Κατοχή του Χθες

Ξέρω πως έχω χάσει αμέτρητα πράγματα και πως, τώρα, αυτές οι απώλειες είναι τα μοναδικά δικά μου πράγματα. Ξέρω πως έχω χάσει το κίτρινο και το μαύρο, κι αυτά τ’ ασύλληπτα τα αναλογίζομαι όπως δεν τα αναλογίζονται όσοι βλέπουν. Ο πατέρας μου έχει πεθάνει κι είναι πάντα πλάι μου. Όταν, καμιά φορά, απαγγέλλω στίχους του Σουίνμπερν, λένε πως το κάνω με τη φωνή του. Μόνο αυτός που έχει πεθάνει είναι δικός μας· δικό μας είναι μόνο αυτό που έχουμε χάσει. Το Ίλιον υπήρξε, αλλά το Ίλιον επιζεί στο εξάμετρο που το θρηνεί. Το Ισραήλ υπήρξε όταν ήταν μια αρχαία νοσταλγία. Με τον καιρό, κάθε ποίημα γίνεται ελεγεία. Δικές μας είναι οι γυναίκες που μας άφησαν, γλιτώνοντας μας απ’ το άγχος της αναμονής, τους συναγερμούς και τους τρόμους της ελπίδας. Δεν υπάρχουν άλλοι παράδεισοι από τους χαμένους παραδείσους.

(Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Άπαντα Πεζά, σελ. 622, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης)

Οι Χρήστες

…Όταν πέρασα τα βουνά του Ουπ-Οθρ-Αν, βρέθηκα, μετά από μια εξαντλητική πορεία στη χώρα που κατοικεί ένας περίεργος λαός, τελείως διαφορετικός από οποιονδήποτε λαό γνωρίζουμε, οι Χρήστες. Όντας σε εξερευνητική αποστολή της Ευρασιατικής Ανθρωπολογικής Εταιρείας και έχοντας ακούσει μόνο θρύλους για την ύπαρξή τους, έμεινα αρκετό διάστημα μαζί τους για να μελετήσω τις συνήθειές τους και την οργάνωσης της κοινωνίας τους, που παρουσιάζουν αξιοσημείωτο ενδιαφέρον. Τα αναλυτικά αποτελέσματα της επιστημονικής μου έρευνας θα δημοσιευθούν στο περιοδικό της εταιρείας μας -εδώ θα παραθέσω κάποια γενικά στοιχεία για τους λιγότερο καταρτισμένους στην ανθρωπολογία αναγνώστες.

Οι Χρήστες έχουν αναπτύξει την τεχνολογία τους σε ένα προβιομηχανικό επίπεδο που αντιστοιχεί περίπου στα τέλη του Ευρωπαϊκού Μεσαίωνα. Ζουν σε μια φαινομενικά κολλεκτιβοποιημένη κοινωνία όπου εκτός από τη γεωργία και την κτηνοτροφία σημαντικό τμήμα της οικονομίας καταλαμβάνουν το εμπόριο και οι υπηρεσίες. Απεχθάνονται τα ταξίδια και είναι καχύποπτοι με τους ξένους, ιδιαίτερα με όσους κουβαλούν πολλές αποσκευές (υπήρξα τυχερός εδώ, καθώς οι περιπέτειές μου με είχαν αφήσει μονάχα με τα ρούχα και τις σημειώσεις μου). Αποφεύγουν τα ρήματα που δηλώνουν κατοχή ή ιδιοκτησία και τις κτητικές αντωνυμίες, ενώ μια συνηθισμένη βρισιά στη γλώσσα τους είναι «Που να σε έχει κάποιος για πάντα!»

Η απέχθεια τους για την ιδιοκτησία δεν μένει μόνο στο γλωσσικό επίπεδο, αλλά επεκτείνεται και στη ζωή τους. Οι Χρήστες δεν κατέχουν πράγματα. Τα χρησιμοποιούν. Από τα τρόφιμα μέχρι τα γεωργικά εργαλεία, από τα ρούχα ως τα σπίτια, τα πάντα είναι χρησιμοποιήσιμα, χρησιμοποιούμενα ή χρησιμοποιητέα από όλους. Εξάλλου, με βάση το Επίπεδο Χρήσης που μπορεί να φτάσει ο καθένας, χωρίζονται σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, με την ανώτερη να απολαμβάνει τον σεβασμό όλων.

Χαμηλότερα από όλους βρίσκονται οι Χρήστες των Πραγμάτων, που περιορίζονται στη χρήση αντικειμένων καθημερινών ή περισσότερο εξειδικευμένων. Ακολουθούν οι Χρήστες των Γνώσεων, όσοι δηλαδή μπορούν να χρησιμοποιήσουν παραδεδομένες γνώσεις σε κάποιον τομέα, χωρίς όμως να κατέχουν πραγματικά αυτές τις γνώσεις. Στη συνέχεια συναντάμε τους Χρήστες των Τεχνών (ηθοποιοί, οργανοπαίχτες, χορευτές, ζωγράφοι πορτραίτων, τραγουδιστές), οι οποίοι χρησιμοποιούν κάποια τέχνη για να συγκινήσουν τους άλλους Χρήστες. Πρωτότυπα έργα δεν παράγονται πλέον στη χώρα αυτή, παρά μόνο αναπαράγονται παλιά, σχεδόν αρχαία, έργα (ο μύθος με τον οποίο μου εξήγησαν αυτή τη στασιμότητα είναι τόσο περίπλοκος που δεν τολμώ σκοτίσω τον αναγνώστη με τις λεπτομέρειες του -μπορώ να πω μονάχα ότι έχει να κάνει με την αλόγιστη χρήση του επιθέτου «τέλειος» για αυτά τα προγενέστερα έργα την εποχή που δημιουργήθηκαν).

Στο ψηλότερο κοινωνικό σκαλί βρίσκονται οι Χρήστες των Ανθρώπων, λίγοι και σχεδόν μη αναγνωρίσιμοι, σε τέτοιο βαθμό που οι υπόλοιποι Χρήστες θεωρούν πολλές φορές την ύπαρξή τους θρύλο. Οι Ανθρωποχρήστες, όπως αλλιώς αποκαλούνται, λέγεται πως έχουν την ικανότητα να χρησιμοποιούν άλλους Χρήστες, χειραγωγώντας τα συναισθήματα και τις επιθυμίες των για να ικανοποιηθούν οι δικές τους σωματικές ή συναισθηματικές ανάγκες. Έχουν φτάσει σε τέτοια επίπεδα Χρήσης που κανείς δεν αντιλαμβάνεται ότι χρησιμοποιείται από αυτούς, εξού και η έλλειψη επαρκών αποδείξεων για την ύπαρξή τους. Γνωρίζουν άψογα ποιες είναι κάθε φορά οι επιθυμίες τους και ποιοι μπορούν να τις ικανοποιήσουν καλύτερα. Εντοπίζουν ταχύτατα τους Χρήσιμους, έτσι φημολογείται ότι τους ονομάζουν μεταξύ τους, και με μεγάλη μαεστρία τους χρησιμοποιούν μέχρι να νιώσουν πλήρεις.

Θα περίμενε κανείς ότι οι Ανθρωποχρήστες θα επέβαλλαν χάρη σε αυτές τις ικανότητές τους μια ιδιότυπη δικτατορία εις βάρος των υπολοίπων, αλλά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει αφού υπάρχει ένα ζωτικό εξισορροπητικό στοιχείο. Ο καθένας από αυτούς έχει στόχο να χρησιμοποιήσει άλλους Ανθρωποχρήστες, καταφεύγοντας στη Χρήση απλών Χρηστών μονάχα όταν βρίσκεται σε απελπιστική κατάσταση ή όταν θέλει να κάνει πρακτική εξάσκηση. Έτσι λοιπόν οι Χρήστες Ανθρώπων αναλώνονται σε μια διαρκή πάλη μεταξύ τους ώστε να καταφέρουν να χρησιμοποιήσουν ο ένας τον άλλο, σε ένα ανελέητο παιχνίδι εξουσίας, αφήνοντας τον απλό λαό να ζει χρησιμοποιώντας λιγότερο ακίνδυνα πράγματα.

Όταν τελικά αποχαιρέτησα τον παράξενο αυτό λαό, με κατευόδωσαν με την ιδιόρρυθμη ευχή «Καλές Χρήσεις!» Μετά από ένα κοπιώδες ταξίδι σε περιοχές άνυδρες, χωρίς καμία ανθρώπινη παρουσία, έφτασα τελικά στον πολιτισμένο κόσμο. Σκέφτομαι όμως, καθώς γράφω αυτές τις τελευταίες γραμμές του κειμένου μου, μήπως τελικά κάνοντας γνωστό σε όλο τον κοσμο το λαό αυτό, μήπως, λέω,  υπήρξα κι εγώ Χρήσιμος χωρίς να το καταλάβω;

Jill Mnemonic

Μόλις διάβασα αυτή την είδηση για μια γυναίκα με τέλεια μνήμη, σκέφτηκα αμέσως το διήγημα του Μπόρχες «Φούνες ο Μνήμων», όπου περιγράφεται ένας άντρας με το ίδιο πρόβλημα. Προς το τέλος του διηγήματος ο αφηγητής, που έχει συναντήσει τον Φούνες ένα βράδυ και συζητάνε μαζί όλη τη νύχτα, σχολιάζει:

«[…] Υποπτεύομαι, ωστόσο, πως δεν ήταν πολύ ικανός στη σκέψη. Σκέψη είναι να ξεχνάς τις διαφορές, να γενικεύεις, να αφαιρείς. Στον υπερφορτωμένο κόσμο του Φούνες δεν υπήρχαν παρά λεπτομέρειες, σχεδόν σε πλήρη ετοιμότητα.»

«[…] Σκέφτηκα πως καθεμιά απ’ τις λέξεις μου (καθεμιά απ’ τις κινήσεις μου) θα επιζούσε στην αμείλικτη μνήμη του: με κυρίευσε ο φόβος όταν σκέφτηκα τις περιττές χειρονομίες μου να πολλαπλασιάζονται.» (σελ. 178, Άπαντα Πεζά, Ελληνικά Γράμματα, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης)