μασσαλία, «Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας», σε μετάφραση Ριχάρδου Σωμερίτη (εκδόσεις Πόλις, 1999). Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα επίμετρο του μεταφραστή που κλείνει με τα εξής εντυπωσιακά προφητικά λόγια που συνοψίζουν 16 χρόνια πριν τις προκλήσεις της σημερινής εξάπλωσης της ξενοφοβίας και του φασισμού:

Διαβάζοντας τα βιβλία του Ιζζό, κυρίως τα τρία πρώτα, της σειράς «νουάρ», σκεφτόμουνα πόσο επίκαιρα είναι και για μας, παρά τις διαφορετικές ως ένα σημείο καταστάσεις που ζούμε. Πώς μπορούμε να να οργανωθούμε, ηθικά και πρακτικά, για να παραμείνουμε άνθρωποι, για να μην μας οδηγήσουν στο μίσος, στη βία, στο να χειροκροτούμε τα βάρβαρα ανθρωπομαζώματα μεταναστών και τους υποψήφιους (και όχι μόνο) δολοφόνους που «παίρνουν το νόμο στα χέρια τους»;

Τα όσα περιγράφει ο Ιζζό, με απελπισία αλλά και με κάποια πίστη στον άνθρωπο, είναι αυτά που δεν έχουμε ζήσει αλλά που είναι πολύ πιθανό ότι θα ζήσουμε. Τα όσα λένε οι εγκληματίες-φασίστες που μας παρουσιάζει, τα διαβάζουμε ήδη σε επώνυμες στήλες εφημερίδων και τα ακούμε σε τηλεοράσεις και ραδιόφωνα. Και το περιθώριο που μας ιστορεί, νάτο, κάτω από τα μάτια μας δημιουργείται κι εδώ, συχνά με τη συμπαράσταση (ανώνυμη) κυκλωμάτων μαύρου χρήματος και μαύρης πολιτικής.

Ιδανεικός χρόνος

Όποτε πιάνω στα χέρια μου ένα μυθιστόρημα λέω πρώτα από μέσα μου δυο κουβέντες στο συγγραφέα του: «Θα μου πεις μια ιστορία. Θέλω να είναι καλή. Αυτό είναι το βασικό. Αν κιόλας την αφηγηθείς καλά, τότε η δουλειά σου έχει ολοκληρωθεί. Όλα τα άλλα, νόημα, βάθος, χαρακτήρες, θα τα βρω εγώ. Κάπου μέσα της θα είναι.»

Ίσως επειδή είμαι τυχερός ή απλώς επειδή δεν έχω πολύ υψηλές απαιτήσεις, ο συγγραφέας του βιβλίου που έχω κάθε φορά μπροστά μου τα καταφέρνει συχνά και στα δύο, και τότε είμαι ένας ευτυχισμένος αναγνώστης. Εκεί κάπου βρίσκω και το λόγο που τα μυθιστορήματα μας σαγηνεύουν τόσο πολύ: στα πετυχημένα δείγματα του είδους, ακριβώς επειδή ακολουθούμε σελίδα-σελίδα μια καλογραμμένη ιστορία, καταλαβαίνουμε πάντα τι συμβαίνει, όλα έχουν κάποια σημασία, ακόμη και όταν πρόκειται για παράλογες ή σουρεαλιστικές καταστάσεις (υπάρχει λόγος που τέτοιες έχουν συμπεριληφθεί σε ένα μυθιστόρημα). Κι ακόμη κι αν δεν υπάρχει happy-end, υπάρχει ένα τέλος που βγάζει κάποιο νόημα.

Αντίθετα, η ιστορία της ζωής μας σπάνια είναι τόσο καλή όσο σε αυτά τα μυθιστορήματα και ακόμη πιο σπάνια είναι τόσο καλογραμμένη. Παραπαίουμε σε έναν κόσμο όπου η πληθώρα των αλληλοδιασταυρούμενων προσωπικών ιστοριών δεν δημιουργεί παρά έναν ασταμάτητο θόρυβο από τον οποίο μονάχα σπαράγματα νοήματος μπορούν να διασωθούν. Ανακαλύπτουμε διαρκώς ότι κάναμε πράγματα που δεν έπρεπε ή δεν θέλαμε να κάνουμε, ότι δεν είπαμε πράγματα που θέλαμε να πούμε, ότι ακολουθήσαμε ιστορίες που δεν μας έβγαλαν πουθενά ή εγκαταλείψαμε άλλες μένοντας με την απορία για την όποια εξέλιξή τους. Το γεγονός ότι το σενάριο δεν είναι ήδη γραμμένο δεν κάνει ευκολότερα τα πράγματα. Το ότι πολλοί από μας ψάχνουμε για κάποιο σενάριο τα κάνει ακόμη δυσκολότερα.

Είμαστε κι εμείς βέβαια που ζούμε τη ζωή μας σαν να διαβάζουμε μυθιστόρημα και διαβάζουμε τα μυθιστορήματα σαν να ζούμε τη ζωή μας. Και το πιο αστείο απ’ όλα -ή το πιο τραγικό- είναι ότι για μας μόνο έτσι βγάζουν νόημα. Και τα δύο.

Διάφανα Κρίνω

Αυτό το κείμενο δεν είναι για σένα, κι ας επιμένουν τα τραγούδια. Αυτό το κείμενο δεν είναι για το καλοκαίρι με τους 40 βαθμούς, σαν πρόγραμμα πλυντηρίου (ήρθε τελικά, είδες;). Αυτό το κείμενο δεν είναι για τα τζιτζίκια που τα ακούς μέσα από βυζαντινά ερείπια. Δεν είναι για τον ροζ-πορτοκαλί-μωβ ουρανό μας. Δεν είναι για τα γκράφιτι που φυτρώνουν σε τοίχους και σου δίνουν ιδέες που ποτέ δεν τις εφαρμόζεις -πού πια καιρός. Δεν είναι για την οθόνη που θα σε κάψει πριν καεί. Αυτό το κείμενο δεν είναι για τη νύχτα των αυτοκινήτων που μαρσάρουν, των μεθυσμένων που ουρλιάζουν, των κατσαρίδων που επιμένουν. Δεν είναι για τις σειρήνες των ασθενοφόρων, των περιπολικών, των πυροσβεστικών -αυτές εξάλλου δεν καλούν, όπως οι μυθικές, μα αποδιώχνουν, σινιάλα κακού. Δεν είναι για τις διακοπές (διακόπηκαν), δεν είναι για τα ταξίδια (ταξίδεψαν), δεν είναι για τις εκδρομές (εξέδραμαν). Δεν είναι για ώρες μικρές που μάκρυναν περίεργα, ούτε για ώρες ατελείωτες σε αίθουσες αναμονής -ή αναδρομής. Αυτό το κείμενο δεν είναι για μέρες αργίας, αργοπορίας, καθυστέρησης, αναβλητικότητας, στασιμότητας. Αυτό το κείμενο δεν είναι για κανέναν. Αυτό το κείμενο δεν είναι. Αυτό το κείμενο.

Συ-μείωση

σελ. 42. Σ.: Στον Σ. είχε καρφωθεί κάποτε να γράψει ένα βιβλίο. Σιγά την πρωτοτυπία θα μου πείτε. Σήμερα όλοι γράφουν βιβλία. Κι αυτοί που δεν γράφουν, τα διαβάζουν. Κι όσοι δεν τα διαβάζουν, καμώνονται πως τα έχουν διαβάσει ή -έστω- πως θα τα διάβαζαν, αν έβρισκαν καιρό. Είναι βέβαια κι αυτοί που ούτε γράφουν ούτε διαβάζουν ούτε κάνουν πως διαβάζουν, καλοτυχίζουν όμως ή οικτίρουν τον εαυτό τους ως κάποιον που δεν έχει καμία σχέση με τα βιβλία, ορίζοντας και αυτοί την ύπαρξή τους με βάση αυτά. Ο Σ. βέβαια ανήκε κατ’ αρχήν στην κατηγορία αυτών που διαβάζουν βιβλία άλλων. Τελευταία λοιπόν είχαν πέσει στα χέρια του πολλά βιβλία που στο τέλος τους περιελάμβαναν 3-4 σελίδες σημειώσεων του μεταφραστή/επιμελητή ή -τι φρίκη!- ακόμη και του ίδιου του συγγραφέα. Οι σημειώσεις αυτές του φαίνονταν αποκαλυπτικές όχι επειδή τον βοηθούσαν να καταλάβει καλύτερα το κείμενο, αλλά επειδή του έδειχναν τι πίστευε ο συντάκτης τους για τις γνώσεις και τον πνευματικό ορίζοντα των πιθανών αναγνωστών του βιβλίου. Γίνονταν έτσι οι ίδιες ένα αυτόνομο κείμενο που συνομιλούσε ακόμη πιο ευθέως με τον αναγνώστη από ό,τι το κείμενο που επεξηγούσαν, καθώς, μαζί με τις σημειώσεις που δεν είχαν γραφτεί, εξελίσσονταν σε ένα παιχνίδι του τύπου «Πόσο καλά σε ξέρω;/Πόσο καλός είσαι γι’ αυτό το βιβλίο;». Τι θα γινόταν όμως αν κάποιος αποφάσιζε να γράψει ένα βιβλίο όπου ό,τι σημαντικό θα ήθελε να πει θα βρισκόταν μόνο σε αυτές τις σημειώσεις; «Σκεφτείτε,» έλεγε ο Σ. απευθυνόμενος στο φανταστικό ακροατήριο που άκουγε τις τρελές του ιδέες, «ένα βιβλίο που το κείμενό του δεν θα είναι τίποτα παραπάνω από μια διαρκής αφορμή σημειώσεων στο τέλος του. Σημειώσεις στις οποίες θα βρίσκαμε τα σημαντικότερα στοιχεία για κάθε ήρωα καμουφλαρισμένα σαν επουσιώδεις λεπτομέρειες, ενώ σε άλλες θα υπήρχαν σχόλια μέσα στα οποία θα κρύβονταν οι πραγματικές απόψεις του συγγραφέα για το θέμα ή πληροφορίες για τόπους και γεγονότα που θα ήταν το κέντρο της αφήγησης, παρότι σ’ αυτήν αναφέρονταν μόνο παρεμπιπτόντως. Στο κάτω-κάτω κάπως έτσι εκτυλίσσεται και η ζωή μας: η ουσία της βρίσκεται πάντα στο περιθώριο της.» Ο Σ. δεν τελείωσε ποτέ το βιβλίο που ξεκίνησε γιατί η καθεμιά του σημείωση γεννούσε άλλες δέκα. (Σ.τ.Μ.)