Μια σούπα ο κόσμος και ο νους τρύπιο κουτάλι… (για τον Θάνο Μικρούτσικο)

Σάββατο απόγευμα και το timeline στο Facebook γεμίζει πρώτα από την είδηση του θανάτου του και έπειτα από τα τραγούδια του. Όσο για τα μάτια μας, αυτά γεμίζουν δάκρυα. Ο Old Boy έγραψε: «είναι ίσως και λάθος και γελοίο κάθε φορά που πεθαίνει κάποιος να το συνδέουμε με προσωπικά μας βιώματα και να καταλήγουμε να μιλάμε ακόμη και τότε για τον εαυτό μας», αλλά νομίζω ότι είναι ο μοναδικός τρόπος να μιλήσουμε για κάποιον που έκανε αυτό που κάνουν οι πραγματικά μεγάλοι καλλιτέχνες: να μιλήσει εκ μέρους μας. Οπότε, για τον Θάνο:

Καθώς προερχόμουν από μια οικογένεια που δεν είχε και μεγάλη σχέση με την «μουσική» αριστερά, πέρα από τον Μάνο Λοΐζο και τον Θεοδωράκη, η πρώτη μου συνειδητή επαφή με τον Θάνο Μικρούτσικο έγινε κάπως ανάποδα, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90, με έναν δίσκο που ξένισε αρκετούς, αλλά έμελλε να μας αφήσει και την πιο εμβληματική μάλλον ερμηνεία του. Όχι ότι δεν είχα ξανακούσει τραγούδια του, εξάλλου οι δίσκοι του με την Αλεξίου, αλλά και η Πιρόγα (δηλαδή το Ερωτικό) με τον Μητσιά, όπως και ο δίσκος με τον Διονύση Θεοδόση, ακούγονταν παντού· έφηβος όντας όμως δεν έδινα και πολλή σημασία στους συνθέτες εκείνη τη δεκαετία της κυριαρχίας των τραγουδιστών.

Τα Χριστούγεννα του ’91 λοιπόν, μετά από προτροπή του πατέρα μου, απέκτησα τις Γραμμές των Οριζόντων, τη δεύτερη δηλαδή δισκογραφική ενασχόληση του Μικρούτσικου με τον Καββαδία (για την πρώτη, τον Σταυρό του Νότου, δεν είχα ιδέα, και θα άκουγα για πρώτη φορά εκείνον τον δίσκο μόλις πέντε χρόνια μετά, ως φοιτητής), όπου τραγουδούσαν οι αγαπημένοι μου τότε Νταλάρας και Β. Παπακωνσταντίνου, οι Κατσιμιχαίοι και ο ίδιος ο συνθέτης, του οποίου τη φωνή δεν είχα ξανακούσει.

Ακόμη θυμάμαι την πρώτη φορά που άκουσα τους Εφτά Νάνους· ένα πρωινό των χριστουγεννιάτικων διακοπών που δεν είχα σηκωθεί από το κρεβάτι, ξύπνησα από την τόσο χαρακτηριστική ερμηνεία του τραγουδιού (πρώτη πλευρά του πρώτου δίσκου, πέμπτο κομμάτι) που έπαιζε στο πικάπ. Από εκείνη την ημέρα, και για τους επόμενους μήνες, δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές έπαιξα με τ’ αδέρφια μου εκείνα τα δύο βινύλια του διπλού δίσκου, τραγουδώντας από ένα σημείο και μετά κάθε τους στίχο, με τους Εφτά Νάνους να έχουν γίνει το πιο αγαπημένο μου κομμάτι.

Μελοποίηση ποιημάτων με συχνά κρυπτικούς στίχους, ενορχηστρώσεις που μπλέκαν τη τζαζ με το ροκ και το λαϊκό, ευφάνταστες μελωδίες, εμφανής διδασκαλία των τραγουδιστών που δεν τους είχα ξανακούσει να δίνουν τέτοιες ερμηνείες και, φυσικά, η δική του φωνή με την ιδιότυπη βιβλικότητά της· συνειδητοποιώ εκ των υστέρων ότι εκείνο το έργο συμπυκνώνει τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά αυτής της τόσο δημιουργικής πορείας. Πιο πολύ όμως αναγνωρίζω ότι αυτός είναι ο δίσκος που σημάδεψε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, όχι μόνο την εφηβεία μου, αλλά και ολόκληρη τη ζωή μου· λέμε πιο συχνά από ό,τι το νιώθουμε ότι η μουσική, και η τέχνη γενικότερα, μας ταξιδεύει -οι Γραμμές των Οριζόντων για μένα δεν ήταν απλά ένα καράβι, αλλά ολόκληρη Κιβωτός, και θα αρκούσαν μόνο αυτές για να ξεκινήσω αυτό το κείμενο σχεδόν αμέσως αφότου έμαθα ότι ο Θάνος Μικρούτσικος πέθανε.

Την επόμενη χρονιά κοντά σε αυτά τα χαρακτηριστικά γνώρισα επιτέλους και τον «πολιτικό» Μικρούτσικο, στη δεύτερη συνεργασία του με τον Κώστα Τριπολίτη (και τον Γιώργο Νταλάρα), το Συγγνώμη για την Άμυνα. Τεράστιος δίσκος επίσης, χωρίς ούτε ένα αδιάφορο τραγούδι: Ανεμολόγιο (Έβγαλε βρόμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε…), Η Μοναξιά… Χιλιάδες Φύλλα, Χαίρε Φτώχεια, Βεελζεβούλ, το ομώνυμο κοκ., με τον συνθέτη να κρατάει γι’ αυτόν το ιδιότυπο Προσπέκτους (Χριστό δεν καταλάβαινα στα 15 μου), δίνοντας μια ερμηνεία πραγματικά συνταρακτική.

Ακολούθησε η υπουργοποίηση, ο δίσκος με τη Μίλβα (Θάλασσα, μάνα, αρμύρα μου εσύ κτλ.), μάλλον αδιάφορος για μένα τότε, τα πρώτα cd του ΜΕΤΡΟ, όπου ανακάλυψα το Άρλεκιν, εκτελέσεις των τραγουδιών του σε φοιτητικά λαϊβάδικα στα Γιάννενα, ανακάλυψη παλιότερων διάσπαρτων τραγουδιών του. Ώσπου, το 1996, ήρθε του Αιώνα η Παράγκα με τον Μητροπάνο και χαζέψαμε. Ένας φίλος που ακόμη επέμενε στο βινύλιο, είχε αγοράσει τον δίσκο σχεδόν μόλις είχε κυκλοφορήσει (ή τουλάχιστον πριν αρχίσει να παίζεται παντού) και με είχε καλέσει σπίτι του να τον ακούσουμε· νομίζω ότι το πρώτο άκουσμα της Ρόζας είναι η φορά που έχω νιώσει πιο έντονα στη ζωή μου το συναίσθημα του instant classic με ένα καινούριο τραγούδι. Ούτε κι εγώ θυμάμαι πόσες φορές τον έχω ακούσει ολόκληρο.

Μάλλον ο πιο ώριμος δίσκος του, η κορυφή στην οποία έφτασε -και μάλλον δεν ξεπέρασε ποτέ ξανά- μπαίνοντας στην τρίτη δεκαετία της καριέρας του. Για μένα, ο δίσκος που ενεργοποιεί περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο δίσκο του το θυμικό μου: Λούνα Παρκ για τα μάτια που έκλεισαν και μ’ άφησαν απ’ έξω, Ατάκες για πρόσωπα που αγάπησα, Τυμβωρύχος για τα περάσματα που όλο και στενεύουν, Πάντα Γελαστοί -και γελασμένοι. Και φυσικά, κι εδώ ο Μικρούτσικος κάνει, όπως εύστοχα γράφει ο Γιάννης Ανδρουλιδάκης, τα τραγούδια δικά του «χωρίς να τα οικειοποιείται: άνηκαν ταυτόχρονα πάντα πάρα πολύ σε αυτόν, πάρα πολύ στον στιχουργό τους, πάρα πολύ στον ερμηνευτή τους».

Μετά τον έχασα για λίγο καιρό -ή μάλλον δεν τον παρακολούθησα ιδιαίτερα- παρά τους δύο-τρεις πολύ επιτυχημένους δίσκους που έκανε: Ψάξε στ’ Όνειρό μας (σε στίχους Λάκη Λαζόπουλου), Θάλασσα στη Σκάλα (με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου σε ροκ κομμάτια όπως Μικρές Νοθείες και Έφηβα Γεράκια), Ο Άμλετ της Σελήνης (με τον Χρήστο Θηβαίο να ερμηνεύει τραγούδια του σε στίχους σπουδαίων στιχουργών)· είχα γνωρίσει τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και ταξίδευα για καιρό μόνο στον δικό του γαλαξία…

Μέχρι που έπεσε στα χέρια μου το Υπέροχα Μονάχοι, κι εκεί, ίσως λόγω Άλκη Αλκαίου που υπέγραφε τους στίχους, ξαναβρήκα τον Μικρούτσικο που ήξερα, και που θα (ξανα-)γνώριζα ακούγοντας τα επόμενα χρόνια την πρώτη περίοδο της δισκογραφίας του. Μόνο που εδώ, ο Μικρούτσικος, μαζί με τον φίλο του τον Άλκη, το έχει φιλοσοφήσει (εμείς ακόμη προσπαθούμε):

Μην πεις ποτέ πως όλα ήτανε μια πλάνη
Περιπλανήθηκα μαζί σου και μου φτάνει

Δεν είν’ ο χρόνος με το μέρος κανενός
Τις συμπληγάδες του περνά καθένας μόνος

Όπως έγραψα πιο πάνω, τον Μικρούτσικο της μεταπολιτευτικής αριστεράς, των Πολιτικών Τραγουδιών, της Φουέντε Οβεχούνα, της Καντάτας για τη Μακρόνησο, του Μπρεχτ, και πάνω απ’ όλα της κορωνίδας εκείνης της περιόδου, το Εμπάργκο, τον έμαθα τελευταίο, εκ των υστέρων, οπότε και ανακάλυψα μια αρκετά διαφορετική, αλλά εξίσου σπουδαία πλευρά του, ακόμη και στα πιο «ξύλινα» και επικά από αυτά. Την αγάπησα όμως πολύ κι αυτή την όψη του που ξεκινά με το Έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη, και τον άνθρωπο που τον μποδίζουν να βαδίζει, παρηγορεί έπειτα κάποια Άννα, μας θυμίζει τι είναι ο φασισμός (σε ένα τραγούδι που έγινε δυστυχώς ξανά επίκαιρο στα χρόνια μας), για να κλείσει τρόπον τινά με ένα Τώρα ανακάλυψες με μιας, σαράντα αιώνες μοναξιάς, παραμυθάκι μου ακριβό, βαλκανικά σε χαιρετώ.

Ο Θάνος Μικρούτσικος μας έμαθε πως μάταιο ταξίδι δεν υπάρχει.

Άγγελος Εξάγγελος

savopoulos-to-perivoli-2

(Πρώτη δημοσίευση 14/10/16 στο greek cloud)

Μπομπ Ντίλαν δεν έχω ακούσει και πολύ πέρα από τα 10-15 πασίγνωστα κομμάτια του, τα Νόμπελ Λογοτεχνίας και Ειρήνης δεν μου λένε σχεδόν τίποτα (ούτε τα άλλα μου λένε, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή δεν έχω τις αντίστοιχες γνώσεις στις σχετικές επιστήμες), η βράβευση όμως του Ντίλαν από τη σουηδική ακαδημία αποτέλεσε αληθινή αποκάλυψη για μένα· πριν από αυτή δεν ήξερα πόσο πολλοί θεωρητικοί της λογοτεχνίας ζουν ανάμεσά μας και περιμένουν υπομονετικά κάτι τέτοιες στιγμές για να αναδειχθούν.
Από την ώρα λοιπόν που έγινε γνωστή η είδηση, όλοι αυτοί οι παραγνωρισμένοι ακαδημαϊκοί κηρύττουν, ορμώμενοι προφανώς από τις μακρές και επιστημονικές αναζητήσεις τους στο χώρο της γραμματολογίας και των λογοτεχνικών ειδών, ότι τα στιχάκια των τραγουδιών δεν είναι λογοτεχνία, ότι είναι απόλυτα συνυφασμένα με τη μουσική, ότι άλλο στιχουργική και άλλο ποίηση και διάφορα άλλα τέτοια εμβριθή, που διατυπώνονται μάλιστα σε ύφος «όπως-ξέρουμε-όλοι».
Από την άλλη μεριά, ο νεοελληνιστής φιλόλογος Γιώργος Βελουδής, καθηγητής στα Πανεπιστήμια του Μονάχου και των Ιωαννίνων, έγραφε το 1994 στηΓραμματολογία του:
«…Παρά το διαζύγιο της έντεχνης ποίησης από τη μουσική, η πανάρχαιη σύζευξη των δύο αυτών αδελφών τεχνών δε θα επιβιώσει μόνο, και στον αιώνα μας, στο παραδοσιακό δημοτικολαϊκό τραγούδι σ’ όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, ακόμα και στις πιο εκβιομηχανισμένες ανάμεσά τους (Ιρλανδία, Λατινική και Βόρεια Αμερική). Η συνύπαρξη στο ίδιο το πρόσωπο του ποιητή, του συνθέτη και, πολύ συχνά, του εκτελεστή θα ξαναβρεί στον αιώνα μας την ανανεωμένη δικαίωσή της, μετά τα σποραδικά προανακρούσματά της με το νέο Brecht, μερικούς αξιόλογους εκπροσώπους, μοντέρνους τροβαδούρους, ιδιαίτερα για την ποιητική/λυρική συνέκφραση (Popsong/Protestsong) των αντιαυταρχικών, όχι μόνο φοιτητικών, κινημάτων στη δεκαετία του 1960 (Beatles, Bob Dylan, Joan Baez, Leonard Cohen, Wolf Biermann κ.α.). Μια επιστημονική και όχι κανονιστική γραμματολογία είναι υποχρεωμένη να συμπεριλάβει και αυτά, αλλά και τ’ αναρίθμητα εκείνα δείγματα του σύγχρονου μαζικού, λαϊκού ή ψευτολαϊκού, λογοτεχνικού ή παραλογοτεχνικού τραγουδιού στην ιστορία και τη θεωρία της λυρικής ποίησης. Η ενδεχόμενη εφαρμογή ποιοτικών-αξιολογικών κριτηρίων στον τομέα θα ήταν ενέργεια εντελώς ανιστόρητη και θα οδηγούσε, οπωσδήποτε, στον αποκλεισμό από τη γραμματολογική και ποιητολογική έρευνα όχι μόνο ένός μέρους της παραδοσιακής δημοτικολαϊκής, αλλά κ’ ενός μεγαλύτερου τμήματος της -νεότερης ή παλαιότερης, παραδοσιακής ή μοντέρνας- έντεχνης ποίησης«. [Η έμφαση δική μου]
Θεωρητικούρες, θα μου πείτε. Έχουμε διαβάσει όλοι λογοτεχνία αφού.

Περί «λαϊκού» τραγουδιού

Σχόλιο σε συζήτηση στο Facebook με θέμα «τι εννοούμε όταν λέμε σήμερα «λαϊκό» και κατ’ επέκταση τι είναι λαϊκό τραγούδι, λαϊκός τραγουδιστής κλπ.»

Η όποια συζήτηση πρέπει να λάβει υπόψη της τρία πράγματα:

α) αυτό που λέει ο Σραόσα, ότι δλδ σήμερα, παρά τις διακηρύξεις περί ισοπεδωτικής μαζικής κουλτούρας που την καταναλώνουν όλοι, κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα δεν υπάρχει· σκεφτείτε μόνο πόσοι (όχι αναχωρητές ή ερημίτες) μπορούν να δηλώσουν πλέον, χωρίς να μας φαίνεται περίεργο, ότι δεν γνωρίζουν τον Παντελίδη ή τον Θανάση Παπακωνσταντίνου ή τους Lost Bodies ή τους Rotten Christ ή τη Γωγώ Τσαμπά -κάποτε ήξεραν όλοι τον Τσιτσάνη, ακόμη κι αν άκουγαν Poll, ή τον Σαββόπουλο, ακόμη κι αν άκουγαν Χρηστάκη, ή τον Καφάση, ακόμη κι αν άκουγαν Χατζιδάκι.

β) ο όρος «λαϊκό τραγούδι» ξεκίνησε ως περιγραφικός όρος για να περιγράψει το τραγούδι, που παρότι πατούσε στο ρεμπέτικο, είχε εξευγενιστεί στιχουργικά και μουσικά τόσο ώστε να μπορεί να τραγουδιέται και να ακούγεται από ευρύτερα λαϊκά στρώματα, απέκτησε στη συνέχεια, με την εμφάνιση Χατζιδάκι και Θεοδωράκη ένα παρακλάδι ή ξαδερφάκι, το έντεχνο λαϊκό, και εξελίχθηκε, αριστεράς βοηθούσης, σε αξιολογικό όρο που επιφυλασσόταν στα τραγούδια που θεωρούνταν ότι συνέχιζαν ποιοτικά τη μουσική κληρονομιά των δύο ειδών που προανέφερα, ΚΑΙ χρησιμοποιούσαν μπουζούκι.

γ) Το να ταυτίζουμε το λαϊκό με την ποπ (ή ακόμη χειρότερα, με τη φολκ) όχι μόνο συσκοτίζει τα πράγματα, αλλά τα μπερδεύει ακόμη περισσότερο· αν το pop συνδέεται με τη δημοφιλία (popular), τότε οι Μπιτλς, o Σινάτρα, ο Έλβις, ο Νταλάρας, ο Καζαντζίδης, ο Μότσαρτ, ο Μπάουι, οι Μπι-Τζίς, η Μαντόνα, η Χάρις Αλεξίου, η Βίσση και πάει λέγοντας, είναι ποπ. Καταλαβαίνετε βέβαια ότι, αν ο όρος δεν συσχετίζεται με κάποιο συγκεκριμένο ήχο, χάνει κάθε μουσική σημασία και αχρηστεύεται.

Τούτων δοθέντων, ο όρος «λαϊκό τραγούδι» για τραγούδια που κυκλοφορούν τα τελευταία 20-25 περίπου χρόνια είναι μάλλον αυθαίρετος και άκυρος, με εξαίρεση σπάνιες περιπτώσεις όπου συμπίπτουν όλα τα παραπάνω (μουσική συνέχεια, μπουζούκι, καθολική δημοφιλία κοκ.), όπως τη «Ρόζα», την «Πριγκιπέσσα» και παρόμοια.

«…να τραγουδάνε πως υπάρχουμε ακόμα»

Έφτασα στο Σάρωθρον την ώρα που ακουγόταν το «Πάντα γελαστοί». Μόνο που δεν ακουγόταν από τα ηχεία του μαγαζιού, αλλά από δεκάδες στόματα θαμώνων που είχαν μαζευτεί από νωρίς εκεί για το προγραμματισμένο κυριακάτικο αφιέρωμα στο Μητροπάνο. Ήταν κάπως ανατριχιαστικό -με την καλή έννοια- να βλέπω αυτό τον κοινωνικό αχταρμά (φοιτήτριες, νεαρά ζευγάρια, ξανθιές που θα νόμιζες ότι ακούν μόνο Παντελίδη, τρέντηδες και τριαντάρηδες, μουσάτοι κουλτουριάρηδες και λαϊκοί τύποι, πενηντάρηδες με κοιλίτσα και ακριβά ρούχα) να τραγουδούν -να τραγουδάμε, για να ακριβολογώ, αφού μπήκα κι εγώ στο χορό αμέσως- με μια φωνή όχι μόνο το συγκεκριμένο τραγούδι, αλλά σχεδόν όλα τα τραγούδια που πρόλαβα να ακούσω στη μιάμιση ώρα που ήμουν εκεί. Σε κάποια μάλιστα ο κόσμος χειροκροτούσε όταν τελείωναν, ενώ άλλα τα ζητούσε ξανά και ξανά (το «Πατησίων και Παραμυθιού γωνία» πρόλαβα να το ακούσω τρεις φορές).

Έφυγα γύρω στις 02:30 και ακόμη ερχόταν κόσμος. Το πρόγραμμα θα τελείωνε με το χάραμα. Και καθώς περπατούσα στα υγρά στενά των Άνω Λαδάδικων αναρωτιόμουν τι είναι αυτό που βρίσκουν στον Μητροπάνο τόσοι τελείως ετερόκλητοι άνθρωποι. Γιατί αγαπάνε όλα αυτά τα συχνά διαφορετικού ύφους και ήθους τραγούδια που άκουσαν, ακούν και θα συνεχίσουν να ακούν από τη φωνή του. Τι είναι λαϊκός τραγουδιστής τελικά…

Δεν μπορώ ακόμη να απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα. Το μόνο που σκέφτηκα μόλις τώρα είναι ότι αν κάτι ενώνει όλους αυτούς τους ανθρώπους είναι μονάχα η αγάπη τους για τη φωνή και τα τραγούδια του Μητροπάνου. Και σε μια εποχή κατακερματισμένη, στην οποία κυριαρχεί το να ακούει ο καθένας «τα δικά του», χωρίς συχνά να δίνει δεκάρα για το τι ακούει ο διπλανός του, το να γίνεται μια φωνή ο τόπος και ο χρόνος όπου συναντιόμαστε όλοι εμείς δεν είναι και λίγο. Κι ο Μητροπάνος, όπως και ο Παπάζογλου με τον οποίο συμπτωματικά πέθαναν την ίδια μέρα με διαφορά ενός χρόνου, είναι μια από αυτές τις φωνές. Άλλες φωνές υπήρξαν ποτάμια, μεγάλα και τρανά, χωρίς αμφιβολία, και άλλες, όπως η δική του, γέφυρες. Γέφυρες πάνω στις οποίες στεκόμαστε συχνά άγνωστοι μεταξύ μας και τραγουδάμε, σαν να στέλνουμε ο ένας στον άλλο σινιάλα σε μια μυστική γλώσσα, τον «Χιονάνθρωπο» ή το «Κιφ» ή τη «Ρόζα» ή τις «Θάλασσες.»

Στην Κ.

Είδα τις αλήθειες σου, ίδιες με φίδια ιοβόλα, να σέρνονται στο πάτωμα, στο χώμα, στην άσφαλτο. Τις είδα βουβές και γυμνές, σαν κούκλες καταστήματος ρούχων που περιμένουν τη νέα παρτίδα για να ντυθούν. Άγγιξα το κορμί σου κι έψαξα για πληγές, αλλά μου είπες ότι αυτές που τσακίζουν είναι πιο βαθιά. Πήρα το πουγκί με τα αργύρια κι έσπασα μ’ αυτό τη βιτρίνα που λόγιαζες για άνθρωπο. Μπρος σου ήταν, όχι στο πλάι. Άκουσα αυτό που είχες να πεις πολύ πριν να μιλήσεις -είχα αγαπήσει ήδη το γέλιο και την ανάσα σου. Σε κράτησα στα χέρια μου μα ήταν πολύ αργά κι είχα βαθιά μεσάνυχτα. Φύλαξα την τρομαγμένη σου φωνή σαν κάτι μητρικό, σαν χάδι ή σαν ψίθυρο τη νύχτα που μας ξυπνά απότομα κάποιος εφιάλτης. Για σένα.

 

Maskerade (Discworld, Book 18), Terry Pratchett

More about Maskerade

(κλικ στο εξώφυλλο)

Με το Maskerade ο Πράτσετ επιστρέφει στην Ankh-Morpork, αλλά και στις μάγισσες. Αυτή τη φορά στόχος της σάτιράς του γίνεται η όπερα και τα μιούζικαλ, καθώς και οι προλήψεις που έχουν σχέση με τη θεατρική και λυρική σκηνή. Όλα αυτά μέσα από μια ακόμη ιστορία μυστηρίου, αφού στην Όπερα της πόλης οι δολοφονίες γίνονται η μια μετά την άλλη.

Μια ευτραφής ασκούμενη μάγισσα με διπλή προσωπικότητα πηγαίνει στην πόλη για να γίνει τραγουδίστρια της όπερας. Έχει φωνάρα, αλλά η ύπαρξη μιας πολύ ομορφότερης λιγότερο προικισμένης φωνητικά τραγουδίστριας, οδηγεί στο αφηγηματικά αυτονόητο μοτίβο του playback (η μία είναι στη σκηνή, ενώ η άλλη τραγουδάει από πίσω). Φυσικά δεν λείπει το Φάντασμα (της Όπερας) που υποδεικνύει με σημειώματα την καλλιτεχνική ανέλιξη της δεύτερης, ενώ ταυτόχρονα φαίνεται να διαπράττει τυχαίους φόνους που σκηνοθετούνται ως ατυχήματα, και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει το κλασικό στοιχείο της επικείμενης χρεοκοπίας από κακοδιαχείριση.

Το βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο σε μυημένους της Όπερας (αν και αυτοί ίσως καταλάβουν καλύτερα κάποια από τα αστεία) γιατί, όπως έγραφα και στην προηγούμενη ανάρτηση, ο Πράτσετ σατιρίζει την εικόνα που έχει ο περισσότερος κόσμος για την όπερα και όχι την ουσία της. Πέρα από την ίδια την πλοκή που είναι μια πιο «ρεαλιστική» εκδοχή του Φαντάσματος της Όπερας του Andrew Lloyd Webber, έχουμε αναφορές και σε άλλα διάσημα έργα του ιδίου, αλλά και των πιο γνωστών εκπροσώπων της όπερας του 18ου και 19ου αιώνα (Μότσαρτ, Βάγκνερ, Βέρντι, Ροσίνι κτλ.), ενώ δε λείπει και ένας χαρακτήρας που θυμίζει έντονα τον αιώνιο ανταγωνιστή του Μότσαρτ, το Σαλιέρι, όπως μας τον γνώρισε η ταινία Amadeus.

Βρίσκουμε ακόμη έναν τραγουδιστή της όπερας που αλλάζει το όνομά του προς το ιταλικότερο για να του δώσει κύρος, τον Χάρο να προσπαθεί να πείσει έναν κύκνο να τραγουδήσει ώστε να του πάρει επιτέλους την ψυχή, τον Χάρο πάλι να παίζει στο πόκερ την ψυχή μιας αγελάδας και ενός μωρού, την εμφάνιση των κινητών τυπογραφικών στοιχείων στο Δισκόκοσμο, την διεκδίκηση διαφυγόντων κερδών από τις πωλήσεις ενός βιβλίου μαγειρικής και έναν γάτο που πάει στην όπερα μεταμορφωμένος σε άνθρωπο… Και πάλι χαμόζνα!

Μερικά απολαυστικά αποσπάσματα για μεζεδάκι:

Η Nanny Ogg ένιωσε αμήχανα και μόνο που σκεφτόταν κάτι τέτοιο, και αυτό ήταν ασυνήθιστο αφού η αμηχανία ήταν τόσο φυσιολογική για τη Nanny όσο είναι ο αλτρουισμός για μια γάτα.

Οι άλλοι πάσχιζαν να την πείσουν ότι η ομορφιά είναι κάτι το επιδερμικό, λες και υπήρξε ποτέ άντρας που ερωτεύτηκε ένα ελκυστικό ζευγάρι νεφρά.

Αφού γνώριζες για κάποιο διάστημα την Κριστίν ένιωθες την ακαταμάχητη επιθυμία να κοιτάξεις μέσα στο αυτί της και να δεις αν φαινόταν το φως της ημέρας να έρχεται από το άλλο.

Η Nanny μπορούσε να κάνει ένα άγαλμα να κλάψει στον ώμο της και να της πει τι πραγματικά ένιωθε για τα περιστέρια.