Insoμνεια

…και στο κάτω-κάτω,
τι είναι η αϋπνία;
Μια ανορθόγραφη ποινή
ανάμεσα σε δυο α
-στερητικά
ή ξαφνικής ανάμνησης επιφωνήματα,
αδιάφορο-
που μου επιβάλλει
αδέκαστη
η νύχτα.

Μάνο μας Λείπεις…

Το παρακάτω κείμενο το έγραψα τέσσερα χρόνια πριν. Το μόνο που έχει αλλάξει είναι ότι τα 25 χρόνια έγιναν 29 και ότι δεν έχουμε εκλογές…

Με τις εκλογές κόντεψα να το ξεχάσω: σαν σήμερα (17 Σεπτεμβρίου) πριν από 25 χρόνια πεθαίνει στη Μόσχα ο Μάνος Λοΐζος σε ηλικία μόλις 45 ετών… Ήμουν πολύ μικρός τότε για να το θυμάμαι, αλλά μεγάλωσα με τα τραγούδια του, αγαπώντας τα ένα-ένα, και όταν άρχισα να καταλαβαίνω καλύτερα τον εαυτό μου, υπήρξε ο πρώτος για του οποίου τον θάνατο έκλαψα αναδρομικά…Σπουδαίος μουσικός, με καταπληκτικό ένστικτο στη δημιουργία ωραίων τραγουδιών και στις ευφάνταστες ενορχηστρώσεις, μας χάρισε μέσα σε δεκατέσσερα χρόνια, εκτός από πολλά σκόρπια διαμάντια, μια ντουζίνα περίπου δίσκους 33 στροφών, γεμάτους με σπουδαία τραγούδια από κάθε άποψη, τα περισσότερα από τα οποία τραγουδήθηκαν και τραγουδιούνται ακόμα.

Ακούγοντας για άλλη μια φορά τραγούδια του Μάνου, δεν θέλω να πω τίποτα άλλο, παρά μόνο να του αφιερώσω ένα τραγούδι που γράφτηκε στη μνήμη του από τον Χρήστο Νικολόπουλο πάνω σε στίχους του επιστήθιου φίλου του, Λευτέρη Παπαδόπουλου. Το τραγουδά ένας ακόμα από τους στενούς του φίλους, ο Γιώργος Νταλάρας…

Αντίο φίλε

Βαριά Βαλίτσα

Ο θάνατος του Νίκου Παπάζογλου χτες το πρωί με σόκαρε πολύ περισσότερο από ό,τι θα περίμενε κανείς να αντιστοιχεί στο θάνατο ενός καλλιτέχνη του οποίου το έργο το έχεις αγαπήσει. Έπιασα τον εαυτό μου πρώτα να βουρκώνει στο άκουσμα της είδησης και έπειτα να κλαίει με τα τραγούδια του που γέμισαν -για άλλη μια φορά- το σπίτι μου, παρότι θεωρητικά μου φαινόταν χαζό να συγκινείται κανείς σε τέτοιο βαθμό με το χαμό ενός ανθρώπου που δεν είναι δικός του.

Μετά από λίγο όμως, καθώς τα τραγούδια μου έφερναν εικόνες και αναμνήσεις, κατάλαβα. Ο Παπάζογλου ήταν δικός μου άνθρωπος. Αν το έργο άλλων μουσικών αποτελεί τη μουσική υπόκρουση στιγμών της ζωής μου ή αφορμή για υψηλή αισθητική απόλαυση, τα τραγούδια του Νικόλα, υπήρξαν, πάνω και πέρα από αυτό, αφορμή και κέντρο σημαντικών στιγμών της ζωής μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μέχρι σήμερα. Ο Αντώνης Μποσκοΐτης τα λέει μια χαρά για τα τραγούδια και τους πιο σημαντικούς σταθμούς της ζωής του Νικόλα. Εγώ θα μιλήσω για σταθμούς της δικής μου που έχουν σχέση με εκείνον.

Τα εξωστρεφή τραγούδια από το Χαράτσι που μαζί με το «Τρελή κι Αδέσποτη», το  «Πότε Βούδας , πότε Κούδας» και το «Ένα κι ένα» που τα τραγουδούσαμε σχεδόν σαν παιδικά από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, κι ας τα ακούγαμε σαν συνθήματα στα χείλια των μεγάλων. Η πλάκα με το σόι του θείου μου που μοιράζονται το ίδιο επώνυμο. Το μπαγλαμαδάκι.

Στην εφηβεία μου, η γνωριμία με την παρέα των ανήσυχων 20κάτι, τον Σταύρο, τον Αλέξη, τον Ηλία, τον Χρήστο, το Νίκο, που έπιναν νερό στο όνομά του και μιλούσαν για τις συναυλίες του σαν μύστες που περιμένουν μια διονυσιακή τελετή. Μου γνώρισαν λογοτέχνες, σκηνοθέτες, το θέατρο, ξένους μουσικούς, αλλά όχι τον Παπάζογλου. Αυτός ήταν απλώς δεδομένος ως ένα από τα κέντρα των αναζητήσεών τους.

Το φωτοτυπημένο ντοσιέ με τις παρτιτούρες των τραγουδιών του τότε που προσπαθούσα να μάθω μόνος μου κιθάρα. Ο πατέρας μου έμαθε να παίζει τότε τα μισά από αυτά, αλλά με άφηνε να παιδεύομαι μόνος μου. Αγαπημένο του το Φύσηξε ο Βαρδάρης. Μόνο το Εγώ δεν είμαι ποιητής έμαθα αργότερα να παίζω ικανοποιητικά, παρότι ταλαιπώρησα σε παραλίες και τον Αύγουστο.

Τα εξώφυλλα των δίσκων του, οι συμμετοχές του, οι παραγωγές στο Αγροτικόν, το μικρόφωνο που έδινε σε ονόματα άγνωστα τότε, Σωκράτης, Ορφέας, Θανάσης, διαμόρφωναν τελικά την αισθητική μου με έναν πιο υπόγειο, και μάλλον πιο ουσιαστικό, τρόπο απ’ ό,τι ο διάχυτος Νταλάρας, η Χαρούλα, ο Μίκης.

Η πρώτη συναυλία που τον είδα, στο γήπεδο του Ανατολικού, πηδώντας πιτσιρικάς μια μάντρα μετά από το ψηστήρι του Ηλία. Ο Ινδιάνος με το μπλουτζίν και το κόκκινο μαντήλι, πλαστικές καρέκλες, ρετσίνες, μια ορχήστρα που έπαιζε παπάδες, ξεσάλωμα και έκσταση.

Πρωτοετή στα Γιάννενα με βρίσκει η «Πουρούδα» του που την είχε πάρει σε αυθεντική κασέτα ο κολλητός μου τότε ο Γιάννης. Ακούσαμε και ξανακούσαμε τα τραγούδια της και συναγωνιζόμασταν ποιος θα πετύχει καλύτερα τα τσακίσματα της φωνής του. Στο μικροσκοπικό dada στην αρχή της Ζέρβα, μαγικές στιγμές με το «Μάτια μου» και το «Εγώ δεν είμαι ποιητής.»

Δεύτερη συναυλία: με τη Μαρία από την Κρήτη στο υπαίθριο θέατρο του ΕΗΜ. Μετά από 45 λεπτά διονυσιασμού και με την απογοήτευση έκδηλη όχι μόνο στον κόσμο, αλλά και στον ίδιο, η συναυλία διακόπτεται λόγω βροχής. Δε θυμάμαι αν επαναλήφθηκε αργότερα εκείνο το καλοκαίρι, αλλά αυτό το λίγο που κράτησε έπρεπε να μας πει, Μαρία μου, ότι η σχέση μας δεν έβγαζε πουθενά: εγώ να θέλω να κατέβω κάτω μπροστά στη σκηνή, κι εσύ να θες να κάτσεις στις κερκίδες. Γίνεται;

Κι όλα αυτά τα χρόνια να παίζουμε τα τραγούδια του με τις κιθάρες, τους μπαγλαμάδες και τα μπουζούκια μας σε ταβέρνες, σε φιλικά σπίτια, σε οικογενειακά γλέντια, σε παραλίες. Κορμιά να λικνίζονται, βαριά ζεϊμπέκικα και φωνές βγαλμένες από το πηγάδι του καθενός.

Τρίτη συναυλία: στο Φιξ, στη συνεργασία του με τον φίλο του τον Σαββόπουλο. Μεγάλοι, αλλά όχι κουρασμένοι. Ήμασταν εκεί με τον Τάσο, τη Δήμητρα, τη Νίνα. Χαλάλι τα 200 ευρώ για μια βραδιά που τη στεφάνωσαν εκείνα τα αμπελόφυλλα από τους Αχαρνής.

Ο Αύγουστος. Όταν το έστειλα στην Κέλτισσα, μεταφρασμένο στα γαλλικά από μια Ολλανδέζα που μεγάλωσε στην Ελβετία, έκανα κι εγώ πραγματικότητα τον κρυφό πόθο πολλών: να χτίσω μια σχέση πάνω και γύρω από αυτό το τραγούδι. Τελικά ο δρόμος ήταν αδιάβατος, αλλά δε μου βγήκε σε κακό.  Μόνο που μ’ έκανε να τραγουδήσω το «Απόψε Σιωπηλοί» εννοώντας κάθε λέξη του.

Ξαναδιαβάζω όσα έχω γράψει εδώ και μου φαίνονται άτσαλα, σαν να μου διαφεύγει διαρκώς αυτό που θέλω να πω, το οποίο είναι το εξής: δε μεγάλωσα απλώς με τα τραγούδια του Παπάζογλου -τα τραγούδια του Παπάζογλου με μεγάλωσαν. Ο θάνατός του μου το υπενθύμισε με τον πιο εμφατικό τρόπο.

ΥΓ.1. Γράφτηκαν πολλά και όμορφα κείμενα με αφορμή, αλλά αυτό μου μίλησε περισσότερο απ’ όλα: «Τον είχαμε βαρεθεί τον Παπάζογλου και καλά, τον είχαμε ξεπεράσει. Δεν τα ακούγαμε πια αυτά τα τραγούδια. Τα είχαμε κρύψει σε κείνο το μπαουλάκι που τρέχουν να κρυφτούν όλες οι μνήμες όταν γυμνές από την ανάγκη μας και τις επιθυμίες μας, τρέχουν ακίνδυνες να κρυφτούν εκεί για να μην ξεθωριάσουν, για να προστατευτούν. Δεν τα είχαμε κρύψει με δική μας θέληση βέβαια -μάλλον τα είχαμε άτσαλα προσπεράσει, κάπου τα είχαμε παραπετάξει, ενοχλημένοι ίσως, αλλά αυτά φαίνεται πως βρήκαν το δρόμο για το καταφύγιο. Και, ναι, το ξέρουμε ότι βρίσκονται εκεί. Αν δεν το ξέρεις, σημαίνει πως δεν υπήρξες έφηβος. Πως δεν ενέδωσες ποτέ σε ένα ελαφρύ κάλεσμα της στιγμής, που το σώμα και η ψυχή δεν ζητούν κάτι παραπάνω από ένα όπα μετά το ρεφρέν και ένα ξέδωμα. Μια στιγμιαία απόδραση από τη βαριά ψυχή σου. Μια ξαφνική ανάληψη. Για λίγο.»

ΥΓ.2. Του κανενός το ρόδο έγραφε τρία χρόνια πριν για το Νίκο Παπάζογλου νοσταλγώντας ήδη το ήθος του, μα υποψιάζομαι πως η νοσταλγία αυτή έχει να κάνει κυρίως με μας τους ίδιους που μας λείπουν οι στιγμές της ανάληψης που μας χάρισε.

Jill Mnemonic

Μόλις διάβασα αυτή την είδηση για μια γυναίκα με τέλεια μνήμη, σκέφτηκα αμέσως το διήγημα του Μπόρχες «Φούνες ο Μνήμων», όπου περιγράφεται ένας άντρας με το ίδιο πρόβλημα. Προς το τέλος του διηγήματος ο αφηγητής, που έχει συναντήσει τον Φούνες ένα βράδυ και συζητάνε μαζί όλη τη νύχτα, σχολιάζει:

«[…] Υποπτεύομαι, ωστόσο, πως δεν ήταν πολύ ικανός στη σκέψη. Σκέψη είναι να ξεχνάς τις διαφορές, να γενικεύεις, να αφαιρείς. Στον υπερφορτωμένο κόσμο του Φούνες δεν υπήρχαν παρά λεπτομέρειες, σχεδόν σε πλήρη ετοιμότητα.»

«[…] Σκέφτηκα πως καθεμιά απ’ τις λέξεις μου (καθεμιά απ’ τις κινήσεις μου) θα επιζούσε στην αμείλικτη μνήμη του: με κυρίευσε ο φόβος όταν σκέφτηκα τις περιττές χειρονομίες μου να πολλαπλασιάζονται.» (σελ. 178, Άπαντα Πεζά, Ελληνικά Γράμματα, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης)

Κάρβουνα Αναμμένα

Σε είδα δυο ώρες πριν, έξι μήνες μετά.

Με είδες κι εσύ.

Εσύ στο λεωφορείο κι εγώ στη στάση.

Περίμενα άλλο λεωφορείο.

ΥΓ. Όταν πλάθουμε στο μυαλό μας μια σκηνή που υποθέτουμε πως θα συμβεί στο μέλλον, ποτέ δεν εξελίσσεται όπως την έχουμε σκεφτεί. Πάντα στο περίπου… Ευτυχώς.